khdeia mazwnakh
Αίθουσα ΣύνταξηςΑπόψεις

Ο Μαζωνάκης και η μαζική κηδεία του

Ο Νίκος Μπιλανάκης γράφει για την ψυχολογική δύναμη της μαζικής κηδείας και εξηγεί πώς το ατομικό πένθος μετατρέπεται σε συλλογικό βίωμα και κοινό νόημα.

Ο Μαζωνάκης, όπως και ο Παντελίδης παλαιότερα, δεν ήταν απλά δύο τραγουδιστές. Ήταν πρόσωπα στα οποία χιλιάδες άλλοι άνθρωποι αναγνώριζαν κάτι από τον εαυτό τους: το «λαϊκό παιδί», τον άνθρωπο της γειτονιάς τους, εκείνον που έμοιαζε να μιλάει τη γλώσσα της δικής τους ζωής, έναν σαν κι αυτούς. Ας έμενε ο Μαζωνάκης σε βίλα στη Βούλα, ας είχε πανάκριβο αμάξι και εξεζητημένες συνήθειες – για αυτούς παρέμενε το λαϊκό παιδί που τραγούδησε τους δικούς τους καημούς.

Ακόμη κι αν δεν είχαν συναντήσει ποτέ τον Μαζωνάκη, είχαν εγκαθιδρύσει μια πραγματική συναισθηματική σχέση μαζί του. Και όταν ο θάνατος του Μαζωνάκη επήλθε, το κενό που προέκυψε δεν αφορούσε μόνο την απώλεια ενός καλλιτέχνη. Βιώθηκε ως ρήξη με κάτι βαθύτερο στον εσωτερικό τους κόσμο.

Και γιατί μετατράπηκε το ατομικό πένθος σε συλλογικό βίωμα; Γιατί όλοι μας είδαμε στην τηλεόραση χιλιάδες ανθρώπους να έχουν μαζευτεί στην εκκλησία για «λαϊκή αγρύπνια», για να θρηνήσουν όλοι μαζί, για να εκδηλώσουν μαζικά το πένθος τους. Γιατί το έκαναν αυτό;

Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος να πενθεί μόνος. Η ανάγκη του για σύνδεση είναι τόσο θεμελιώδης όσο και η ανάγκη του για ασφάλεια. Και όταν χάνουμε κάποιον —ακόμη και κάποιον που γνωρίζαμε μόνο μέσα από τη φωνή του— νιώθουμε ότι μένουμε χωρίς σύνδεση, μόνοι. Και η μοναξιά τότε γίνεται αφόρητη.

Η μαζική κηδεία έρχεται να λειτουργήσει ως αντίδοτο σε αυτή τη μοναξιά. Όταν χιλιάδες άνθρωποι στέκονται στον ίδιο χώρο, για τον ίδιο λόγο, το ατομικό συναίσθημα παύει να είναι ιδιωτικό. Μετατρέπεται σε κοινό. Βλέπεις κάποιον να κλαίει και αναγνωρίζεις τον δικό σου πόνο. Ακούς άλλους να τραγουδούν και η προσωπική σου ανάμνηση γίνεται συλλογική μνήμη. Το «εγώ πενθώ» γίνεται «εμείς πενθούμε».

Το κοινωνικό μοίρασμα της απώλειας δεν διαλύει, βέβαια, τον πόνο, αλλά τον καθιστά υποφερτό. Μειώνει την αίσθηση απομόνωσης και επιβεβαιώνει ότι αυτό που νιώθουμε είναι πραγματικό και αποδεκτό. Το ίδιο κάνουν και οι άλλοι. Η κηδεία και γενικότερα οι θρηνητικές τελετές, εξάλλου, δεν είναι απλώς έκφραση θλίψης· είναι μηχανισμοί που επανασυσφίγγουν τους κοινωνικούς δεσμούς ακριβώς τη στιγμή που η απώλεια του τεθνεώτος απειλεί να τους διαρρήξει. Το πλήθος δεν εξαφανίζει τον πόνο. Τον μετατρέπει, όμως, σε κάτι που μπορεί να γίνει ανεκτό από το πλήθος.

Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό. Απέναντι στον θάνατο που αφήνει ένα ανεξήγητο κενό έρχεται η μαζική κηδεία για να το γεμίσει με νόημα: μπορεί ο Μαζωνάκης να εξαφανίστηκε, αλλά άφησε ίχνος και νόημα. Ένα συγκεντρωμένο πλήθος στην εκκλησία στη Νίκαια το υπερασπίζεται. Ένα νόημα που δεν αφορά τον νεκρό αλλά τους ζωντανούς. Για αυτούς που θα συνεχίσουν τη ζωή τους, αμυνόμενοι απέναντι στον θάνατο.

Οι θρηνητικές τελετές αποτελούν ψυχολογικούς μηχανισμούς επιβίωσης. Οργανώνουν το χάος. Δίνουν σχήμα σε κάτι που διαφορετικά θα παρέμενε άμορφο και αβάσταχτο. Δημιουργούν χρόνο, τόπο και κοινότητα γύρω από την απώλεια. Και όταν αυτή η τελετουργία αποκτά μαζικό χαρακτήρα —όπως στη Νίκαια— η δύναμή της πολλαπλασιάζεται. Γι’ αυτό τόσοι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν, ακόμη κι αν δεν είχαν προσωπική σχέση με τον νεκρό. Δεν πήγαν μόνο για εκείνον. Πήγαν γιατί χρειάζονται να νιώσουν οι ίδιοι ότι δεν είναι μόνοι απέναντι στον θάνατο. Η ψυχολογική δύναμη μιας μαζικής κηδείας βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μετατροπή: από την ιδιωτική αδυναμία απέναντι στον θάνατο στο συλλογικό νόημα. Η μαζική κηδεία κάνει λίγο πιο ανεκτή τη συνειδητοποίηση ότι πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε μετά από τον θάνατο.

(Το άρθρο αυτό βασίστηκε σε άρθρο της Χριστίνας Χρυσανθοπούλου που δημοσιεύτηκε στη «Ναυτεμπορική».)

Σχετικά άρθρα

Στις 29 Σεπτεμβρίου η συναυλία της Κατερίνας Λιόλιου στα Ιωάννινα

Ηπειρωτικός Αγών

Η θλίψη της καθημερινότητας

Ο παππούς ο Τάσος κλαίει

Λουκία Τζάλλα