Στη δεξιά πλευρά ο Ευάγγελος Αβέρωφ, στο μέσον ο διοικητής του στρατοπέδου συγκέντρωσης Ferramonti di Tarsia, Paolo Salvatore, στην αριστερή πλευρά, άγνωστος.
Ιστορίες

Οι μέρες του αντιστασιακού Ευάγγελου Αβέρωφ στη φασιστική Ιταλία

Λίγοι γνωρίζουν τη δυναμική συμμετοχή του Ευγάγγελου Αβέρωφ στην Αντίσταση, καθώς και τον εκτοπισμό του από τις Ιταλικές δυνάμεις κατοχής στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ferramonti di Tarsia στην Ιταλία.

Ο Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, ευπατρίδης πολιτικός, και ισχυρή προσωπικότητα συμμετείχε καθοριστικά στο προσκήνιο των ιστορικών εξελίξεων που σημάδεψαν την Ελλάδα για πάνω από 50 χρόνια. Ως συγγραφέας, βραβευμένος για το επιστημονικό του έργο, έγινε πολυμεταφρασμένος λογοτέχνης, καθώς ασχολήθηκε με όλα τα είδη του έντεχνου λόγου.

Στη μεταπολεμική Ελλάδα, όλες σχεδόν ανεξαιρέτως οι πολιτικές δυνάμεις της εποχής, προσπάθησαν να αυτοπροσδιορισθούν μέσα από την διαχείριση των εμπειριών της Κατοχής και της Αντίστασης. Λίγοι όμως γνωρίζου την δυναμική συμμετοχή του Αβέρωφ στην Αντίσταση, καθώς και τον εκτοπισμό του από τις ιταλικές δυνάμεις κατοχής, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ferramonti di Tarsia, στην Ιταλία.

Tο «αυτόνομο Βλάχικο πριγκηπάτου της Πίνδου»

To καλοκαίρι του 1941, ο Αβέρωφ επιστρέφει στη Λάρισα μετά τη θητεία του ως νομάρχης στην Κέρκυρα τους τελευταίους μήνες του πολέμου. Μέσα στην Κατοχή προσπαθεί να ανασυντάξει και να καλλιεργήσει τα ρημαγμένα από τους βομβαρδισμούς κτήματα του πατέρα του, σπέρνοντας στάρι, φακή, για να ζήσει όλη η οικογένεια. Ήταν ο χειμώνας της μεγάλης πείνας, αλλά και του εκρηκτικού μείγματος που θα οδηγούσε στην έξαρση της Εθνικής Αντίστασης.

Στη Λάρισα, η ιταλική στρατιωτική διοίκηση της μεραρχίας Φορλί και οι ντόπιοι συνεργάτες της, υπό την ηγεσία του «κομεντατόρε» Αλκιβιάδη Διαμάντη ή Αλτσιμπιάντι Ντιαμάντι, είχαν δημιουργήσει το ιταλικό φασιστικό μόρφωμα, το αυτοαποκαλούμενο «αυτόνομο Βλάχικο πριγκηπάτου της Πίνδου». Απώτερος στόχος ήταν η ανακήρυξη ανεξάρτητου Βλάχικου Πριγκιπάτου που θα περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της Ηπείρου, τη Δυτική Μακεδονία και ολόκληρη τη Θεσσαλία, μέχρι το Δομοκό.

Ο Αβέρωφ, Βλάχος και ο ίδιος, δεν έμεινε φυσικά αδιάφορος. Αγωνίστηκε με κάθε μέσο, φανερό ή κρυφό, ατομικά, αλλά και ως μέλος μικρής αντιστασιακής ομάδας, ενάντια στην επικράτηση της Ρωμαϊκής Λεγεώνας.

Στις 29 Απριλίου 1942, η ιταλική στρατιωτική διοίκηση της μεραρχίας Φορλί με έδρα τη Λάρισα, συλλαμβάνει περίπου 50 περίπου Λαρισινούς πολίτες, ανάμεσά τους και τον Αβέρωφ. Αποφασίζεται η άμεση εκτόπισή τους στην Ιταλία, για την εναντίωσή τους στο «πριγκηπάτο της Πίνδου» και πράξεις αντίστασης κατά του ιταλικού στρατού κατοχής.

Ψάχνοντας για ήρωες

Το 2004, είχα συγκεντρώσει ιστορικά στοιχεία για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ιταλία όπου είχαν εκτοπισθεί Έλληνες αντιφασίστες, στη διάρκεια της κατοχής. Ένα από αυτά ήταν και το Φεραμόντι, στο οποίο είχαν εκτοπισθεί τουλάχιστον 100 έλληνες Το 2012, ο Μάριο Ρέντε, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Περούτζια της Ιταλίας που έκανε επίσης τη δική του έρευνα, με ενημέρωσε πως από το Φεραμόντι είχε περάσει και ο Αβέρωφ.

Ο Ρέντε, μου έστειλε επίσης μια σειρά από φωτογραφίες από των φυλακισμένων ελλήνων αντιφασιστών στο στρατόπεδο, σε μια από τις οποίες εικονίζεται και ο Ευάγγελος Αβέρωφ – Τοσίτσας.

Η μοναδική φωτογραφία με τους Έλληνες αντιφασίστες που εκτοπίσθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ferramonti di Tarsia, στην Ιταλία τη διετία 1942-43.

Το στρατόπεδο, βρισκόταν σε μια ελώδη περιοχή στην περιοχή της Καλαβρίας. Η κατασκευή του , άρχισε στις 4 Ιουνίου 1940, μία εβδομάδα πριν από την είσοδο της Ιταλίας, στον Πόλεμο. Οι εργασίες ανατέθηκαν στον μεγαλοεργολάβο δημοσίων έργων, τον Eugenio Parrini, που ήταν προσωπικός φίλος του Μουσολίνι και του Τσιάνο. Το 1936, ο Παρίνι ως υποστηρικτής του καθεστώτος, είχε αναλάβει δημόσια έργα αξίας 156 εκατομμυρίων λιρετών ενώ χρήσθηκε ως Ιππότης της Εργασίας από την ιταλική κυβέρνηση.

Το 1938, το φασιστικό καθεστώς εξέδωσε νόμους εναντίον των Εβραίων, με αποτέλεσμα οι 10.000 περίπου Εβραίοι της Ευρώπης που είχαν καταφύγει στην Ιταλία, να εκδιωχθούν από όλη την ιταλική επικράτεια. Στη χώρα παρέμειναν 3.000 Εβραίοι, για τους οποίους εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης τον Μάιο του 1940. Από τον Ιούνιο 1940, έως και τον Αύγουστο του 1943, στο Φεραμόντι υπήρχαν 3.823 έγκλειστοι Εβραίοι διαφόρων εθνικοτήτων, εκ των οποίων οι 141 ήταν Ιταλοί Εβραίοι.

Το Φεραμόντι ήταν το μεγαλύτερο από τα δεκαπέντε ιταλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και υπαγόταν στην κατηγορία (CS), που δήλωνε ότι προορίζεται για Εβραίους της Ευρώπης, καθώς και για αλλοδαπούς πολίτες εχθρούς του φασιστικού καθεστώτος. Διαφορετικός είναι ο χαρακτηρισμός λόγου χάριν για το στρατόπεδο συγκέντρωσης Pisticci, που υπαγόταν στην κατηγορία (ΜΤ) που δήλωνε ότι προορίζεται για του Ιταλούς πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος.

1941: μερική άποψη από τα 92 καταλύματα των εκτοπισθέντων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ferramonti di Tarsia, μετά από καταρρακτώδη βροχή.

Από τον Νοέμβριο του 1942, το καθεστώς θα αρχίσει να μεταφέρει στο Φεραμόντι, Ιταλούς Γιουγκοσλάβους, Γάλλους και Έλληνες αντιστασιακούς. Το στρατόπεδο κατέληξε να έχει το μέγεθος μίας μικρής πόλης, με 4.500 κρατούμενους. Δεν λειτούργησε όμως ποτέ στα πρότυπα της βαρβαρότητας των γερμανικών ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης. Με παρέμβαση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, δινόταν η δυνατότητα τους κρατουμένους, να λαμβάνουν δέματα με τρόφιμα, λειτουργούσε επίσης επισκεπτήριο, ενώ δεν υπήρχαν αυστηροί περιορισμοί, στην αλληλογραφία.

Το στρατόπεδο δεν εφάρμοζε βίαιες μεθόδους. Αντιθέτως, οι έγκλειστοι κρατούμενοι προστατευόταν συνεχώς, από μια πιθανή απέλαση τους στη Γερμανία, όπως το ζητούσαν επιτακτικά, οι Ναζί. Ο επίσημος τίτλος των κρατούμενων ήταν “ιντερνάτι τσιβίλι” (πολίται υπό περιορισμό) και είχαν τη δυνατότητα να έχουν οργανωμένο νηπιαγωγείο, βιβλιοθήκη, σχολείο, θέατρο και συναγωγή

«Η διοίκηση του στρατοπέδου κάνει ό,τι μπορεί για να καταστήσει την παραμονή μας ευχάριστη, αλλά όπως και να το κάνουμε, είμαστε μακριά απ’ τους δικούς μας», γράφει ο Αβέρωφ στο θετό του πατέρα, Βαρόνο Μιχαήλ Τοσίτσα, στις 5 Ιουνίου του 1942.

«Δεν λογάριασα ποτέ ξανά την υγεία μου»

Ωστόσο, οι συνθήκες θα αποδειχθούν πολύ δύσκολες.

«Την ημέρα (στο στρατόπεδο) σε τυραννούσε μια πνιγηρή υγρή ζέστα, τη νύχτα, όπως στην απέναντι αφρικανική ακτή, ένα κρύο τσουχτερό. Όταν το αεράκι φυσούσε προς το μέρος του έλους, που είχε δεν είχε στεγνώσει ακόμα, έβλεπες το σούρουπο να΄ρχονται καταπάνω σου κάτι χαμηλά σκούρα συννεφάκια. Όταν πλησίαζαν, καταλάβαινες πως ήταν κουνούπια που είχαν σηκωθεί από κάποια μπάρα, κι΄αλίμονό σου αν σταματούσες εκεί και δεν είχες προφτάσει να κλειστείς στους μεγάλους μακρόστενους θαλάμους με τις σίτες στα παράθυρα (…) μέσα εκεί θα΄μενες ως το πρωί μια που στο στρατόπεδο απαγορευόταν τη νύχτα η κυκλοφορία, μέσα εκεί θα προτιμούσες να σε φάνε χιλιάδες κοριοί παρά μιλιούνια κουνούπια», έγραψε ο Αβέρωφ στο βιβλίο του.

Ο Αβέρωφ αρρωσταίνει βαριά και όλοι νομίζουν πως θα πεθάνει. Οι συγκρατούμενοί του και ορισμένοι καραμπινιέροι εξοικονομούν ό,τι μπορούν από το συσσίτιό τους και του δίνουν από μισή κουταλιά ο καθένας για να δυναμώσει. «Το ότι κατάφερα σιγά – σιγά να συνέλθω, παρά το βήχα που με δίπλωνε στα δύο και τη φοβερή αδυναμία – ούτε πενήντα κιλά δε θα ‘μουν – με απελευθέρωσε μια για πάντα από την απειλή της αρρώστιας και ποτέ ξανά δεν λογάριασα την υγεία μου, σε οτιδήποτε έβαζα στο νου μου να κάνω», έλεγε σε συνέντευξή του στη Νίτσα Λουλέ-Θεοδωράκη.

Στη δεξιά πλευρά ο Ευάγγελος Αβέρωφ, στο μέσον ο διοικητής του Φεραμόντι, Πάολο Σαλβατόρε, στην αριστερή πλευρά, άγνωστος.

Επειδή ο Αβέρωφ αναφερόταν ως πρώην νομάρχης στα χαρτιά, οι Ιταλοί τον όρισαν εκπρόσωπο της ομάδας των Ελλήνων κρατούμενων. Από τη θέση του αυτή, όπως λέει ο ίδιος, «είχα πολλά νταραβέρια και από τις πρώτες μέρες μου δόθηκε η ευκαιρία να κρατήσω μια στάση περήφανη. Στο τέλος πήρα και τον αέρα του Διοικητού, ο οποίος ήταν ένας ήπιος άνθρωπος και με υπολόγιζε και μου έκανε κάποια χατήρια».

Οι άλλοι Έλληνες αντιφασίστες

Πολιτικός κρατούμενος στο Φεραμόντι, ήταν και ο Τάκης Σωτηριάδης. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω σε ένα φιλικό μου σπίτι στα τέλης της δεκαετίας του ‘80 και να μου περιγράψει με λίγες λέξεις, όσα πέρασε στα ιταλικά και γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, στα χρόνια της κατοχής.

Τον είχαν συλλάβει τον Μάιο του 1942, όταν πήγαινε στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου, μαζί με άλλους συμμαθητές του, καθώς έγραφαν προκηρύξεις του ΕΑΜ, εναντίον του ιταλικού στρατού κατοχής στα Γιάννενα.

Το 2004 ο Γερμανός ιστορικός, πανεπιστημιακός καθηγητής, Christoph Schminck Gustavus, συμπεριέλαβε την μαρτυρία του Τάκη Σωτηριάδη, στο βιβλίο του «Νταχάου, Έλληνες κρατούμενοι και ο Νίκος Ζαχαριάδης», εκδόσεις Φιλίστωρ, αναφέροντας σχετικά:

«Μας εγκατέστησαν στο Φεραμόντι. Εκεί μείναμε περίπου μισό χρόνο. Ήμασταν πενήντα τέσσερα άτομα, όλοι Έλληνες, αλλά δεν μας έδιναν καλό φαγητό (…) Έτσι ένας από εμάς, δάσκαλος, πέθανε. Τον δάσκαλο τον λέγανε Τσουκαλά. Ήταν από τα Κατσανοχώρια. Αγοράσαμε ένα τάφο στο Φεραμόντι και τον θάψαμε. Μπορεί ο τάφος να είναι ακόμη εκεί. (…) Μετά από λίγο καιρό μας μετέφεραν σ΄ένα ορεινό χωριό στην Τοσκάνη στο Bagni di Casciani. Μέναμε σε δωμάτια, σ΄ένα μικρό ξενοδοχείο. Οι Ιταλοί το έλεγαν cofino libero, δηλαδή ‘ελεύθερη εξορία’. Βρεθήκαμε 34 άντρες, όλοι Έλληνες. Τους άλλους από το Φεραμόντι τους πήγαν σε άλλα μέρη εξορίας»

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1943, το φασιστικό υπουργείο Εσωτερικών σχεδίαζε να μεταφέρει Βόρεια της Ιταλίας όλους τους εκτοπισμένους του στρατοπέδου στο Brenner, κοντά στα αυστριακά σύνορα. Εάν αυτή η πρόταση είχε προχωρήσει, σίγουρα θα σήμαινε και την εξόντωση όλων των εκτοπισμένων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η εξωτερική φρουρά αποτελούμενη από ιταλούς κληρωτούς στρατιώτες πραγματοποιεί εξωτερική περιπολία στο Φεραμόντι το 1942. Σε μια έκταση 160 στρεμμάτων, διακρίνονται τα 92 καταλύματα των εκτοπισθέντων, το διοικητήριο, το σχολείο, τα μαγειρεία οι εκκλησιαστικοί χώροι και οι στρατώνες της φρουράς του στρατοπέδου.

Η απόδραση και το πέρασμα στην Αντίσταση

Στα τέλη του 1942 το στρατόπεδο είχε γεμίσει ασφυκτικά. Έτσι μετά από αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης οι Έλληνες εξόριστοι διασκορπίστηκαν σε δώδεκα χωριά κοντά στο Μιλάνο. Εξακολουθούσαν να είναι «πολίτες υπό περιορισμό» και ήταν υποχρεωμένοι να παρουσιάζονται δύο φορές την ημέρα στην αστυνομία. Τον Σεπτέμβριο του 1943 ο Αβέρωφ μαζί με ακόμη τρεις Έλληνες αποφάσισε να δραπετεύσει. «Με πλαστή ταυτότητα και λίγα χρήματα, αρκετά ίσως για τις πρώτες εβδομάδες, ο Αβέρωφ αποχαιρέτησε τους άλλους τρεις δραπέτες στο Μιλάνο (εκείνοι θα τραβούσαν για Ελβετία) και πήρε το τρένο για τη Ρώμη. Έφτασε ύστερα από είκοσι ώρες. Ήταν τέσσερις τα ξημερώματα και η κυκλοφορία απαγορευόταν. Η πόλη της Ρώμης δεν του ήταν γνωστή και μιλούσε σπαστά ιταλικά», γράφει στο βιβλίο της η Τατιάνα Αβέρωφ.

Μέχρι τις 4 Ιουνίου του 1944 (όταν τα συμμαχικά στρατεύματα απελευθέρωσαν την Ρώμη), παρέμεινε στην παρανομία. Κρυβόταν στην οικογένεια Bulgari, τους φημισμένους τεχνίτες αργυροχοΐας, από τους Καλαρρύτες των Ιωαννίνων, το μεγαλύτερο βλαχόφωνο κέντρο αργυροχρυσοχοΐας στα Βαλκάνια και πλέον φτασμένοι κοσμηματοπώλες στην Ρώμη την εποχή εκείνη.

Ο Αβέρωφ δημιούργησε αντιστασιακή οργάνωση μαζί με άλλους Έλληνες, που είχαν επίσης αποδράσει από τα ιταλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, φυγαδεύοντας αιχμαλώτους και παρέχοντας σε αυτούς μυστικά καταλύματα στην Ρώμη, για την περίθαλψή τους.

«Μπήκαμε μέσα σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως, τρυπώσαμε σε φυλακές, επισκεφθήκαμε ή εγκαταστήσαμε δικούς μας σε νοσοκομεία, επισκεφθήκαμε χωριά, γυρίσαμε σε κρησφύγετα βουνών και σε αγροικίες κάμπων, οργανώσαμε συστηματική υγειονομική περίθαλψη, και όλα αυτά τα κάναμε σε ξένη γη και μέσα σε ατμόσφαιρα τρομοκρατίας, για να φέρουμε σε όσους δικούς μας μπορούσαμε ν’ ανακαλύψουμε, μια χρήσιμη υλική εκδήλωση της ακατάλυτης Ιδέας που ονομάζεται ελληνικός πατριωτισμός», γράφει ο Αβέρωφ στο προσωπικό του ημερολόγιο.

Η βρετανική κυβέρνηση για την συμμετοχή του Ευάγγελου Αβέρωφ σε πράξεις Αντίστασης, ενάντια στον ναζισμό μέσα στην γερμανοκρατούμενη Ρώμη, του απένειμε ως ένδειξη τιμής το ανώτατο παράσημο του Μέλους της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Επίσης η ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου, του απένειμε το 1944 τον βαθμό του επίκουρου υποπλοιάρχου, βαθμό με τον οποίο υπηρέτησε στην Ρώμη έως το 1945, ως μέλος της ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα, για να συμμετάσχει στην πολιτική σκηνή, σημαδεύοντας τις εξελίξεις και τις τύχες αυτού του τόπου για πάνω από 50 χρόνια.

Οι φωτογραφίες
Στις 10 Απριλίου του 2012, παρέδωσα το φωτογραφικό αρχείο του Ρέντε, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Perugia της Ιταλίας, καθώς και ένα δικό μου ιστορικό – φωτο αρχείο, στην Τατιάνα Αβέρωφ. Οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται σήμερα είναι από το αρχείο του Ρέντε το οποίο παρέδωσα το 2012 στην Τατιάνα Αβέρωφ.