Τα ζώα ανταποκρίνονται στα παρόντα ερεθίσματα που διεγείρουν τις αισθήσεις τους. Μπορεί να εκτείνονται στο παρελθόν, όσο διαρκεί η μνήμη τους, ιδιαίτερα στα θερμόαιμα σπονδυλωτά που αυτά κυρίως μπορούν να σχηματίζουν εξαρτημένα αντανακλαστικά. Οι άνθρωποι, επιπλέον, ανταποκρινόμαστε και στο μέλλον, στο σκοπό που μόνοι μας έχομε διαμορφώσει, καθώς μπορούμε να σχηματίζουμε (δευτεροβάθμια) εξαρτημένα αντανακλαστικά στη βάση όχι μόνο των φυσικών με τα οποία γεννηθήκαμε, αλλά και επίκτητων, και μάλιστα προσχηματισμένων πρωτοβάθμιων εξαρτημένων. Οι σκοποί μας εξυπηρετούνται από εμπειρίες παρούσες και παρελθούσες. Αυτό απαιτεί ενίσχυση, όσο γίνεται, της μνήμης μας. Το πετυχαίνομε πρώτιστα με το λόγο, χάρη στον οποίον μεταβιβάζονται εμπειρίες και από τον ένα στον άλλο και από προγόνους σε απογόνους. Κι αυτός ενισχύεται από τη γραφή, ιδιαίτερα τη φωνητική γραφή. Είτε το καταλαβαίνομε είτε όχι, η συμπεριφορά μας επηρεάζεται από το παρελθόν, από την προπροϊστορική παράδοση, χάρη στην αρχαιολογία, την προϊστορική, προφορική παράδοση και την ιστορική, γραπτή παράδοση, όλες με την αρχαιολογική τεκμηρίωση. Η παράδοση μπορεί να είναι λογική, αλλά και συναισθηματική, με έργα τέχνης, και βουλητική, ως ηθική παράδοση.
Η μνήμη, όμως, δεν διατηρείται μόνο με το λόγο, αλλά και με κάθε άλλο μέσο. Γι’ αυτό το σκοπό υπάρχουν τα μουσεία, τα μαυσωλεία, οι πινακοθήκες κ.λπ. Μουσείο είναι ένα μόνιμο ίδρυμα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στην υπηρεσία της κοινωνίας και της ανάπτυξής της, ανοικτό στο κοινό, που έχει ως έργο του τη συλλογή, τη μελέτη, τη διατήρηση, τη γνωστοποίηση και την έκθεση τεκμηρίων του ανθρώπινου πολιτισμού και περιβάλλοντος. Μπορεί να αφορά σε στοιχεία τεχνικού πολιτισμού. Αφορμή γι’ αυτό το κείμενο μου έδωσε η δημιουργία ενός ναυτικού μουσείου στη Σύρο, ιδιαίτερα η ομιλία του Μητροπολίτη κ. Δωροθέου Β΄ που αφορούσε την έννοια του μουσείου. Εξάλλου, μπορεί να αφορά σε έργα τέχνης, πίνακες, αγάλματα, διακοσμητικά έργα κ.λπ., οπότε ονομάζεται συνήθως πινακοθήκη (γκαλερί). Μπορεί επίσης να αφορά σε νεκρούς που αξίζει να θυμόμαστε, οπότε συνοδεύεται συχνά και από την έκθεση κτερισμάτων (προσωπικών αντικειμένων του νεκρού ή με μεγάλη αξία που τοποθετούνταν στο μνήμα του) και ονομάζεται τότε μαυσωλείο.
Ένας λαός είναι πρώτιστα οι άνθρωποι που τον αποτελούν. Είναι, όμως, και η παράδοσή του, υποβοηθούμενη από τεκμήρια σαν τα παραπάνω. Η σημασία αυτής της παράδοσης φαίνεται από τη μανία με την οποίαν κατακτητές με γενοκτονικές επιδιώξεις τα καταστρέφουν. Ναοί, νεκροταφεία και πολλά έργα τέχνης καταστρέφονται ή αλλάζουν λειτουργία.
Η τέχνη, γενικά, θεωρείται συχνά ότι είναι ανεξάρτητη από την επιστήμη και την ηθική. Όμως, όχι πλήρως. Η τέχνη συνοδεύεται από δράση. Δεν είναι μόνο οι ενέργειες του καλλιτέχνη που τη δημιούργησε, αλλά και εκείνες προς τις οποίες προτρέπεται ο δέκτης της, ο φιλότεχνος. Ένα εμβατήριο με παρακινεί να βαδίζω ζωηρά και ρυθμικά κι αν είναι πένθιμο, αργά και ρυθμικά· μια ιερή εικόνα, να προσκυνήσω και να προσευχηθώ. Οι όπερες του Βέρντι (Giuseppe Verdi) και τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη μού δημιουργούν την τάση να αντισταθώ ή και να επαναστατήσω.
Ένα έργο τέχνης έχει την αξία του καθαυτήν. Δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος να εκτιμηθεί αυτή. Μπορούμε, όμως, να τη «μετρήσουμε» ως τον αριθμό των ατόμων που συγκινούνται από αυτήν, και μάλιστα διαχρονικά και διαχωρικά. Ένα έργο που αρέσει σε πολύ κόσμο για αιώνες και πέρα από τα όρια της κοινωνίας, όπου δημιουργήθηκε, ονομάζεται κλασικό. Ένα που αρέσει σε κόσμο για πολύ, αλλά δεν περνά τα σύνορα μιας κοινωνίας, είναι παραδοσιακό, όπως η λαϊκή ζωγραφική και μουσική κ.λπ. Οι ειδικοί, σαν επιστήμονες, της τέχνης μελετούν τα χαρακτηριστικά αυτών των έργων και σχηματίζουν τους «νόμους», τα κριτήρια που έχουν από κοινού τα κλασικά και τα λαϊκά έργα και με βάση τέτοια κριτήρια κρίνουν π.χ. αν θα αγοράσει ένας δήμος κάποιο έργο ή αν μια πινακοθήκη θα το περιλάβει στα εκθέματά της. Ωστόσο, η γνήσια αξία ενός έργου τέχνης στηρίζεται και σε στοιχεία πέρα από του έργου καθαυτού.
Ένα από αυτά είναι η πρωτοτυπία του. Το έργο αρέσει σε πάρα πολύ κόσμο, μολονότι ξεφεύγει από τα καθιερωμένα κριτήρια. Έτσι προχωρεί η τέχνη, καθώς το νέο στοιχείο περιλαμβάνεται στα καθιερωμένα κριτήρια. Τον 20ό αιώνα δημιουργήθηκαν πολλά έργα τέχνης που ξέφευγαν από τα κατεστημένα του παρελθόντος, όπως στη μουσική (π.χ. Στραβίνσκι Игорь Стравинский, Ρ. Στράους Richard Strauss κ.λπ.), στη ζωγραφική και γλυπτική (π.χ. Καντίσκι, Василий Кандинский, Πικάσο Pablo Picasso) κ.λπ.
Ένα άλλο είναι το περιβάλλον του. Μια εικόνα μέσα στην εκκλησία με παρακινεί να τη φιλήσω και να ανάψω ένα κερί, μέσα σε ένα μουσείο με κάνει να θαυμάζω το χρώμα, το σχήμα, τις γραμμές της, στο εικονοστάσι μου με συγκινεί μεταφέροντάς μου τα συναισθήματα ασφάλειας και σεβασμού που ένιωθα παιδάκι όταν τη θύμιαζε η γιαγιά μου. Τα γλυπτά του Παρθενώνα απομακρύνθηκαν από το αέτωμά του για να σωθούν από τυχόν καταστροφές. Αυτό, όμως, σήμανε καταστροφή του Παρθενώνα, που αποτελεί μνημείο, σαν ένα σύνολο, και μάλιστα με παγκόσμια ακτινοβολία. Ο Παρθενώνας ήταν το περιβάλλον των γλυπτών του.
Ένα τρίτο είναι, όπως αναφέρθηκε, η υποδοχή του κοινού, το οποίο συγκινείται όχι μόνο από το έργο τέχνης καθαυτό, αλλά και από τους λοιπούς που το δέχονται. Μια αριστουργηματική συμφωνία με κάνει να χειροκροτώ μόλις τελειώσει. Τα έργα τέχνης συνδέονται με δράση. Όμως, δεν κάνω το ίδιο όταν δεν υπάρχει κοινό, όπως όταν την ακούω στην τηλεόραση.
Το μουσείο αφαιρεί το δεύτερο στοιχείο που αναφέρθηκε, με τη συγκίνηση που του αναλογεί. Τα έργα που φυλάσσονται στα μουσεία δεν έχουν λειτουργικότητα, δεν οδηγούν στη δράση που ήταν σχεδιασμένα να προκαλούν. Στο μουσείο που εγκαινιάσθηκε είδα π.χ. ναυτικά φυλλάδια παλιών Συριανών ναυτικών. Άχρηστα πια για τους χρήστες τους, χρησιμεύουν, όμως, για τη διατήρηση της μνήμης τους. Τι στοιχεία έγραφε αυτό το φυλλάδιο; Τι απαιτούνταν τότε για να είναι κάποιος ναυτικός; Αντισταθμίζοντας, η αφαίρεση της λειτουργικότητας ελαχιστοποιεί την αναπόφευκτη φθορά. Η χρήση επιταχύνει τη φθορά. Ακόμη και το φως για να φωτογραφηθεί ένα αρχαίο εύρημα μπορεί να το φθείρει. Η γη θα ήταν άριστο μουσείο, αν ήταν ανοικτή στο κοινό. Αλλά δεν είναι.
Η συντήρηση ενός μουσείου απαιτεί σημαντικές δαπάνες. Ένας πίνακας του Βαν Γκογκ (Vincent Van Gogh) που όσο ζούσε είχε μηδενική τιμή, τώρα αξίζει μια περιουσία. Θα γινόμουν πλούσιος αν τον έκλεβα. Το μουσείο πρέπει, λοιπόν, να φυλάσσεται καλά. Τη φύλαξή του πληρώνομε με το εισιτήριό μας.
