Απόψεις

Ο δολοφόνος- δικαστής

Λίγες μέρες μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2011 είχα βρεθεί με αρκετό κόσμο σε παρέες και το θέμα συζήτησης που κυριαρχούσε ήταν, φυσικά, η τρομοκρατική επίθεση στη Νέα Υόρκη, στους Δίδυμους Πύργους. Αν εκείνες τις μέρες γινόταν μια δημοσκόπηση για τις απόψεις των Ελλήνων σχετικά με το συμβάν, αυτή θα έβγαζε ένα ποσοστό αρκετά μεγάλο που θα υποστήριζε την ενέργεια του Μπιν Λάντεν. Αυτό έβγαινε και από τους περισσότερους με τους οποίους συνομιλούσα εκείνες τις ημέρες.

Η υποστήριξη του Μπιν Λάντεν ήταν σφοδρή. Υπήρχαν, δηλαδή, άνθρωποι που θεωρούσαν κάτι σαν «θεία δίκη» την τρομοκρατική ενέργεια, παρακάμπτοντας τα κίνητρα του αρχιδράστη. Οι θεωρίες συνωμοσίας ήταν στα φόρτε τους και το μόνο που ξεστομιζόταν για τους χιλιάδες νεκρούς ήταν πως οι Εβραίοι εργαζόμενοι τελικά τη γλίτωσαν, γιατί είχαν ειδοποιηθεί να μην πάνε στους Πύργους.

Όλα τα χρόνια της δράσης της 17Ν, σημαντικό τμήμα του ελληνικού πληθυσμού υποστήριζε, συνήθως σιωπηλά, τη δράση της. Θεωρούσε πως τα μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης απέδιδαν δικαιοσύνη για τα δεινά του τόπου –ποια δεινά;- όταν σκότωναν τους αμαρτωλούς του συστήματος που καθόριζαν τις τύχες μας. Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Μάκης Μπαλαούρας είχε δηλώσει, χωρίς καμιά ντροπή, πως οργανώσεις σαν τη 17Ν είχαν ένα ιδεώδες υπέρ του ανθρώπου και κατ’ επέκταση, η δράση τους είχε –και έχει- ανθρωπιστικό υπόβαθρο. Τη 17Ν την είχαν ηρωοποιήσει απλοί, καθημερινοί άνθρωποι που συχνά εξέφραζαν την άποψη, αν κάτι δεν τους καθόταν καλά στο μάτι, πως «ευτυχώς υπάρχει» αυτή.

Τα φαινόμενα της τρομοκρατίας ασκούν συχνά μια αίγλη στις μάζες, που πάσχουν από έλλειψη κριτικής σκέψης αλλά και που εναποθέτουν τις ελπίδες τους για έναν καλύτερο κόσμο στα χέρια στυγνών δολοφόνων, πιθανά και διαταραγμένων προσωπικοτήτων, αντί να αναλάβουν αυτές δράση σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο ακολουθώντας δημοκρατικές διαδικασίες. Ευελπιστούν στην κατά καιρούς εμφάνιση κάποιων «Ρομπέν των Δασών», που όμως δεν κλέβουν από τους πλούσιους για να μοιράσουν στους φτωχούς, παρά σκοτώνουν όποιον αυτοί θεωρούν «εχθρό του λαού». Και έτσι οι μάζες επαναπαύονται και συνεχίζουν να κλαίνε για την «κακιά τους μοίρα» και το «άδικο σύστημα» και χειραγωγούνται πανεύκολα από δολοφόνους. Τρανταχτό παράδειγμα χειραγώγησης μαζών ήταν ο ναζισμός.

Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Κυρίτσης δεν αναγνώρισε πρόσφατα την επικινδυνότητα των βομβών μολότοφ, λες και ο Μολότοφ τις είχε εφεύρει για να διώχνουν οι γεωργοί τα πουλιά από τα σπαρτά τους. Τις βόμβες μολότοφ χρησιμοποίησαν και οι ίδιοι οι Σοβιετικοί, όταν δέχθηκαν την επίθεση του Χίτλερ το καλοκαίρι του 1941 και οι Εβραίοι κατά των Γερμανών στη μεγάλη εξέγερση του Γκέτο Βαρσοβίας το 1944. Η βόμβα μολότοφ, δηλαδή, είναι ένα πολεμικό όπλο και όχι αποκριάτικο δυναμιτάκι, που ακόμα κι αυτό είναι επικίνδυνο. Εν καιρώ ειρήνης, οι βόμβες αυτές χρησιμοποιούνται στον λεγόμενο «πόλεμο των πόλεων» από τους κάθε λογής επαναστάτες, που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο ή να μην τον αλλάξουν, γεγονός που συμβαίνει εδώ και χρόνια κυρίως στην Αθήνα. Η «διορθωτική δήλωση» του κ. Κυρίτση δεν σώζει ούτε τα προσχήματα, μιας και θα έπρεπε να γνωρίζει για το συγκεκριμένο όπλο που σκότωσε ανθρώπους στη Marfin.

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και μια παλιά θέση της υποψήφιας για το Ευρωκοινοβούλιο κ. Μυρσίνης Λοΐζου, που ζητούσε από τα θύματα των τρομοκρατικών επιθέσεων να ζητήσουν συγνώμη, προφανώς γιατί ήταν –κατά τη δική της γνώμη και των τρομοκρατών- αυτοί που ήταν. Και εδώ έχουμε «διορθωτική δήλωση». Εύγε.

Οι κ.κ. Μπαλαούρας και Κυρίτσης πληρώνονται από το υστέρημα του ελληνικού λαού και η κ. Λοΐζου το ίδιο αν εκλεγεί, όχι για να λένε ό, τι τους κατέβει, όχι για να προσβάλουν μνήμες νεκρών, όχι για να αθωώνουν τρομοκράτες και να συντηρούν τον μύθο του «δολοφόνου- δικαστή», που αποδίδει δικαιοσύνη και μας είναι έτσι απαραίτητος. Ούτε πληρώνονται για να «γαργαλούν αυτιά» ακραίων για λίγες ψήφους παραπάνω.

Σχετικά άρθρα

Τίποτα δεν πάει χαμένο

Τιτίκα Τζάλλα