faghto arxaiothta Custom
Αίθουσα ΣύνταξηςΙστορίες

Μωρ’ έρμε Νόλαν. Δεν ήξερες, δεν ρώταγες; Η Οδύσσεια ως γαστρονομικό έπος!

Από τα ψητά κρέατα και το κρασί του Μάρωνα έως τον κυκεώνα της Κίρκης και τα απαγορευμένα βόδια του Ήλιου, η «Οδύσσεια» διαβάζεται και ως ένα συναρπαστικό γαστρονομικό έπος.

Αγαπημένε μας αναγνώστη, θύμισέ μας, σε παρακαλούμε, να απουσιάζουμε την επόμενη μέρα που η Πολυχρονεμένη μας Ιδιοκτήτρια θα πάει σινεμά.

Διότι, σαν να μην μας φτάνουν οι κριτικές της για τα θεατρικά του καλοκαιριού, πιάσαμε τώρα και τα κινηματογραφικά έργα.Frontend Editor

Προχθές, ας πούμε, πήγε να δει την Οδύσσεια του Νόλαν, την υπερπαραγωγή που γυρίστηκε σε επτά χώρες με προϋπολογισμό διακοσίων πενήντα εκατομμυρίων δολαρίων, και επέστρεψε στο γραφείο με τη λάμψη ανθρώπου που έχει έρθει σε άμεση επαφή με τις ρίζες του πολιτισμού του.

«Παιδί μου», είπε, «καταπληκτική ταινία. Ο Ματ Ντέιμον ίδιος ο Οδυσσέας. Και πολύ πιστή στον Όμηρο, το κατάλαβα αμέσως. Ένα μόνο δεν μου άρεσε. Δεν έτρωγαν σχεδόν καθόλου. Δέκα χρόνια μέσα στη θάλασσα οι άνθρωποι είχαν γίνει πετσί και κόκκαλο. Εντάξει, μετά πέθαναν όλοι, αλλά τόσο φρέσκο ψάρι… χάθηκε να τους βάλει ο Όμηρος να κάνουν καμιά συναγρίδα μαγιονέζα, κανα αστακουδάκι με μακαρονάδα, τίποτα ψαρομεζέδες τέλος πάντων, έστω καμιά κακαβιά πάνω στο κατάστρωμα. Εκτός κι αν το έκοψε ο Νόλαν, γιατί το ψάρι δεν κάνει καλό γκρο πλαν

Πήραμε τις καθιερωμένες χαλαρωτικές βαθιές ανάσες. Μετά ανοίξαμε το κείμενο, και τους δώδεκα χιλιάδες εκατόν επτά στίχους του, και, ώ του θαύματος, είχε δίκιο. Στην Οδύσσεια, το μεγαλύτερο ναυτικό έπος της παγκόσμιας λογοτεχνίας, οι ήρωες ψαρεύουν ακριβώς δύο φορές. Και τις δύο πεθαίνουν της πείνας. Ο Όμηρος μάλιστα χρησιμοποιεί και τις δύο φορές τον ίδιο στίχο, «γναμπτοῖς ἀγκίστροισιν, ἔτειρε δὲ γαστέρα λιμός», με γαμψά αγκίστρια, γιατί η πείνα τους θέριζε την κοιλιά, σαν να θέλει να δηλώσει ότι η ενέργεια αυτή καταγράφεται μόνο ως πράξη απελπισίας. Την ίδια στιγμή, η θάλασσα που διασχίζουν αποκαλείται στο ποίημα σταθερά «πόντος ἰχθυόεις», θάλασσα γεμάτη ψάρια. Οι ήρωες ταξιδεύουν δηλαδή δέκα χρόνια πάνω από μια απέραντη ψαροταβέρνα και αρνούνται να ανοίξουν τον κατάλογο.

«Και τι έτρωγαν;» ρώτησε η Ιδιοκτήτρια.

«Ψητό κρέας, ψωμί και κρασί.»

«Δέκα χρόνια;»

«Δέκα χρόνια.»

Το σκέφτηκε λίγο. «Ελπίζω τουλάχιστον να έπαιρναν τίποτα συμπληρώματα διατροφής.»

«Για λέγε», πρόσθεσε, και βολεύτηκε στην καρέκλα της.

Ένα έπος στο πιάτο

Ο Όμηρος υπήρξε, μεταξύ πολλών άλλων, ο πρώτος συντάκτης γαστρονομικής στήλης. Κανένα άλλο κείμενο της αρχαιότητας δεν αφιερώνει τόσο χώρο στο τι τρώνε οι χαρακτήρες του, πώς το ετοιμάζουν, ποιος το σερβίρει, και με ποια σειρά. Το ποίημα διαθέτει μάλιστα και τυποποιημένους στίχους για τις κρίσιμες στιγμές του γεύματος, οι οποίοι επαναλαμβάνονται αυτούσιοι σαν τελετουργικές φράσεις. Ο στίχος «οἱ δἐπὀνείαθἑτοῖμα προκείμενα χεῖρας ἴαλλον», κι εκείνοι άπλωσαν τα χέρια στα έτοιμα φαγητά που βρίσκονταν μπροστά τους, εμφανίζεται έντεκα φορές. Ο στίχος «αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο», κι αφού έδιωξαν τον πόθο του φαγητού και του πιοτού, εμφανίζεται δεκατέσσερις. Ο ποιητής που θεμελίωσε τη δυτική λογοτεχνία θεώρησε απαραίτητο να μας ενημερώσει είκοσι πέντε φορές ότι οι ήρωές του κάθισαν, έφαγαν, και χόρτασαν.

Αυτό έχει βαθύτερη αιτία. Στον κόσμο της Οδύσσειας, το τραπέζι λειτουργεί ως το βασικό κριτήριο πολιτισμού. Το πρωτόκολλο της «ξενίας», της φιλοξενίας, ορίζει τη σειρά με απόλυτη σαφήνεια: τον ξένο πρώτα τον λούζεις, τον ντύνεις, τον ταΐζεις, και μόνο όταν χορτάσει τον ρωτάς ποιος είναι. Όποιος τηρεί τη σειρά αυτή ανήκει στους ανθρώπους. Όποιος την αντιστρέφει ανήκει στα τέρατα, και θα τον συναντήσουμε παρακάτω.

Ο ίδιος ο Οδυσσέας, όταν φτάνει ναυαγός στο παλάτι του Αλκίνοου και του προσφέρουν δείπνο, εκφωνεί έναν σύντομο ύμνο στην κοιλιά που παραμένει ασυναγώνιστος στην ιστορία της φιλοσοφίας. «Τίποτα δεν υπάρχει πιο ξεδιάντροπο από τη μισητή την κοιλιά», λέει, «που σε αναγκάζει να τη θυμηθείς ακόμη κι αν πενθείς, ακόμη κι αν έχεις χάσει τα πάντα· εγώ έχω πένθος στην ψυχή, κι εκείνη με προστάζει να φάω και να πιω, και με βάζει να ξεχάσω όσα έπαθα, και απαιτεί να γεμίσει». Ο πρώτος μεγάλος ήρωας της δυτικής γραμματείας συστήνεται στους οικοδεσπότες του με μια παράκληση: αφήστε με πρώτα να δειπνήσω, και μετά θα σας διηγηθώ το δράμα μου.

Και λίγο αργότερα, στο ίδιο παλάτι, όταν έρχεται επιτέλους η ώρα να αποκαλύψει το όνομά του, ο Οδυσσέας ξεκινά την πιο διάσημη αυτοπαρουσίαση της λογοτεχνίας με μια γαστρονομική διακήρυξη. «Δεν υπάρχει», λέει, «τέλος χαριέστερον, ωραιότερη πληρότητα, από τούτο: ένας λαός ολόκληρος να ευφραίνεται, οι συνδαιτυμόνες στο παλάτι να ακούν τον αοιδό καθισμένοι στη σειρά, τα τραπέζια δίπλα τους να είναι γεμάτα ψωμί και κρέατα, και ο οινοχόος να αντλεί κρασί από τον κρατήρα και να γεμίζει τις κούπες. Αυτό», καταλήγει, «μου φαίνεται το ομορφότερο πράγμα που υπάρχει». Ο άνθρωπος που πολέμησε δέκα χρόνια στην Τροία και περιπλανήθηκε άλλα δέκα στη θάλασσα, όταν του ζητούν να ορίσει την ευτυχία, περιγράφει μια καλή ταβέρνα με ζωντανή μουσική.

Το παράδοξο του ψαριού

Όμως ακόμη δεν απαντήσαμε στο ερώτημα της Ιδιοκτήτριας, αγαπημένε μας αναγνώστη, το οποίο παραμένει εύλογο και αξίζει απάντηση. Γιατί δεν τρώνε ψάρι οι άνθρωποι αυτοί;

Την απορία τη διατύπωσε πρώτος ένας αναγνώστης με κάποια βαρύτητα, ο Πλάτων. Στην Πολιτεία, ο Σωκράτης παρατηρεί ότι ο Όμηρος ταΐζει τους ήρωές του στις εκστρατείες μόνο ψητά κρέατα. Δεν θα βρούμε ποτέ βραστά, σάλτσες, ψάρια, μολονότι στρατοπεδεύουν δίπλα στον Ελλήσποντο. Και ο Σωκράτης, με τον τρόπο του, το επιδοκιμάζει ως την ενδεδειγμένη δίαιτα για πολεμιστές. Ο Όμηρος συνέταξε δηλαδή, είκοσι επτά αιώνες πριν από τους σημερινούς γυμναστές του διαδικτύου, το πρώτο τεκμηριωμένο πρόγραμμα διατροφής υψηλής πρωτεΐνης, και ο Πλάτων του έκανε την πρώτη επιστημονική επιμέλεια.

Η βαθύτερη εξήγηση βρίσκεται στην κοινωνιολογία του επικού τραπεζιού. Το κρέας στην Οδύσσεια αποτελεί ταυτόχρονα τροφή, θυσία και δήλωση κύρους. Κάθε σφάξιμο βοδιού ή χοίρου συνοδεύεται από προσευχή, από την καύση των μηριαίων οστών τυλιγμένων σε λίπος για τους θεούς, από τη μοιρασιά σε ίσες μερίδες, τη «δαῖτα ἐίση», το ίσο τραπέζι που επιβεβαιώνει ποιος ανήκει στην κοινότητα και με ποια σειρά τιμής. Το ψάρι δεν συμμετέχει σε τίποτα από όλα αυτά. Δεν θυσιάζεται, δεν μοιράζεται τελετουργικά, δεν απονέμει τιμή σε κανέναν. Στο επικό σύμπαν είναι φαγητό ανάγκης, τροφή για ναυαγούς. Η ειρωνεία της ιστορίας θέλει τους απογόνους εκείνων των ηρώων, μερικούς αιώνες αργότερα στην κλασική Αθήνα, να έχουν αναγορεύσει το φρέσκο ψάρι σε αντικείμενο πολυτελείας και μανίας, με τους κωμωδιογράφους να σατιρίζουν όσους ξημερώνονταν στην ψαραγορά. Κάθε εποχή διαλέγει το δικό της απαγορευμένο γεύμα.

Ο οίνος του Μάρωνα, ή ένα προς είκοσι

Πριν φτάσει στο νησί των Κυκλώπων, ο Οδυσσέας περνά από τη χώρα των Κικόνων, όπου προστατεύει από τη λεηλασία τον Μάρωνα, ιερέα του Απόλλωνα στην Ίσμαρο. Ο Μάρων, για να τον ευχαριστήσει, του χαρίζει επτά τάλαντα χρυσάφι, έναν ολάργυρο κρατήρα, και δώδεκα αμφορείς με ένα κρασί που κρατούσε κρυφό ακόμη και από τους δούλους του σπιτιού του· το γνώριζαν μόνο ο ίδιος, η γυναίκα του και μία οικονόμος. Ο Όμηρος αφιερώνει στο κρασί αυτό μια περιγραφή που θα ζήλευε κάθε οινολόγος: γλυκό, αγνό, ποτό θεϊκό, κόκκινο σαν μέλι στη γεύση. Και δίνει και την αναλογία αραίωσης. Ένα ποτήρι από αυτό το κρασί χυνόταν σε είκοσι μέτρα νερού, και το άρωμα που αναδυόταν από τον κρατήρα ήταν τόσο θεσπέσιο που κανείς δεν άντεχε να μείνει μακριά.

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, οι Έλληνες της αρχαιότητας έπιναν το κρασί τους πάντοτε νερωμένο, συνήθως σε αναλογία ένα προς τρία. Το άκρατο κρασί, το ανέρωτο, το θεωρούσαν συνήθεια βαρβάρων και συνταγή για παραφροσύνη. Ένα κρασί που άντεχε αραίωση ένα προς είκοσι δεν ανήκε λοιπόν στην κατηγορία των ποτών. Ανήκε στην κατηγορία των πολυτελών και σπάνιων ειδών και ο Οδυσσέας το χρησιμοποίησε ακριβώς έτσι: όταν αποβιβάστηκε στη γη των Κυκλώπων για αναγνώριση, πήρε μαζί του ένα ασκί από αυτό, γιατί, όπως λέει ο ίδιος, η γενναία ψυχή του προαισθάνθηκε ότι θα συναντούσε έναν άνθρωπο με μεγάλη δύναμη, άγριο, που δεν θα γνώριζε ούτε δίκες ούτε θεσμούς. Ο άνθρωπος πήγαινε για πεζοπορία σε άγνωστο νησί και πακετάρισε στο σακίδιο το ισχυρότερο κρασί της Μεσογείου. Respect για το ένστικτο. Τι άλλο να πούμε;.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο Πολύφημος ήπιε το κρασί του Μάρωνα ανέρωτο, τρεις κούπες απανωτές, το βρήκε συγκλονιστικό, ζήτησε το όνομα του ανθρώπου που του το έδωσε, και υποσχέθηκε δώρο φιλοξενίας που ήταν το εξής: «Οὖτιν ἐγὼ πύματον ἔδομαι», τον Κανένα θα τον φάω τελευταίο. Πρόκειται, με οποιοδήποτε κριτήριο, για το χειρότερο δώρο φιλοξενίας που έχει καταγραφεί στην ιστορία της εστίασης. Το φιλοδώρημα που άφησε ο Οδυσσέας φεύγοντας, ένας πυρωμένος πάσσαλος ελιάς στο μοναδικό μάτι του οικοδεσπότη, κρίνεται υπό το φως αυτό πολύ λογικό.

Το τυροκομείο του τέρατος

Το επεισόδιο του Κύκλωπα κρύβει πάντως και μια λεπτομέρεια που οι περισσότεροι αναγνώστες προσπερνούν, και που η στήλη αυτή αδυνατεί να προσπεράσει. Όταν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του μπαίνουν στη σπηλιά, ο Πολύφημος λείπει στη βοσκή, και το ποίημα μας ξεναγεί στον χώρο. Τα καλάθια λύγιζαν από το βάρος των τυριών. Οι στάνες στέναζαν από αρνιά και κατσίκια, χωρισμένα με τάξη, αλλού τα πρωτογέννητα, αλλού τα μεσαία, αλλού τα νεογνά. Και όλα τα αγγεία, οι καρδάρες και οι σκάφες που χρησιμοποιούσε για το άρμεγμα, πλημμύριζαν τυρόγαλο.

skevos OdysseiaΔιαβάστε την απογραφή. Παρτίδες χωρισμένες κατά ηλικία, εξοπλισμός ειδικός για κάθε στάδιο, αποθήκευση ώριμων προϊόντων σε καλάθια για στράγγισμα. Ο Πολύφημος διηύθυνε μια υποδειγματική βιοτεχνική τυροκομική μονάδα με πλήρη ιχνηλασιμότητα. Στη σημερινή Ευρώπη θα είχε εξασφαλίσει προστατευόμενη ονομασία προέλευσης, ξύλινη πινακίδα στον δρόμο, και επισκέψιμο χώρο γευσιγνωσίας. Το τέρας της Οδύσσειας ήταν, μέχρι τη στιγμή που γύρισε σπίτι του, ένας ευσυνείδητος παραγωγός.

Οι σύντροφοι, βλέποντας τα τυριά, κατέθεσαν το λογικότερο επιχειρησιακό σχέδιο ολόκληρου του έπους: να πάρουν όσα τυριά χωρούσαν, να οδηγήσουν τα αρνιά στο πλοίο, και να ανοιχτούν στο πέλαγος πριν γυρίσει ο ιδιοκτήτης. Ο Οδυσσέας αρνήθηκε. Ήθελε, όπως ομολογεί, να δει τον ίδιο, μήπως και του δώσει δώρα φιλοξενίας. Το πείσμα αυτό μετέτρεψε μια απλή δοκιμή τυριών στην ακριβότερη γευσιγνωσία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κόστισε έξι ανθρώπους.

Διότι ο οικοδεσπότης, όταν επέστρεψε, αντέστρεψε το πρωτόκολλο με τον πληρέστερο δυνατό τρόπο. Αντί να ταΐσει τους ξένους, δείπνησε με αυτούς, με τη μετοχή στη λάθος πτώση. Ο Όμηρος περιγράφει το γεύμα με την ίδια τεχνική φροντίδα που περιγράφει τις θυσίες: άρπαξε δύο μαζί, τους χτύπησε στο χώμα σαν κουτάβια, τους έκοψε μέλος προς μέλος και ετοίμασε το δόρπον του, το δείπνο του, με την ίδια λέξη που χρησιμοποιεί το ποίημα για κάθε κανονικό βραδινό. Έφαγε σαν λιοντάρι του βουνού, εντόσθια, σάρκες, κόκαλα με το μεδούλι τους, και το κατέβασε όλο με γάλα ανέρωτο.

Η Κίρκη και ο κυκεώνας

Στο νησί της Κίρκης, το φαγητό αλλάζει ρόλο και γίνεται όπλο. Η μάγισσα υποδέχεται τους συντρόφους του Οδυσσέα με ένα ποτό που ο Όμηρος καταγράφει με ακρίβεια συνταγολογίου: τυρί, κριθάλευρο και χλωρό μέλι, ανακατεμένα σε πράμνειο οίνο. Το μείγμα αυτό, ο κυκεώνας, υπήρξε υπαρκτό και δημοφιλές ρόφημα του αρχαίου κόσμου, κάτι ανάμεσα σε θρεπτικό χυλό και δυναμωτικό ποτό, και εμφανίζεται και στην Ιλιάδα, όπου το ετοιμάζουν για τους πληγωμένους πολεμιστές. Παρεμπιπτόντως, με αυτόν ακριβώς τον κυκεώνα ξεκινάμε και στη Λέσχη Γαστρονομίας Ηπείρου τα αρχαιοελληνικά δείπνα μας.

skevos Odysseia 2 Η Κίρκη απλώς εμπλούτισε την κλασική συνταγή με «φάρμακα λυγρά», ολέθρια βότανα, για να ξεχάσουν οι πίνοντες την πατρίδα τους. Πρόκειται για την πρώτη καταγεγραμμένη περίπτωση προϊόντος διατροφής με απροσδόκητες παρενέργειες, και η αγορά δεν έχει πάψει έκτοτε να παράγει παραλλαγές.

Το αποτέλεσμα περιγράφεται με μια λεπτομέρεια που παραμένει από τις πιο ανατριχιαστικές του έπους. Οι σύντροφοι απέκτησαν κεφάλι, φωνή, τρίχες και σώμα χοίρων, αλλά ο νους τους έμεινε ανθρώπινος, όπως και πριν. Κλαίγοντας κλείστηκαν στα χοιροστάσια, και η Κίρκη τους έριξε να φάνε βελανίδια και κράνα, ότι τρώνε τα γουρούνια που κοιμούνται καταγής. Άνθρωποι με πλήρη συνείδηση, παγιδευμένοι σε σώμα ζώου, να μασούν βελανίδια γνωρίζοντας ακριβώς τι μασούν. Ο Δάντης χρειάστηκε ολόκληρη Κόλαση για να φτάσει σε αντίστοιχο αποτέλεσμα.

Το αντίδοτο, το περίφημο μώλυ που ξερίζωσε ο Ερμής για χάρη του Οδυσσέα, μαύρη ρίζα και άνθος άσπρο σαν γάλα, συνοδεύεται από τη σημείωση ότι είναι δύσκολο να το ξεθάψουν θνητοί άνδρες, ενώ οι θεοί μπορούν τα πάντα. Το πρώτο συμπλήρωμα διατροφής της λογοτεχνίας κυκλοφόρησε δηλαδή με αποκλειστικότητα διανομής στον Όλυμπο. Αξίζει πάντως να σημειωθεί το φινάλε του επεισοδίου: όταν η Κίρκη λύνει τα μάγια, φιλοξενεί τον Οδυσσέα και τους αποκαταστημένους συντρόφους του επί έναν ολόκληρο χρόνο, με άφθονα κρέατα και γλυκό κρασί, και κανείς δεν διατύπωσε ποτέ παράπονο για το φαγητό. Η πελατεία συγχωρεί πολλά, όταν η κουζίνα είναι καλή.

Οι Λωτοφάγοι, ή το φαγητό που δεν μπορείς να σταματήσεις να τρως

Το πιο ύπουλο γαστρονομικό επεισόδιο του έπους δεν περιλαμβάνει ούτε τέρατα ούτε βία. Οι Λωτοφάγοι, ένας φιλήσυχος λαός που τρέφεται με άνθη, υποδέχονται τους τρεις ανιχνευτές του Οδυσσέα με απόλυτη καλοσύνη και τους προσφέρουν να δοκιμάσουν τον καρπό τους, τον λωτό, γλυκό σαν μέλι. Όποιος τον γευόταν έχανε κάθε επιθυμία να γυρίσει πίσω· ήθελε μόνο να μείνει εκεί, να μασουλά λωτό, και να ξεχάσει τα πάντα. Ο Οδυσσέας αναγκάστηκε να σύρει τους τρεις άνδρες κλαίγοντας στα πλοία και να τους δέσει κάτω από τους πάγκους των κωπηλατών.

Ο Όμηρος περιέγραψε εδώ, με εννιά στίχους, το πρώτο τρόφιμο της ιστορίας που καταργεί τη βούληση του καταναλωτή. Η βιομηχανία τροφίμων αναζητά έκτοτε τη συνταγή με συνέπεια που θα τη ζήλευαν ερευνητικά ιδρύματα, και ομολογούμε ότι έχει σημειώσει πρόοδο. Όποιος έχει ανοίξει σακούλα πατατάκια με την πρόθεση να φάει πέντε, γνωρίζει από πρώτο χέρι τι αισθάνθηκαν οι σύντροφοι στη χώρα των Λωτοφάγων, και γιατί χρειάστηκε να τους τραβολογάν δεμένους.

Το ψητό που μούγκριζε

Η πιο τρομακτική σκηνή φαγητού της παγκόσμιας γραμματείας εκτυλίσσεται στη Θρινακία, το νησί όπου βόσκουν τα ιερά βόδια του Ήλιου. Ο Οδυσσέας έχει προειδοποιηθεί δύο φορές, από τον Τειρεσία και από την Κίρκη: όποιος αγγίξει τα ζώα αυτά, χάθηκε. Οι άνεμοι όμως κρατούν το πλοίο καθηλωμένο έναν ολόκληρο μήνα, οι προμήθειες τελειώνουν, και οι σύντροφοι καταντούν να ψαρεύουν με τα γαμψά αγκίστρια της απελπισίας που συναντήσαμε παραπάνω. Τότε ο Ευρύλοχος εκφωνεί τον πιο πειστικό λόγο του έπους: «όλοι οι θάνατοι είναι μισητοί», λέει, «αλλά ο θάνατος από πείνα είναι ο πιο αξιοθρήνητος από όλους· κάλλιο να πνιγούμε στο κύμα μονομιάς παρά να λιώνουμε σιγά σιγά σε ένα έρημο νησί». Οι πεινασμένοι πείθονται, σφάζουν τα καλύτερα βόδια, και ακολουθούν όλο το ιερό τυπικό, με φύλλα δρυός αντί για κριθάρι και νερό αντί για κρασί, σαν να ελπίζουν ότι οι θεοί θα εκτιμήσουν τουλάχιστον την προσπάθεια.

Οι θεοί απάντησαν με μια σκηνή θρίλερ. Τα γδαρμένα δέρματα άρχισαν να σέρνονται στο χώμα. Τα κρέατα πάνω στις σούβλες μούγκριζαν, τα ψημένα και τα ωμά μαζί, και ακουγόταν φωνή βοδιών. Έχουμε διαβάσει πολλές περιγραφές δείπνων στη ζωή μας, αγαπημένε μας αναγνώστη, από τον Πετρώνιο μέχρι τα δελτία τύπου βραβευμένων εστιατορίων, και δηλώνουμε υπεύθυνα ότι καμία δεν πλησιάζει σε φρίκη το σουβλάκι που σε κοιτάει και μουγκρίζει. Οι σύντροφοι, αξίζει να σημειωθεί, συνέχισαν να τρώνε επί έξι ημέρες. Η ανθρώπινη ικανότητα προσαρμογής στο τραπέζι δεν πρέπει να υποτιμάται ποτέ.

Την έβδομη ημέρα σάλπαραν, ο Δίας τσάκισε το πλοίο με έναν κεραυνό, και πνίγηκαν όλοι εκτός από τον Οδυσσέα, που δεν είχε φάει. Ο Ήλιος είχε εν τω μεταξύ απειλήσει ότι, αν δεν τιμωρηθούν οι δράστες, θα κατέβει να φωτίζει στον Άδη. Ολόκληρη η υπόλοιπη Οδύσσεια, με τον ήρωα μόνο, ναυαγό και γυμνό, αποτελεί την ουρά ενός γεύματος που δεν έπρεπε ποτέ να δημιουργηθεί κι ενός πανάκριβου λογαριασμού που εκδόθηκε πριν τα αστέρια Michelin.

Ο Εύμαιος και η τέχνη της μοιρασιάς

skevos Odysseia 3Το γαστρονομικό έπος όμως δεν τελειώνει εκεί. Συνεχίζει με τον Εύμαιο, τον χοιροβοσκό της Ιθάκης, δούλος, που φυλάει τα κοπάδια του χαμένου του αφέντη ενώ οι μνηστήρες τα καταβροχθίζουν καθημερινά. Όταν ο Οδυσσέας εμφανίζεται στην καλύβα του μεταμορφωμένος σε γέρο ζητιάνο, ο Εύμαιος τον περιποιείται σύμφωνα με το πλήρες πρωτόκολλο, σαν να έφτασε βασιλιάς. Σφάζει δύο γουρουνόπουλα, τα λιανίζει, τα περνά στις σούβλες, τα ψήνει, τα πασπαλίζει με λευκό κριθάλευρο, και «συνερώνει» γλυκό κρασί σε ένα κισσύβιο, μια ξύλινη κούπα από κισσό, ζητώντας συγγνώμη που προσφέρει μόνο ό,τι επιτρέπεται στους δούλους, αφού τα θρεφτάρια τα τρώνε οι μνηστήρες.

Το μεγάλο δείπνο έρχεται το βράδυ, και ο Όμηρος το καταγράφει βήμα προς βήμα, σαν κινηματογραφικό συνεργείο σε επαγγελματική κουζίνα. Ο Εύμαιος φέρνει έναν θρεμμένο χοίρο πέντε χρόνων. Κόβει τρίχες από το κεφάλι του και τις ρίχνει στη φωτιά ως απαρχή, προσεύχεται σε όλους τους θεούς να γυρίσει ο Οδυσσέας στο σπίτι του, τον χτυπά με ένα παλούκι από δρυ, τον σφάζει, τον καψαλίζει, τον τεμαχίζει. Βάζει ωμά κομμάτια από όλα τα μέλη μέσα σε παχύ λίπος, τα πασπαλίζει με κριθάλευρο, τα ρίχνει στη φωτιά για τους θεούς. Τα υπόλοιπα τα λιανίζει, τα περνά στις σούβλες, τα ψήνει προσεκτικά, τα αποσύρει όλα και τα σωριάζει στους πάγκους. Και μετά σηκώνεται να μοιράσει, γιατί, όπως σημειώνει ο ποιητής, η καρδιά του γνώριζε το δίκαιο. Χωρίζει τα πάντα σε επτά μερίδες. Τη μία την αφιερώνει στις Νύμφες και στον Ερμή. Και το «διηνεκές νώτο», το μακρύ κομμάτι της ράχης, το κομμάτι της τιμής, το προσφέρει στον ζητιάνο.

Σε ολόκληρο το έπος, ανάμεσα σε βασιλείς, μάγισσες και θεές, ο άνθρωπος που τηρεί το τελετουργικό του τραπεζιού με τη μεγαλύτερη ακρίβεια είναι ο φτωχότερος όλων, και το τηρεί απέναντι σε κάποιον που μοιάζει να μην έχει τίποτα να ανταποδώσει. Η φιλοξενία, μας λέει η Οδύσσεια, μετριέται στο πώς σερβίρεις όποιον δεν μπορεί να σε πληρώσει. Όλα αυτά τα εστιατόρια που κρατούν μερίδες για όσους δεν έχουν να φάνε, όλοι όσοι βάζουν στα καλάθια για προσφορές που έχουν τα super market και κάποιο είδος, συνεχίζουν το έργο του Εύμαιου, είτε το γνωρίζουν είτε όχι.

Το πρώτο λουκάνικο της παγκόσμιας λογοτεχνίας

Στη ραψωδία σ’, το έπος καταγράφει ένα προϊόν που η στήλη οφείλει να χαιρετίσει με συγκίνηση. Ο ζητιάνος Οδυσσέας προκαλείται σε πυγμαχία από τον Ίρο, τον επίσημο ζητιάνο του παλατιού, και οι μνηστήρες, ενθουσιασμένοι με το θέαμα, αθλοθετούν έπαθλο: «γαστέρες αιγών», κοιλιές κατσίκας που ψήνονται εκείνη τη στιγμή στη φωτιά, γεμιστές με λίπος και αίμα. Ο νικητής θα σηκωθεί και θα διαλέξει όποια θέλει. Η περιγραφή, γεμισμένο έντερο ή στομάχι ζώου με λίπος και αίμα, ψημένο στη φωτιά, αντιστοιχεί επακριβώς σε αυτό που η ανθρωπότητα ονομάζει έκτοτε λουκάνικο αίματος, και που επιβιώνει από τη μαύρη μπουντίν της Γαλλίας μέχρι τις δικές μας ματιές και ομαθιές, απογόνους των βυζαντινών αιματιών σε ευθεία γραμμή από το τραπέζι της Ιθάκης. Η πρώτη εμφάνιση του λουκάνικου στην παγκόσμια γραμματεία γίνεται λοιπόν ως έπαθλο αγώνα πυγμαχίας ζητιάνων. Ο πολιτισμός σπανίως εισέρχεται στην ιστορία από την κεντρική είσοδο.

Ο Όμηρος πάντως αγάπησε την εικόνα τόσο, ώστε την επιστράτευσε ξανά στην πιο κρίσιμη νύχτα του έπους. Στη ραψωδία υ’, ο Οδυσσέας ξαγρυπνά στο κατώφλι του σπιτιού του και στριφογυρίζει σχεδιάζοντας τον φόνο των μνηστήρων, μόνος εναντίον πολλών. Και ο ποιητής, αναζητώντας παρομοίωση αντάξια της στιγμής, γράφει: όπως όταν ένας άνδρας πάνω σε δυνατή φωτιά στριφογυρίζει πέρα δώθε μια γαστέρα γεμάτη λίπος και αίμα, ανυπομονώντας να ψηθεί γρήγορα, έτσι στριφογύριζε κι εκείνος πέρα δώθε. Ο μεγαλύτερος ήρωας της δυτικής λογοτεχνίας, την παραμονή της εκδίκησής του, παρομοιάζεται με λουκάνικο στη σχάρα. Τρεις χιλιάδες χρόνια λογοτεχνίας ακολούθησαν, και κανείς ποιητής δεν ξαναβρήκε τόσο θάρρος.

Ο ίδιος στίχος στον παράδεισο και στην κόλαση

Φυλάξαμε για το τέλος το εύρημα που μας έκανε να σηκωθούμε από την καρέκλα. Στη ραψωδία η’, ο Όμηρος περιγράφει τον κήπο του Αλκίνοου στη Σχερία, τον τελειότερο κήπο της αρχαίας φαντασίας: εκεί φυτρώνουν δέντρα μεγάλα και θαλερά, «ὄγχναι καῥοιαὶ καὶ μηλέαι ἀγλαόκαρποι, συκέαι τε γλυκεραὶ καἐλαῖαι τηλεθόωσαι», αχλαδιές και ροδιές και μηλιές με λαμπρούς καρπούς, συκιές γλυκές και ελιές ολάνθιστες. Ο καρπός τους δεν χάνεται και δεν λείπει ποτέ, χειμώνα καλοκαίρι, όλο τον χρόνο· ο Ζέφυρος γεννά τους μισούς και ωριμάζει τους άλλους, το αχλάδι γερνά πάνω στο αχλάδι, το μήλο πάνω στο μήλο, το σταφύλι πάνω στο σταφύλι, το σύκο πάνω στο σύκο.

Τέσσερις ραψωδίες αργότερα, ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη και βλέπει τον Τάνταλο. Ο γέροντας στέκεται μέσα σε λίμνη που του φτάνει ως το πιγούνι· όποτε σκύβει να πιει, το νερό χάνεται ρουφηγμένο και φανερώνεται μαύρο χώμα στα πόδια του. Και πάνω από το κεφάλι του, δέντρα ψηλόφυλλα κρεμούν τον καρπό τους: «ὄγχναι καῥοιαὶ καὶ μηλέαι ἀγλαόκαρποι, συκέαι τε γλυκεραὶ καἐλαῖαι τηλεθόωσαι». Οι ίδιες λέξεις. Ο ίδιος στίχος, δύο φορές, απαράλλαχτος, λέξη προς λέξη. Όποτε ο γέροντας απλώνει τα χέρια να πιάσει, ο άνεμος εκσφενδονίζει τους καρπούς ως τα σκιερά σύννεφα.

Ο Όμηρος, χρησιμοποίησε την ίδια εξιδανικευμένη εικόνα δύο φορές: μία ως παράδεισο και μία ως αιώνια τιμωρία. Στη Σχερία ο κατάλογος των οπωρικών περιγράφει την ευδαιμονία· στον Άδη, τα ίδια ακριβώς οπωρικά, το μαρτύριο. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο κόσμους κρίνεται σε ένα και μόνο σημείο, στο αν μπορείς να απλώσεις το χέρι. Πρόκειται για την αρχαιότερη διατύπωση μιας αλήθειας που γνωρίζει καλά όποιος έχει βρεθεί σε αυστηρή δίαιτα μπρο

Σχετικά άρθρα

Τέσσερις βραβευμένες ταινίες στο φετινό Ioannina Open Air Film Festival

Ηπειρωτικός Αγών

Κερνάμε Ήπειρο στον Μούρτο

Ηπειρωτικός Αγών

Είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι – Μυαλά καμήλας, γλώσσες παπαγάλου, και ποντικοσκίουροι σε μέλι