Η Ιδιοκτήτρια είχε μόλις γυρίσει από τη Ρώμη, όπου είχε παρακολουθήσει ένα διήμερο συνέδριο επαρχιακών εφημερίδων. Το ταξίδι της είχε αφήσει, όπως αναμενόταν, βαθιά και οριστικά ίχνη στην κατανόησή της για την ιταλική χερσόνησο, τη γαστρονομία της, και το συνολικό της αποτύπωμα στην ιστορία του πολιτισμού.
«Πώς περάσατε Εφημεριδοτάτη μου», την ρώτησα, μόλις ξακάμπισε στην πόρτα.
«Παιδί μου», είπε καθώς άφηνε την τσάντα της στο γραφείο. «Πρώτον, στη Ρώμη έφαγα την καλύτερη πίτσα της ζωής μου. Δεύτερον, μια καρμπονάρα που δεν περιγράφεται. Και τρίτον, ένιωσα κάτι πολύ ιδιαίτερο. Ένιωσα ότι τρώω πάνω κάτω ό,τι έτρωγαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Αυτό είναι πολιτισμός.»
Δεν είναι, αγαπημένε μας αναγνώστη, ότι η Παμμακάριστη έχει συνέχεια άποψη. Δεν είναι που η άποψή της είναι συνήθως λάθος. Είναι που αυτό το λάθος το εκφέρει με τη σιγουριά Αϊνστάιν, αν κι εκείνος θα πρέπει να είχε κάποιες φορές αμφιβολία για τις γνώσεις του.
Την κοιτάξαμε λοιπόν στωικά, πήραμε μερικές χαλαρωτικές βαθιές ανάσες και της απαντήσαμε προσεκτικά ότι η πίτσα με την τωρινή της μορφή γεννήθηκε στη Νάπολη γύρω στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, και η καρμπονάρα, όπως και να την υπολογίσει κανείς, δεν εμφανίζεται σε καμία πηγή πριν από τα μέσα του εικοστού. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι δεν είχαν πρόσβαση σε ντομάτα, γιατί η ντομάτα ήρθε στην Ευρώπη από τη Νότια Αμερική μετά τον Κολόμβο. Δεν είχαν παρμεζάνα, δεν είχαν γκουαντσάλε, αυτό το πράμα που μοιάζει με μπέικον, στη σημερινή του μορφή, δεν είχαν σπαγγέτι όπως τα ξέρουμε.
Η Ιδιοκτήτρια συνοφρυώθηκε ελαφρώς, αλλά δεν παραδόθηκε.
«Καλά», είπε. «Ας δεχτώ ότι δεν είχαν ακριβώς την ίδια πίτσα. Πάντως όμως είχαν κάτι σαν πίτσα. Και είχαν επίσης ντελίβερι. Το ξέρω με βεβαιότητα. Γιατί αλλιώς πώς θα έφτανε η πίτσα στα σπίτια τους; Οι Ρωμαίοι λογικά είχαν ολόκληρο δίκτυο διανομής φαγητού μέσα στην πόλη, με άρματα. Με άλογα. Το φαντάζεσαι;»
Δεν φανταστήκαμε τα άρματα ντελίβερι. Φανταστήκαμε χίλιους και έναν τρόπους να παραιτηθούμε επαναστατικά. Φανταστήκαμε το υπέροχο συναίσθημα αγαλλίασης και ελευθερίας που θα συνόδευε αυτή την παραίτηση. Μετά φανταστήκαμε ότι δεν θα είχε μισθό στο τέλος του μηνός και σταματήσαμε να φανταζόμαστε.
Η Ιδιοκτήτρια όμως, απτόητη. «Και μάλιστα», συνέχισε, «οι πλούσιοι Ρωμαίοι θα παρήγγελναν πίτσες από την οικία τους και τους τις έφερναν σε λίγα λεπτά. Ένας ολόκληρος στρατός δούλων-ντελίβερι σε άρματα. Θα πρέπει να ήταν, νομίζω, ο πρόγονος της Wolt.»
Της απαντήσαμε ότι η Wolt είναι φινλανδική εταιρεία του 2014, ενώ οι αρχαίοι Ρωμαίοι, όπως αποδεικνύεται σταθερά από τις πηγές, δεν είχαν άρματα ντελίβερι. Είχαν όμως θερμοπόλια, δηλαδή τα fast food της εποχής τους. Μικρά μαγαζιά με ζεστό φαγητό σε βαθιά πήλινα δοχεία εντοιχισμένα στους πάγκους, όπου οι εργάτες και οι φτωχοί περνούσαν για ένα πρόχειρο, γρήγορο γεύμα. Είχαν επίσης ποπίνες, δηλαδή ταβέρνες με πιο ελεύθερη ατμόσφαιρα. Στην Πομπηία έχουν εντοπιστεί περίπου ογδόντα τέτοια θερμοπόλια. Άρματα ντελίβερι δεν έχει βρει η αρχαιολογία σε κανένα σημείο του πλανήτη.
Στη ρωμαϊκή κουζίνα δεν υπήρχε πίτσα, δεν υπήρχε ζυμαρικό όπως το ξέρουμε, δεν υπήρχε ντομάτα, δεν υπήρχε παρμεζάνα, δεν υπήρχε τιραμισού. Υπήρχαν όμως μυαλά καμήλας, φλαμίνγκο βρασμένο με άνηθο, γλώσσες παπαγάλου, εξακόσιες κεφαλές στρουθοκαμήλου σε ένα και μόνο δείπνο, ένα δημοφιλέστατο καρύκευμα από σαπισμένα εντόσθια ψαριού, και μυωξοί, ζωάκια μεταξύ ποντικού και σκίουρου, γεμιστοί με μέλι και παπαρουνόσπορο πάνω σε ένα μικρό ξύλινο γεφυράκι.
Η Ιδιοκτήτρια ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας της. Το ύφος της είχε αλλάξει.
«Δηλαδή», είπε αργά, «δεν είχαν πίτσα. Δεν είχαν καρμπονάρα. Δεν είχαν άρματα ντελίβερι.»
«Όχι.»
«Είχαν όμως ποντικοσκίουρους με μέλι σε γεφυράκια.»
«Ναι.»
«Ενδιαφέρον και αηδιαστικό ακούγεται. Για λέγε.»
Ο Απίκιος, το βιβλίο του, και ο θάνατος από φτώχεια
Το πιο σημαντικό κείμενο που έχει σωθεί για τη ρωμαϊκή κουζίνα λέγεται De Re Coquinaria, δηλαδή «Περί Μαγειρικής», και αποδίδεται σε έναν άνθρωπο ονόματι Μάρκος Γάβιος Απίκιος. Ο Απίκιος έζησε στη Ρώμη τον πρώτο αιώνα μ.Χ., στα χρόνια του αυτοκράτορα Τιβέριου, και ήταν από τους πιο διάσημους καλοφαγάδες της εποχής του. Το όνομά του έγινε τόσο συνώνυμο της γαστρονομικής υπερβολής, ώστε στη ρωμαϊκή λογοτεχνία το χρησιμοποιούσαν ως ουσιαστικό. Ένας Απίκιος, σήμαινε ένας άνθρωπος που έχει χάσει το μέτρο του φαγητού.
Λέγεται, ίσως με κάποια υπερβολή αλλά όχι πολλή, ότι όταν κάποτε άκουσε πως στη Λιβύη υπήρχαν εξαιρετικές γαρίδες, ναύλωσε ολόκληρο πλοίο και σάλπαρε αυθημερόν, διασχίζοντας τη Μεσόγειο για ένα ορεκτικό. Τα νέα της άφιξής του έφτασαν πολύ γρήγορα κι έτσι πριν καν πιάσει λιμάνι, οι ντόπιοι ψαράδες τον περικύκλωσαν με τις βάρκες τους, προσφέροντάς του τις καλύτερες γαρίδες της περιοχής. Ο Απίκιος τις εξέτασε από την κουπαστή, έκρινε ότι δεν ήταν καθόλου καλύτερες από αυτές της πατρίδας του, και διέταξε τον καπετάνιο να γυρίσει το πλοίο πίσω για την Ιταλία. Ταξίδεψε δηλαδή ως τη Λιβύη και επέστρεψε χωρίς να πατήσει στεριά, πράγμα που τον καθιστά ίσως τον πρώτο άνθρωπο στην ιστορία που ακύρωσε παραγγελία αφού είχε ήδη φτάσει το ντελίβερι. Στο τέλος της ζωής του, όταν υπολόγισε ότι από την τεράστια περιουσία του απέμεναν μόλις δέκα εκατομμύρια σεστέρτια, ένα ποσό αστρονομικό για έναν οποιοδήποτε Ρωμαίο πολίτη αλλά ασήμαντο για τον ίδιο, αποφάσισε ότι δεν θα μπορούσε πια να ζήσει με τον τρόπο που ταίριαζε στην κοινωνική του θέση. Αυτοκτόνησε, με δηλητήριο και αξιοπρέπεια, στο ίδιο τραπέζι όπου είχε ξοδέψει την περιουσία του.
Το βιβλίο που φέρει το όνομά του δεν το έγραψε ο ίδιος. Είναι μια συλλογή από περίπου τετρακόσιες συνταγές, συγκεντρωμένη πιθανώς τον τέταρτο ή τον πέμπτο αιώνα από κάποιον ή κάποιους ανώνυμους μεταγενέστερους, οι οποίοι απλώς δανείστηκαν το πιο εμπορικό όνομα της γαστρονομικής παράδοσης.
Το κόλπο έπιασε. Το χειρόγραφο σώθηκε στα μεσαιωνικά μοναστήρια, ανακαλύφθηκε ξανά το 1417 στο γερμανικό μοναστήρι της Φούλντα από τον ουμανιστή Πότζο Μπρατσιολίνι, και είναι μέχρι σήμερα η κύρια πηγή μας για το τι έβαζαν στο πιάτο τους οι Ρωμαίοι όταν είχαν όρεξη να ξοδέψουν.
Το γκάρουμ, ή η αυτοκρατορία μύριζε ψάρι
Ας ξεκινήσουμε από το βασικό. Στη ρωμαϊκή κουζίνα, δεν υπήρχε σχεδόν κανένα πιάτο που να μη σερβίρεται με μια σάλτσα ονόματι γκάρουμ, ή στην πιο απλή του μορφή λικουάμεν. Οι δύο λέξεις αναφέρονται σε ένα καρύκευμα που παραγόταν από τα εντόσθια ψαριών, τα οποία αλατίζονταν έντονα, τοποθετούνταν σε τεράστια πήλινα δοχεία, και αφήνονταν στον ήλιο για να ζυμωθούν επί μήνες. Το τελικό υγρό που στραγγιζόταν από τη ζύμωση, ένα σκουρόχρωμο και άκρως αρωματικό εκχύλισμα, ήταν το γκάρουμ.

Πριν όμως προχωρήσουμε, μια απαραίτητη διευκρίνιση πνευματικών δικαιωμάτων. Το γκάρουμ δεν το εφηύραν οι Ρωμαίοι. Το δανείστηκαν, όπως δανείστηκαν τους θεούς, τη φιλοσοφία, την αρχιτεκτονική και γενικώς οτιδήποτε άξιζε τον κόπο στην ανατολική Μεσόγειο, από τους Έλληνες. Ήδη από τον πέμπτο αιώνα π.Χ. οι Έλληνες παρασκεύαζαν ένα αλμυρό καρύκευμα από ζυμωμένο ψάρι που το ονόμαζαν γάρο, πιθανότατα από το όνομα ενός μικρού ψαριού που κανείς έκτοτε δεν κατάφερε να ταυτοποιήσει με βεβαιότητα, πράγμα που σημαίνει ότι η δυτική γαστρονομία θεμελιώθηκε πάνω σε ένα ψάρι αγνώστων στοιχείων.
Το γκάρουμ λοιπόν έμπαινε σε όλα. Στα κρέατα, στα ψάρια, στα λαχανικά, στα γλυκά, στο κρασί. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, γράφοντας τον πρώτο αιώνα, δηλώνει ότι το καλύτερο γκάρουμ κόστιζε όσο και ένα ακριβό άρωμα. Το πιο προσιτό, φτιαγμένο από μικρότερα και φθηνότερα ψάρια, το έλεγαν αλέκ και το κατανάλωναν οι φτωχότερες τάξεις. Υπήρχε επίσης, με ιδιαίτερα ρωμαϊκή αίσθηση εμπορικού πνεύματος, και κόσερ γκάρουμ, για την εβραϊκή αγορά.
Η παραγωγή γινόταν σε μεγάλες βιομηχανικές εγκαταστάσεις που τις έλεγαν κεταρίες, και τις κατασκεύαζαν αναγκαστικά στα προάστια των πόλεων, επειδή η ζύμωση έβγαζε μια μυρωδιά που, σύμφωνα με τις πηγές, ήταν δύσκολα ανεκτή σε ακτίνα εκατοντάδων μέτρων.
Η επίδραση του γκάρουμ στην ιστορία της υγείας είναι επίσης αξιοσημείωτη. Οι Ρωμαίοι διέδωσαν, μαζί με τη σάλτσα τους, και τους ταινιοσκώληκες που ζούσαν στα ψάρια από τα οποία την έφτιαχναν. Σε ρωμαϊκές ταφές που εντοπίστηκαν στη Βρετανία, τη Γερμανία, την Αυστρία και ως το Ισραήλ, οι σκελετοί περιέχουν σαφή ίχνη του ίδιου παρασίτου.
Επιβίωσε άραγε κάτι από όλο αυτό; Ναι, αρκετά. Η σημερινή κολατούρα ντι αλίτσι, ένα υγρό που παράγεται στο μικρό χωριό Τσετάρα της Καμπανίας από τη ζύμωση αντζούγιας σε αλάτι, είναι απευθείας απόγονος του ρωμαϊκού γκάρουμ. Η ίδια η ναμ πλα των ταϊλανδέζικων κουζινών ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια. Και όσοι μαγειρεύουν με σάλτσα σόγιας συνεχίζουν, χωρίς να το γνωρίζουν, μια παράδοση ζυμωμένων υγρών που η Ρώμη τη διατύπωσε πρώτη στο τραπέζι του δυτικού κόσμου.
Το συμπόσιο του Τριμαλχίωνα
Ο πιο ζωντανός χάρτης της ρωμαϊκής υπερβολής βρίσκεται σε ένα λογοτεχνικό κείμενο. Γύρω στο 60 μ.Χ., στην αυλή του αυτοκράτορα Νέρωνα, ένας κομψός και ελαφρώς αγοραφοβικός αριστοκράτης ονόματι Γάιος Πετρώνιος έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο Σατυρικόν. Το βιβλίο σώζεται μόνο κατά τμήματα, αλλά το πιο πλήρες τμήμα του, γνωστό ως Το Δείπνο του Τριμαλχίωνα, είναι ίσως η καλύτερη σκηνή της αρχαίας λογοτεχνίας για το πώς οι πλούσιοι Ρωμαίοι έβαζαν το φαγητό στο τραπέζι τους.
Ο Τριμαλχίων, ο ήρωας της σκηνής, είναι ένας φανταστικός απελεύθερος που πλούτισε στο εμπόριο. Καλεί πλήθος καλεσμένων στην έπαυλή του και τους παραθέτει μια σειρά από πιάτα σχεδιασμένα όχι για να ικανοποιήσουν τη γεύση, αλλά για να προκαλέσουν κατάπληξη. Το πρώτο ορεκτικό φτάνει πάνω σε έναν μικρό χάλκινο γάιδαρο, που κουβαλά στο σαμάρι του δύο δισάκια, το ένα με πράσινες ελιές και το άλλο με μαύρες. Ακολουθούν οι μυωξοί, γεμιστοί, περιχυμένοι με μέλι και πασπαλισμένοι με παπαρουνόσπορο, στημένοι πάνω σε μικρά γεφυράκια. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά τεχνάσματα του δείπνου είναι τα αυγά παγονιού. Οι καλεσμένοι τα παίρνουν στα χέρια τους πιστεύοντας ότι είναι αληθινά, τα σπάζουν, και ανακαλύπτουν ότι το τσόφλι είναι από ζύμη και ότι μέσα σε καθένα κρύβεται ένα ψητό πουλάκι βυθισμένο σε πιπεράτο κρόκο. Αργότερα καταφθάνει ολόκληρος κάπρος, και όταν ο τραπεζοκόμος τον ανοίγει με το μαχαίρι, από την κοιλιά του πετάγονται ζωντανές τσίχλες. Κάποια στιγμή έρχεται στο τραπέζι ένας μεγάλος δίσκος σε σχήμα ζωδιακού κύκλου, με ένα διαφορετικό έδεσμα πάνω σε κάθε ζώδιο· πάνω στον Ταύρο ένα κομμάτι βοδινό, πάνω στους Διδύμους νεφρά ζευγαρωτά, πάνω στον Ζυγό μια ζυγαριά με γλυκίσματα στους δίσκους της, πάνω στους Ιχθύες δύο μπαρμπούνια, και στη μέση του δίσκου μια κερήθρα ακουμπισμένη σε ένα κομμάτι χλοερό χώμα. Ανάμεσα στα πιάτα, οι υπηρέτες ρίχνουν στο τραπέζι έναν ασημένιο σκελετό με αρθρωτά μέλη, και ο Τριμαλχίων απαγγέλλει στιχάκια για τη ματαιότητα της ζωής, με το γενικό νόημα «έτσι θα καταλήξουμε όλοι, οπότε ας ζήσουμε όσο μπορούμε.
Ο Πετρώνιος έγραψε αυτή τη σκηνή ως σάτιρα. Ήθελε να διακωμωδήσει τους νεόπλουτους απελεύθερους που είχαν κυριαρχήσει στα οικονομικά της αυτοκρατορίας του Νέρωνα και είχαν φέρει στο πιάτο μια εντυπωσιακή έλλειψη γεύσης. Το τραπέζι του Τριμαλχίωνα δεν είναι αναπαράσταση του πραγματικού ρωμαϊκού δείπνου. Είναι μια σκόπιμη υπερβολή. Ο ίδιος ο Πετρώνιος, όταν λίγα χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε από τον Νέρωνα για συνωμοσία, ζήτησε να ανοίξουν τις φλέβες του σε ένα δικό του δείπνο, όπου έβαλε φίλους να διαβάσουν ελαφριά ποιήματα και συζήτησε μέχρι το θάνατό του για την τέχνη. Ήταν, τουλάχιστον, συνεπής.
Δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, ο Σκοτ Φιτζέραλντ διάβασε το Σατυρικόν πριν γράψει τον Μεγάλο Γκάτσμπι, και σκέφτηκε να ονομάσει το βιβλίο του Τριμαλχίων στο Δυτικό Έγκ. Άλλαξε γνώμη την τελευταία στιγμή. Ο Γκάτσμπι είναι λίγο πιο κομψός.
Ο Ηλιογάβαλος και οι εξακόσιες στρουθοκάμηλοι
Αν ο Τριμαλχίων ήταν φαντασία, ο Ηλιογάβαλος (Elegabalus, όπως ήταν το Λατινικό του όνομα) ήταν πραγματικός. Αυτοκράτορας της Ρώμης από το 218 ως το 222, ανέβηκε στον θρόνο σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, δολοφονήθηκε σε ηλικία δεκαοκτώ, και στα τέσσερα χρόνια της βασιλείας του κατάφερε να αφήσει πίσω του μια από τις πιο πλούσιες συλλογές γαστρονομικών ιστοριών της αρχαιότητας. Το βασικό μας κείμενο, η Historia Augusta, είναι μια συλλογή αυτοκρατορικών βιογραφιών που οι σχέσεις τους με την αλήθεια ήταν μάλλον χαλαρές, οπότε πολλά από όσα ακολουθούν έχουν ίσως μεγεθυνθεί καθ’ οδόν. Έχουν όμως και μια σταθερή εσωτερική συνέπεια, που κάνει την υπερβολή αν όχι απόλυτα ακριβή, τουλάχιστον πολιτισμικά διαφωτιστική.

Ο Ηλιογάβαλος πίστευε, σύμφωνα με την πηγή μας, ότι όποιος έτρωγε φτέρνες καμήλας γινόταν άτρωτος στην πανώλη. Έφαγε λοιπόν, πολλές. Πίστευε επίσης ότι το ίδιο ίσχυε για τα λειριά των πετεινών, τα οποία έπρεπε ωστόσο να αφαιρούνται από ζωντανά πουλιά για να έχουν την επιθυμητή προστατευτική δύναμη. Απασχολούσε ολόκληρο επιτελείο μαγείρων ειδικά για αυτόν τον σκοπό. Σε ένα από τα δείπνα του σέρβιρε εξακόσιες κεφαλές στρουθοκαμήλου, για να μπορέσουν όλοι οι καλεσμένοι να δοκιμάσουν τα μυαλά. Δηλαδή έξι εκατοντάδες πουλιά ταξίδεψαν από την Αφρική στη Ρώμη, θανατώθηκαν, και σερβιρίστηκαν εν μία νυκτί, ώστε μια χούφτα αυλικών να έχει μια εμπειρία διατροφής που κανείς δεν είχε ζητήσει.
Οι αγαπημένες του γεύσεις ήταν οι γλώσσες. Γλώσσες παπαγάλου, γλώσσες φλαμίνγκο, γλώσσες παγονιού, γλώσσες αηδονιού. Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν το φλαμίνγκο τόσο πολύτιμο γαστρονομικά ώστε το εξέτρεφαν σε ιδιωτικές εγκαταστάσεις. Ο Απίκιος περιλαμβάνει συνταγή για βρασμένο φλαμίνγκο με άνηθο και δαμάσκηνα. Ο Ηλιογάβαλος πήγε το πράγμα ένα βήμα πιο πέρα και σερβίριζε μόνο τις γλώσσες, με την επιμέλεια ανθρώπου που δεν χρειάζεται να απολογηθεί για τίποτα. Σε ένα άλλο δείπνο, σε μια στιγμή που η Historia Augusta χαρακτηρίζει ως «αστείο», σέρβιρε στρουθοκάμηλους και ανακοίνωσε στους καλεσμένους ότι «οι Εβραίοι έχουν εντολή να τα τρώνε». Οι Εβραίοι στην πραγματικότητα έχουν εντολή να μην τα τρώνε. Ο νεαρός αυτοκράτορας δεν το ήξερε, ή γνώριζε το αντίθετο και το βρήκε αστείο. Αντιμετώπιζε τη διατροφή περίπου με τον τρόπο που ένα δεκατεσσάρων ετών παιδί, όταν του δίνεις απεριόριστη πρόσβαση σε μια κουζίνα, αντιμετωπίζει τα αυγά. Θέλει να δει πόσο μακριά μπορεί να τα πετάξει.
Η καμηλοπάρδαλη της Πομπηίας
Η ιδέα ότι όλα τα παραπάνω είναι ρωμαϊκές λογοτεχνικές υπερβολές θα ήταν ελκυστική, αν δεν είχαμε αρχαιολογικά ευρήματα που τις επαληθεύουν. Στην Πομπηία, σε μια από τις ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν το κόκαλο ενός ποδιού καμηλοπάρδαλης στο αποχετευτικό σύστημα ενός εστιατορίου. Το κόκαλο έφερε καθαρά σημάδια κρεοτεχνικής επεξεργασίας από χασάπη. Είναι το μοναδικό κόκαλο καμηλοπάρδαλης που έχει βρεθεί ποτέ σε ιταλική ανασκαφή. Δεν γνωρίζουμε πώς έφτασε από την αφρικανική σαβάνα σε ένα εστιατόριο της Πομπηίας. Ο πιο πιθανός δρόμος περνούσε μέσα από την Αρένα, όπου εξωτικά ζώα από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας έφταναν στις ιταλικές πόλεις για τα κυνηγετικά θεάματα, όπου θανατώνονταν μπροστά στο κοινό, και μετά το τέλος της παράστασης το κρέας των ζώων τεμαχιζόταν και έπαιρνε τον δρόμο για την αγορά. Αν αυτό αληθεύει, τότε στη ρωμαϊκή Πομπηία μπορούσες, για μια σύντομη περίοδο μετά από κάθε παράσταση, να παραγγείλεις σουβλάκι καμηλοπάρδαλης. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα πιο περιεκτικό σύμβολο του τι σήμαινε η κουζίνα της αυτοκρατορικής Ρώμης.
Στην ίδια ανασκαφή εντοπίστηκε επίσης ένας σκελετός θαλασσινού εχίνου, ενός φαγητού που ο Απίκιος περιγράφει με τρυφερότητα, καθώς και οστά καμήλας. Οι Ρωμαίοι έτρωγαν όποιο ζώο μπορούσαν να μεταφέρουν, όποιο ζώο μπορούσαν να αποκτήσουν από την επικράτεια της αυτοκρατορίας, όποιο ζώο μπορούσαν να παρουσιάσουν στους καλεσμένους τους. Το ίδιο το φαγητό δεν είχε σημασία. Σημασία είχε ότι κανείς άλλος δεν το είχε γευτεί. Η αυτοκρατορία, μεταξύ των άλλων ιδιοτήτων της, ήταν και ένα σύστημα προμήθειας εξωτικών κρεάτων, με πολύ αποτελεσματική εφοδιαστική αλυσίδα.
