Η είσοδος του Ορφέα, όπως διαμορφώθηκε και διατηρήθηκε μέχρι να γκρεμιστεί
Παλιά Γιάννενα

Ένα αφιέρωμα στους θερινούς κινηματογράφους της πόλης μας από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι πρότινος

Σήμερα δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος του αφιερώματος του Γιάννη Γρατσανίτη στην ιστορία των θερινών σινεμά της πόλης και των ανθρώπων τους.

«Ορφέας»

Θρυλικός κινηματογράφος. Βρισκόταν στον χώρο απέναντι ακριβώς από την «Όαση», που σήμερα χρησιμοποιείται ως πάρκινγκ (!) αυτοκινήτων. Κατά τη δημαρχεία του Λευτέρη Γκλίναβου (1994-1998), έγινε προσπάθεια να κηρυχτεί διατηρητέος. Παρ’ όλες τις ενέργειες του δήμου προς αυτή την κατεύθυνση, αυτό δεν κατέστη δυνατό να γίνει, πωλήθηκε σε ιδιώτη και σήμερα ο χώρος αυτός, με την τόση ιστορία για την πόλη μας, δέχεται τις ρόδες των τροχοφόρων.

Ο «Ορφέας», λοιπόν, ήταν και αυτός ένας μεγάλος κινηματογράφος πεντακοσίων και πλέον θέσεων. Στην αρχή είχε δύο επίπεδα, όπως ο «Έσπερος», και στο υπερυψωμένο λειτουργούσε το καθιερωμένο αναψυκτήριο. Αργότερα -άγνωστο γιατί- ισοπεδώθηκε.

Ως χώρος δεν παρουσίαζε ιδιαίτερο αισθητικό ενδιαφέρον, όπως ο «Έσπερος» και το «Τιτάνια». Λίγο το πράσινό του, που κάλυπτε μόνο το μέρος μπροστά από τη μεγάλη στην πραγματικότητα οθόνη. Ο «Ορφέας», όμως, είχε δύο ιδιαιτερότητες, που δεν είχαν οι άλλοι θερινοί κινηματογράφοι της πόλης: πρώτα ήταν ο μοναδικός που είχε σκηνή και μάλιστα ευρύχωρη, πίσω από την οποία υπήρχαν και υποτυπώδη καμαρίνια. Το γεγονός αυτό τον έκανε τον μοναδικό κινηματογράφο, που μπορούσε να δεχτεί θερινές θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες κ.λπ. Από τη σκηνή του πέρασαν και μπουλούκια, αλλά και αξιόλογοι θίασοι, όπως το θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν.

Δεύτερο, ήταν πάλι ο μοναδικός κινηματογράφος που χρησιμοποιούνταν για πολιτικές συγκεντρώσεις. Οι ιδιοκτήτες του, «δημοκρατικών πεποιθήσεων», ας μου επιτραπεί η έκφραση εκείνης της εποχής, της δεκαετίας δηλαδή του ‘60, γιατί τώρα όλοι (;) δημοκράτες είμαστε, παραχωρούσαν, όχι δωρεάν βέβαια, τον χώρο στο κόμμα της Ένωσης Κέντρου, της Νομαρχιακής Επιτροπής της οποίας μέλος ήταν και ένας από τους συνιδιοκτήτες, ο Γιάννης Τσοκάνης.

Και στο σημείο αυτό, θα αναφερθούμε σε δύο επεισόδια, σπαρταριστά και αυτά, που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του Ιουλίου του 1965, των περίφημων «Ιουλιανών». Την περίοδο εκείνη, ο τόπος πολιτικά έβραζε. Η αποστασία και οι βασιλικές μηχανορραφίες είχαν οδηγήσει τον κόσμο στους δρόμους. Οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας δίναν και πέρναν. Σε μια από αυτές, λοιπόν, ο γράφων ως εκπρόσωπος (αντιπρόεδρος) του Πανηπειρωτικού Φοιτητικού Συλλόγου της Αθήνας, είχα επιφορτιστεί να διαβάσω στη συγκέντρωση το ψήφισμα της διοίκησης για τα Ιουλιανά.

Το περιεχόμενο του ψηφίσματος ήταν, ως νεανικό και μάλιστα φοιτητικό, λαύρο κατά της αυλής και των αποστατών. Το τι τους σούραμε δεν περιγράφεται. Πίσω από εμένα ήταν οι βουλευτές Μυλωνάς και Βαδαλούκας, καθώς και μέλη της Νομαρχιακής Επιτροπή της Ε.Κ., μεταξύ των οποίων και ο αείμνηστος Ευθύμιος Τζάλλας, ιδρυτής του Ηπειρωτικού αγώνα. Ο κυρ-Θύμιος ήταν δημοκρατικός άνθρωπος, αλλά ολίγον συντηρητικός και σφόδρα αντίθετος του Κ.Κ.Ε. Ακούγοντας λοιπόν το ψήφισμα, ανησύχησε και απευθυνόμενος στον Σπύρο τον Βαδαλούκα τον ρώτησε: «Δεν μου λες Σπύρο, ποιος είναι αυτός ο… Κουκουές;», για να πάρει την απάντηση: «Όχι, Θύμιο μου… δικό μας παιδί είναι… της νεολαίας μας».

Το δεύτερο επεισόδιο έγινε, πάντα στην ίδια περίοδο και στον ίδιο χώρο, σε συγκέντρωση που κύριος ομιλητής ήταν ο αείμνηστος Γιώργος Μυλωνάς. Πριν από την ομιλία, κάποιος έπρεπε να τον παρουσιάσει. Τον ρόλο αυτό ανέλαβε ο Γιάννης Τσοκάνης, που, εκτός από μέλος της Νομαρχιακής επιτροπής της Ε.Κ., ήταν και στενός πολιτικός φίλος του Μυλωνά. Παίρνοντας, λοιπόν στα χέρια του το μικρόφωνο ο συμπαθέστατος Γιάννης, απευθύνθηκε στο συγκεντρωμένο πλήθος: «Γιαννιώτισσες και Γιαννιώτες, Δημοκράτισσες και Δημοκράτες και τώρα, ο βουλευτής Ιωαννίνων Γιώργος Μυλωνάς στο… τηλέφωνο»! Το τι έγινε δεν περιγράφεται!

Αλλά, ας ξαναγυρίσουμε στον παλιό «Ορφέα». Ο κινηματογράφος, όσο δεν είχε πράσινο, τόσο είχε γιγαντοαφίσες που διαφήμιζαν το έργο που πρόβαλε, αλλά και αυτά που θα παιζόταν προσεχώς. Οι φωτογραφίες που δημοσιεύονται παρακάτω είναι ενδεικτικές.

Θα κλείσουμε την παρουσίαση του «Ορφέα», παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο του αγαπητού Αντώνη Τσεπέλη «Ταξίδι στο Νόστο» (σελ. 58, 59), σχετικά με τον πιο πάνω κινηματογράφο και συγκεκριμένα για τον γνωστό τότε Κώστα, υπάλληλο της επιχείρησης, μασκότ μπορούμε να πούμε του «Ορφέα»: «Στα μάτια μου έχω ακόμα την συμπαθητική μορφή του Κώστα, που ντυμένος με γερμανική στολή διαφήμιζε το πετυχημένο έργο του Σακελλάριου “Οι Γερμανοί ξανάρχονται”. Και χειρονομούσε μπροστά στον κινηματογράφο κι όλο χαιρετούσε με το γνωστό ναζιστικό τρόπο «Χάιλ Χίτλερ!». Κι η μαρίδα να τον έχει περικυκλωμένο και να τον περιεργάζεται από κοντά, χωρίς να τον πειράζει».

«Παλλάδιο»

Ο κινηματογράφος αυτός, που βρισκόταν στην οδό 28ης Οκτωβρίου, δίπλα ακριβώς από το ομώνυμο ξενοδοχειακό συγκρότημα, ήταν ο πιο άρτια αρχιτεκτονικά διαμορφωμένος, θερινός κινηματογράφος της πόλης μας. Είχε και αυτός πράσινο, όχι βέβαια σαν τον «Έσπερο» και το «Τιτάνια», αλλά τα φυτά του έδιναν μια ευχάριστη αισθητική πινελιά στον χώρο. Είχε χωρητικότητα 400 θέσεων και άρχισε τη λειτουργία του το 1960, με το έργο του 1959: «Ο Αννίβας προ των πυλών», στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο πολύ γνωστός για την εποχή χολιγουντιανός ηθοποιός Βίκτωρ Ματσιούρ. Η γνωστή κρίση τον έκλεισε το 1980. Έκτοτε και μέχρι σήμερα είχε την τύχη του «Ορφέα»: χρησιμοποιείται ως πάρκινγκ αυτοκινήτων! Και εδώ θα δώσουμε επίσης στον Αντώνη Τσεπέλη τον λόγο, που γράφει στο βιβλίο του (σελ. 59) για το παραπάνω σινεμά: «Δίπλα από το ξενοδοχειακό συγκρότημα του «Παλλάδιου», οι αδελφοί Σουρέλη είχαν διαμορφώσει με επιμέλεια έναν άνετο χώρο, όπου “στεγαζόταν” ο ομώνυμος θερινός κινηματογράφος. Δεν ήταν καθόλου απομονωμένος. Μάλιστα είχε πάρει ένα πολύ μεγάλο μέρος από την κίνηση της πλατείας. Και κάθε βράδυ η περιοχή έσφυζε από κίνηση, από περιπατητές. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που η σύγχρονη προβολή κάποιας ταινίας με τις αθηναϊκές αίθουσες, δημιουργούσε αδιαχώρητο στους δρόμους και ουρές στο ταμείο…».

Το «Παλλάδιο» χρησιμοποιούσε και αυτό φυσικά ενδιαφέρουσες γιγαντοαφίσες. Εκεί, όμως, που έδωσε τα «ρέστα» του ο καλλιτέχνης τους, ονόματι Βαγγέλης Γιαννούλης από το Ασημοχώρι Κόνιτσας, ήταν η διαφημιστική αφίσα της ταινίας του 1956 «Μέγας Αλέξανδρος», με πρωταγωνιστές τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, τον Φρέντρικ Μαρς και την Κλερ Μπλουμ. Η αφίσα αυτή λοιπόν είχε τοποθετηθεί στην από την πλευρά της 28ης Οκτωβρίου πρόσβαση στο σινεμά. Ήταν σε σχήμα Ταυ. Το οριζόντιο τμήμα του, που έφτανε σε μήκος περίπου 13-14 μέτρων, περιλάμβανε τα ονόματα των συντελεστών του έργου, μαζί με τονωτικές για το εθνικό μας φρόνημα προτάσεις του τύπου: «Ένα έπος της ελληνικής δύναμης», « Ο Έλληνας ημίθεος» κ.λπ. Εκείνο, όμως, που ήταν εντυπωσιακό, ήταν το κάθετο τμήμα του. Είχε ύψος πάνω από τρία μέτρα και εκεί δέσποζε ένας ολόσωμος Ρίτσαρντ Μπάρτον, με τη στολή φυσικά του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ήταν πραγματικά ένα έργο τέχνης, που άξιζε να διασωθεί. Οι λεπτομέρειες, τα χρώματα ακόμα και η έκφραση του προσώπου ήταν αριστουργηματικές. Έβλεπες το πρόσωπο του Μπάρτον και νόμιζες ότι έβλεπες φωτογραφία του. Τόσο ακριβής ήταν!

«Κύπρος»

Ήταν ένα μικρό σινεμά σε σύγκριση με τους παραπάνω, που βρισκόταν στην οδό Αβέρωφ, δεξιά καθώς κατεβαίνουμε, όπου σήμερα υπάρχει το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας. Το πίσω μέρος της οθόνης του εφάπτονταν με το κτίριο της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών και η δεξιά πλαϊνή νότια πλευρά του έβλεπε στο πάρκο Λιθαρίτσια, περίπου απέναντι από τη σημερινή είσοδο του Αρχαιολογικού Μουσείου. Την εκμετάλλευση αυτού του κινηματογράφου είχε ο Κώστας Μπούσης, ο ίδιος που είχε, με την σύζυγο του Φωτεινή, τον τελευταίο εναπομείναντα χειμερινό κινηματογράφο «Γρανάδα». Ο χώρος, στον οποίον βρισκόταν, ήταν αρκετά υπερυψωμένος και έτσι χρειαζόταν ο θεατής να ανέβη αρκετά σκαλοπάτια. Η ζωή αυτού του κινηματογράφου δεν ήταν μεγάλη.

«Σινέ Καλλιθέα»

Ένας άλλος θερινός κινηματογράφος, του οποίου οι περισσότεροι αγνοούν την ύπαρξη. Βρισκόταν στο τέλος της οδού Μ. Αλεξάνδρου, αριστερά, καθώς πηγαίνουμε στο Χατζηκώστα και ακριβώς απέναντι από τον ιερό ναό του Αγίου Σεραφείμ. Στη θέση του σήμερα έχει χτιστεί και λειτουργεί ένα μεγάλο κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών. Ο παραπάνω κινηματογράφος δημιουργήθηκε και αρχικά έχουμε την εντύπωση ότι λειτούργησε από την οικογένεια Παπαδημητρίου, στην οποία ανήκε και το οικόπεδο. Αργότερα τη χρήση του πήρε η Διονυσία Μπίτα, χήρα του γνωστού Κώστα Μπίτα. Αν και λειτούργησε κατά τη δεκαετία του ’70 -δεκαετία κατά την οποία ο κινηματογράφος βρισκόταν ακόμα σε άνθηση- δεν μπόρεσε να κρατηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σύντομα έκλεισε. Σε αυτό ίσως οφείλεται και το γεγονός ότι, για την εποχή εκείνη, ήταν αρκετά έξω από τον ιστό και το κέντρο της πόλης, όπου ήταν συγκεντρωμένοι, όλοι οι υπόλοιποι κινηματογράφοι.

«Σινέ Μπίτα Ανατολής»

«Ο τελευταίος των Μοϊκανών»! Η χήρα του Κώστα Μπίτα Διονυσία αποφάσισε τη δεκαετία του ‘90, εποχή της μεγάλης πτώσης γενικά των κινηματογράφων, να πάρει το ρίσκο και να φτιάξει, μετά το κλείσιμο όλων των θερινών σινεμά, έναν, τον μοναδικό στα Γιάννενα τότε, στην Ανατολή. Συμπαθητικός κινηματογράφος, που προσπάθησε, ανεπιτυχώς όμως, να αντιγράψει τον «Έσπερο» και το «Τιτάνια,» που είχε κατά το παρελθόν με επιτυχία διαχειριστεί τόσο ή ίδια, όσο και ο σύζυγος της. Ο κόσμος δεν ανταποκρίθηκε και στο τέλος έκλεισε. Θυμάμαι τον Σεπτέμβριο του 1998, είχα πάει με τη γυναίκα μου να παρακολουθήσουμε την ταινία που πρόβαλλε. Στο ταμείο καθόταν, φυσικά η Διονυσία Μπίτα που την γνώριζα αρκετά καλά. «Τι γίνεται;» της λέω, «πώς πάει;» και αυτή μου απάντησε: «καλά που ήρθατε και σεις, να γίνετε εφτά να αρχίσουμε». Πράγματι, μέσα στον κινηματογράφο ήταν μόνο πέντε άτομα. Καθίσαμε, άρχισε η απογευματινή προβολή και σε όλο της το διάστημα δεν ήλθε ούτε ένας άλλος θεατής. Είμαι βέβαιος ότι βραδινή προβολή δεν έγινε! Έτσι, λοιπόν, με το «Σινέ Μπίτα της Ανατολής» έπεσε η αυλαία για τους επαγγελματικούς θερινούς κινηματογράφους της πόλης, κλείνοντας ένα αρκετά ενδιαφέρον κεφάλαιο της ιστορίας της.

Επίλογος

Σήμερα, σαν υποκατάστατο του θρυλικού θερινού σινεμά της εποχής που έφυγε, λειτουργούν, με τρόπο ερασιτεχνικό βέβαια, και δίνονται παραστάσεις περιοδικά, με αξιόλογες ταινίες, από το Πνευματικό Κέντρο του δήμου μας και από διάφορους πολιτιστικούς συλλόγους, τόσο στην πόλη, όσο και στα χωριά. Η περασμένη διοίκηση του Πνευματικού Κέντρου είχε καθιερώσει, με μεγάλη επιτυχία, προβολές σε τακτά χρονικά διαστήματα, σε έναν συγκεκριμένο χώρο. Πράγματι κάθε Δευτέρα, στον όμορφο χώρο στη περιοχή των «Σφαγείων» και κάτω από τον πλάτανο, απλώνονταν ογδόντα με εκατό περίπου καρέκλες και παίζονταν ενδιαφέροντα φιλμς. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν μεγάλη. Χωρίς να θέλουμε να αμφισβητήσουμε την αξία και του σημερινού τρόπου παρουσίασης, θεωρούμε ότι οι σε συγκεκριμένο χώρο και σε συγκεκριμένο χρόνο προβολές είναι πιο πρόσφορες και σαν τρόπος κάλυψης αυτής της ανάγκης του κοινού, πιο σωστός. Μακάρι ο δήμος να δημιουργήσει έναν ημιεπαγγελματικό δημοτικό θερινό κινηματογράφο -και χώροι πολλοί και κατάλληλοι υπάρχουν- ώστε η πόλη μας να έχει έστω και έναν θερινό κινηματογράφο, όπως πολλοί δήμοι της χώρας μας.

Τελειώνοντας και αυτό το κεφάλαιο του επίλογου, θέλουμε να αναφερθούμε στην προσφορά για το θέμα αυτό του δραστήριου πολιτιστικού Συλλόγου «Ο Πλάτανος». Πράγματι, ο σύλλογος αυτός κάθε Τετάρτη, εφόσον δεν έχει άλλες εκδηλώσεις, στον μικρό κήπο των γραφείων του, στην οδό Δεσποτάτου Ηπείρου,, δίπλα από την πλατεία πραγματοποιεί κινηματογραφικές προβολές επιλεγμένων μάλιστα ταινιών. Σαράντα με πενήντα καρέκλες, σε ένα χώρο πνιγμένο στο γιασεμί και στο αγιόκλημα, δηλαδή σαν ένα μικρό «Τιτάνια».

THE END

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Για την παρουσίαση των θερινών κινηματογράφων της πόλης μας από τις αρχές του αιώνα, μέχρι πριν τον πόλεμο, χρησιμοποιήθηκαν πολύτιμα στοιχεία από τη διδακτορική διατριβή του Γιώργου Κίτσιου του 2006: «Όψεις και μετασχηματισμοί μιας αστικής μουσικής κουλτούρας (Ιωάννινα τέλη του 19ου αιώνα-1924)». Επίσης, πληροφοριακά στοιχεία για την ιστορία των θερινών σινεμά χρησιμοποιήθηκαν από τη σχετική παρουσίαση στο διαδίκτυο της Χριστίνας Κατσαντώνη και της Σοφίας Βαλσάμη, ενώ για τους μεταπολεμικούς κινηματογράφους αποσπάσματα από τα βιβλία του Αντώνη Τσεπέλη «Ταξίδι στο νόστο» και του Αλκη Χρηστίδη «Μνήμες δημοσιογραφικές, στα Γιάννενα του χθες».

Ακόμα θέλουμε να ευχαριστήσουμε την Εταιρία Ηπειρωτικών Μελετών, το Ίδρυμα Ιωσήφ και Εσθήρ Γκανή, τη δημοσιογράφο Βαρβάρα Αγγέλη, τον Δημήτρη Σουρέλη, τον Φίλιππο Γιωβάνη, τον Χριστόδουλο Ευτυχιάδη και τον Γιώργο Φαρμάκη για τις πληροφορίες τους και το πολύτιμο φωτογραφικό υλικό τους, η βοήθεια των οποίων κατέστησε δυνατή την πραγματοποίηση αυτού του αφιερώματος.

Σχετικά άρθρα

Θυελλώδη χρόνια