Για την Ευδοξενία, το πέρασμα σε έναν άγνωστο μαγικό τόπο δεν αποτελεί απόδραση από την πραγματικότητα. Τη φέρνει μπροστά σε μια αποστολή από την οποία εξαρτάται η επιβίωση ενός ολόκληρου βασιλείου. Στο βιβλίο «Το δάσος των ψιθύρων», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παράξενος Ελκυστής, η Εύα Σκούμπου ακολουθεί την ηρωίδα και την πιστή της σύντροφο, την Κούπερ, σε έναν κόσμο όπου ξωτικά, νεράιδες, δράκοι και Προστάτες των στοιχείων συνυπάρχουν με δυνάμεις πολύ παλαιότερες από τους ίδιους.
Η κλοπή των τεσσάρων Ιερών Κρυστάλλων από τους Μαύρους Δράκους έχει διαταράξει τη λειτουργία της φωτιάς, του ανέμου, του νερού και της γης. Η Ευδοξενία καλείται να διασχίσει βασίλεια, βουνά και επικίνδυνους τόπους, αναζητώντας όσα μπορούν να αποτρέψουν την κατάρρευση αυτού του κόσμου. Η πορεία της, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την αναμέτρηση με εξωτερικούς εχθρούς. Οι αμφιβολίες, οι φόβοι και τα αναπάντητα ερωτήματα για την ίδια της την ταυτότητα ακολουθούν κάθε βήμα της. Έτσι, πίσω από τη δράση και τη μαγεία, διαμορφώνεται μια ιστορία ενηλικίωσης, αυτογνωσίας και εμπιστοσύνης.
Η διαδρομή της Εύας Σκούμπου δεν ακολουθεί μια αναμενόμενη ευθεία. Σπούδασε στο Τμήμα Μηχανικών Επιστήμης Υλικών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ενώ στη συνέχεια στράφηκε στο Visual Merchandising, στο fitness και στην ευεξία. Η επιστημονική σκέψη, η αισθητική και η ανάγκη της να αφηγείται ιστορίες συναντιούνται στη δημιουργική της ταυτότητα. Είτε σχεδιάζει μια οπτική εμπειρία είτε οικοδομεί έναν φανταστικό κόσμο, την ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο τα υλικά, το φως, η φύση και η μεταμόρφωση μπορούν να αποκτήσουν συναίσθημα και να μιλήσουν στον άνθρωπο.
Κυρία Σκούμπου, ποια ήταν η πρώτη εικόνα από την οποία γεννήθηκε το βιβλίο «Το δάσος των ψιθύρων»; Είδατε πρώτα την Ευδοξενία ανάμεσα στα δέντρα, τους Ιερούς Κρυστάλλους ή έναν κόσμο που έχανε σταδιακά τη μαγεία του;
Είδα πρώτα την πρωταγωνίστριά μου, μαζί με την πιστή της συντροφιά, και τον τόπο μέσα στον οποίο ήθελα να ξεδιπλωθεί η ιστορία τους. Ήταν περισσότερο μια εικόνα και μια αίσθηση παρά μια ολοκληρωμένη πλοκή. Στη συνέχεια ήρθαν τα νοήματα που ήθελα να κρύβει η ιστορία: η φιλία, η πίστη στον εαυτό μας, η δύναμη να αντιμετωπίζουμε τους φόβους μας και η σχέση μας με τη φύση. Από εκεί και πέρα άρχισα, κομμάτι κομμάτι, να χτίζω τον κόσμο, τους χαρακτήρες και την περιπέτεια.
Η Ευδοξενία μοιράζεται το βαφτιστικό σας όνομα. Γιατί θελήσατε να δώσετε στην κεντρική ηρωίδα ένα τόσο προσωπικό στοιχείο; Υπάρχουν δικές σας σκέψεις, φόβοι ή βιώματα μέσα στον χαρακτήρα της ή το κοινό όνομα λειτουργεί περισσότερο ως συγγραφική μεταμφίεση;
Το όνομα Ευδοξενία έχει για μένα ιδιαίτερη συναισθηματική αξία, καθώς ήταν το όνομα της γιαγιάς μου, η οποία έφυγε από τη ζωή πολύ νωρίς. Δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω πραγματικά, όμως μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων που τη γνώρισαν κατάφερα, με έναν τρόπο, να σχηματίσω τη δική μου εικόνα για εκείνη και για το υπέροχο ποιόν του ανθρώπου που υπήρξε. Έτσι, δίνοντας το όνομά της στην ηρωίδα μου, ένιωσα πως ένα μικρό κομμάτι αυτής της μνήμης μπορούσε να συνεχίσει να υπάρχει μέσα σε μια ιστορία. Όσο για το πόσα δικά μου στοιχεία κρύβονται στην Ευδοξενία, θα προτιμούσα να αφήσω τον αναγνώστη να το ανακαλύψει, ή ακόμη και να το φανταστεί, μόνος του.
Όταν η Ευδοξενία φτάνει στον καινούργιο κόσμο, ορισμένα πλάσματα μοιάζουν να γνωρίζουν περισσότερα για εκείνη απ’ όσα γνωρίζει η ίδια. Πώς χτίσατε αυτό το μυστήριο γύρω από την ταυτότητά της και πόσο καθοριστική είναι η ανακάλυψη του παρελθόντος της για την αποστολή που αναλαμβάνει;
Ήθελα από την αρχή να υπάρχει η αίσθηση πως η παρουσία της Ευδοξενίας σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι τυχαία. Έτσι, έχτισα το μυστήριο σταδιακά, μέσα από μικρές ενδείξεις και ερωτήματα που δεν βρίσκουν αμέσως απάντηση. Η ανακάλυψη του τι πραγματικά τη συνδέει με αυτόν τον τόπο είναι καθοριστική και πολύ πιο βαθιά απ’ όσο αρχικά περιμένουμε. Ένα μέρος της αλήθειας αποκαλύπτεται στο πρώτο βιβλίο, όμως το μυστήριο συνεχίζει να ξεδιπλώνεται και στο επόμενο.
Η Κούπερ παραμένει στο πλευρό της Ευδοξενίας από την αρχή της περιπέτειας. Τι αντιπροσωπεύει αυτή η σχέση μέσα στο βιβλίο; Είναι η Κούπερ ένα στήριγμα, ένας δεσμός με την προηγούμενη ζωή της ηρωίδας ή η παρουσία που της θυμίζει ποια είναι όταν όλα γύρω της αλλάζουν;
Η Κούπερ συμβολίζει όλα αυτά, αλλά πάνω απ’ όλα την ανιδιοτελή αγάπη και τον ξεχωριστό δεσμό που μπορεί να δημιουργηθεί ανάμεσα στον άνθρωπο και ένα ζώο. Είναι το στήριγμα της Ευδοξενίας, η σταθερή παρουσία δίπλα της όταν όλα γύρω της αλλάζουν. Ήθελα μέσα από τη σχέση τους να δείξω πως τα ζώα μπορούν να αποτελέσουν ένα πραγματικό δώρο στη ζωή μας· και πως κάποιες φορές η αγάπη τους μάς δίνει δύναμη χωρίς να χρειάζεται ούτε μία λέξη.
Ο τίτλος στρέφει την προσοχή στο ίδιο το δάσος και στους ψιθύρους του. Τι είναι αυτό που προσπαθεί να πει το δάσος; Μεταφέρει μνήμες, προειδοποιήσεις και αλήθειες ή ακούει ο κάθε άνθρωπος μέσα του όσα είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει;
Το Δάσος είναι ένας καθρέφτης του κόσμου που κρύβουμε μέσα μας. Οι ψίθυροί του δεν έρχονται για να μας δώσουν έτοιμες απαντήσεις, αλλά για να ξυπνήσουν όσα ίσως υπήρχαν πάντα εκεί και δεν είχαμε ακόμη το θάρρος να ακούσουμε. Για μένα, αυτή είναι και η μαγεία του: κάθε άνθρωπος μπορεί να ακούσει έναν διαφορετικό ψίθυρο, τη στιγμή ακριβώς που είναι έτοιμος να τον καταλάβει.
Ο κόσμος που δημιουργήσατε κατοικείται από ξωτικά, νεράιδες, δράκους και Προστάτες των στοιχείων. Ποιους κανόνες θέσατε για τη λειτουργία της μαγείας και ποια όρια δεν επιτρέπεται να ξεπεράσει ούτε ο ισχυρότερος χαρακτήρας;
Δεν θέλησα να περιορίσω τη μαγεία μέσα σε ένα αυστηρό σύνολο κανόνων. Ήθελα να αποτελεί φυσικό κομμάτι αυτού του κόσμου, συνδεδεμένο με τα στοιχεία της φύσης και την ισορροπία μεταξύ τους. Το σημαντικότερο όριο, λοιπόν, είναι η ίδια η ισορροπία· ακόμη και η μεγαλύτερη δύναμη έχει συνέπειες όταν χρησιμοποιείται με τρόπο που τη διαταράσσει.
Οι τέσσερις Ιεροί Κρύσταλλοι συνδέονται με τη φωτιά, τον άνεμο, το νερό και τη γη. Γιατί επιλέξατε να εξαρτάται η ισορροπία του κόσμου από συγκεκριμένα υλικά αντικείμενα; Επηρέασαν οι σπουδές σας στην Επιστήμη των Υλικών τον τρόπο με τον οποίο φανταστήκατε τις ιδιότητες και τη δύναμή τους;
Η επιλογή των Κρυστάλλων προέκυψε καθαρά μέσα από τη φαντασία μου και όχι από τις σπουδές μου στην Επιστήμη των Υλικών. Έχω, όμως, βαθιά αγάπη για τη φύση και πιστεύω πως μπορεί να προσφέρει πολλά στον άνθρωπο, αρκεί να της δώσουμε τον χώρο να το κάνει. Γι’ αυτό μου άρεσε η ιδέα κάθε στοιχείο της φύσης να συνδέεται με έναν Ιερό Κρύσταλλο και όλοι μαζί να αποτελούν μέρος μιας εύθραυστης ισορροπίας. Ίσως, τελικά, αυτή η ισορροπία να μην αφορά μόνο τον φανταστικό κόσμο του βιβλίου.
Οι Μαύροι Δράκοι εμφανίζονται ως η απειλή που ενεργοποιεί την περιπέτεια. Διαθέτουν, όμως, δική τους ιστορία και κίνητρα ή εκπροσωπούν μια πιο απόλυτη μορφή σκοταδιού; Πόσο σας ενδιέφερε να αποφύγετε τη γνώριμη διαίρεση ανάμεσα στους εντελώς καλούς και στους αμετάκλητα κακούς;
Οι Μαύροι Δράκοι δεν είναι απλώς οι «κακοί» της ιστορίας. Ο καθένας έχει τη δική του διαδρομή και αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό. Για κάποιους το σκοτάδι είναι απόλυτο, για άλλους όμως κρύβει αιτίες, επιλογές και μια ιστορία που δεν έχει ακόμη ειπωθεί. Επίσης, όσο προχωρά η ιστορία, ανακαλύπτουμε πως ορισμένοι μπορεί να συνδέονται με την Ευδοξενία πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσαμε αρχικά να φανταστούμε.
Η Ευδοξενία δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο δράκους και κινδύνους, αλλά και φόβους που αποκτούν σχεδόν πραγματική υπόσταση. Ποιος είναι ο βαθύτερος φόβος της και γιατί δεν μπορεί να τον νικήσει με τον ίδιο τρόπο που θα αντιμετώπιζε έναν εξωτερικό εχθρό;
Είναι κάτι που θα αποκαλυφθεί στη συνέχεια της ιστορίας. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως δεν θέλησα να δημιουργήσω μια αψεγάδιαστη ηρωίδα. Η Ευδοξενία φοβάται, αμφιβάλλει, έχει αδυναμίες και δεν παίρνει πάντα τις σωστές αποφάσεις. Για μένα, όμως, εκεί βρίσκεται η ομορφιά της· όπως και στους ανθρώπους, η πραγματική μαγεία δεν βρίσκεται στην τελειότητα, αλλά σε όλα εκείνα τα μικρά ψεγάδια που μας κάνουν μοναδικούς.
Στη διάρκεια της αποστολής της, η ηρωίδα συναντά συμμάχους εκεί όπου ίσως δεν τους περιμένει. Με ποιο κριτήριο αποφασίζει ποιον μπορεί να εμπιστευτεί; Υπάρχει κάποια συμμαχία που ανατρέπει όσα πίστευε μέχρι τότε για τον συγκεκριμένο κόσμο ή για τον ίδιο της τον εαυτό;
Η Ευδοξενία παρατηρεί τους ανθρώπους και τα πλάσματα που συναντά, προσπαθεί να κατανοήσει τις προθέσεις τους, όμως πάνω απ’ όλα στηρίζεται στη διαίσθησή της. Δεν έχει πάντα αποδείξεις για το ποιον μπορεί να εμπιστευτεί· κάποιες φορές απλώς νιώθει ποιος αξίζει να σταθεί δίπλα της. Και ναι, στην πορεία θα υπάρξουν συμμαχίες που θα την κάνουν να αμφισβητήσει όσα θεωρούσε μέχρι τότε δεδομένα.
Η αναζήτηση των Κρυστάλλων δίνει στην ιστορία έναν σαφή εξωτερικό στόχο. Ποια είναι, όμως, η εσωτερική ανάγκη που κινεί πραγματικά την Ευδοξενία; Θέλει να σώσει το βασίλειο, να αποδείξει την αξία της ή να καταλάβει γιατί βρέθηκε εξαρχής εκεί;
Ολόκληρο το ταξίδι της Ευδοξενίας είναι, κατά βάθος, μια διαδρομή προς τα μέσα. Μέσα στη σιωπή, στους φόβους και σε όσα συναντά, αρχίζει να ακούει πιο καθαρά τον εαυτό της και να ανακαλύπτει όσα υπήρχαν ήδη μέσα της. Αυτό θα ήθελα να συμβολίζει και για κάθε άνθρωπο: πως όταν στρέφουμε για λίγο το βλέμμα προς τα μέσα και αφήνουμε τη σιωπή να μας μιλήσει, μπορεί να ανακαλύψουμε έναν ολόκληρο κόσμο που περιμένει να τον γνωρίσουμε.
Θέλατε μέσα από αυτόν τον κόσμο να μιλήσετε και για τη σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον και για τις συνέπειες που προκαλεί η διατάραξη της ισορροπίας του;
Ναι, σίγουρα. Ήθελα να μιλήσω τόσο για την ανάγκη προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος όσο και για τη βαθύτερη σύνδεση του ανθρώπου με τη φύση. Πιστεύω πως πολλές φορές ξεχνάμε ότι δεν στεκόμαστε απέναντί της, αλλά αποτελούμε μέρος της. Η φύση έχει τον δικό της ρυθμό, τη δική της σιωπή και μπορεί να μας προσφέρει πολύ περισσότερα απ’ όσα αντιλαμβανόμαστε, αρκεί να είμαστε ανοιχτοί να τα δεχτούμε. Παράλληλα, κάθε διατάραξη της ισορροπίας της έχει συνέπειες. Έτσι, η ισορροπία των στοιχείων στον φανταστικό κόσμο του βιβλίου λειτουργεί και ως μια υπενθύμιση για τη σχέση που επιλέγουμε να έχουμε με τον δικό μας κόσμο.
Η ιστορία μπορεί να διαβαστεί τόσο από νεότερους όσο και από ενήλικους αναγνώστες. Είχατε εξαρχής στο μυαλό σας μια συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα ή προτιμήσατε να γράψετε ένα σύγχρονο παραμύθι που αλλάζει νόημα ανάλογα με την ηλικία και τις εμπειρίες εκείνου που το διαβάζει;
Στην αρχή ξεκίνησα να το γράφω έχοντας περισσότερο στο μυαλό μου ένα παιδικό βιβλίο. Στην πορεία, όμως, η ιστορία εξελίχθηκε μαζί με τους χαρακτήρες της και απέκτησε περισσότερα επίπεδα και βαθύτερα νοήματα. Έτσι, κατέληξε να γίνει ένα σύγχρονο παραμύθι που, για μένα, δεν περιορίζεται από την ηλικία. Ένα παιδί ή ένας νεότερος αναγνώστης μπορεί να ταξιδέψει μέσα από τη μαγεία, τους δράκους και την περιπέτεια, ενώ ένας ενήλικος μπορεί να ανακαλύψει πίσω από αυτά την αυτογνωσία, τους φόβους, την εσωτερική αναζήτηση και τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Ίσως τελικά η ίδια ιστορία να ψιθυρίζει κάτι διαφορετικό στον καθένα, ανάλογα με τη στιγμή της ζωής στην οποία τη συναντά.
Σε μια μεγάλη μερίδα της σύγχρονης λογοτεχνίας του φανταστικού κυριαρχούν αγγλοσαξονικά ονόματα και γνώριμα ξενόγλωσσα μοτίβα. Η επιλογή του ονόματος Ευδοξενία δίνει στην ηρωίδα μια διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα. Σας απασχόλησε συνειδητά η παρουσία ελληνικών στοιχείων μέσα στον φανταστικό σας κόσμο;
Ναι, με απασχόλησε πολύ και είναι κάτι που θέλω να εξερευνώ ακόμη περισσότερο μέσα από τη γραφή μου. Μου αρέσει η ιδέα να συνδυάζω το ελληνικό στοιχείο με τη φαντασία και τη μαγεία και να μεταφέρω πραγματικούς ελληνικούς τόπους μέσα σε ιστορίες φαντασίας. Μάλιστα, στο επόμενο βιβλίο μου, που αποτελεί μια εντελώς διαφορετική ιστορία, αυτό το στοιχείο γίνεται ακόμη πιο έντονο, με πολλά μέρη και εικόνες από την Ελλάδα .
Και θα σας το πω πολύ απλά: έχετε δει τους καταρράκτες και τα βουνά της Ηπείρου; Τα δάση, τα νερά και τα τοπία της Κέρκυρας; Υπάρχουν στιγμές που βρίσκεσαι μπροστά τους και σκέφτεσαι ότι θα μπορούσαν να ανήκουν αυτούσια σε έναν κόσμο φαντασίας. Αν αυτή δεν είναι σκέτη μαγεία, τότε πραγματικά δεν ξέρω τι είναι. Για μένα η Ελλάδα έχει αμέτρητες ιστορίες φαντασίας κρυμμένες στα τοπία της· αρκεί να τα κοιτάξεις λίγο διαφορετικά.
Η επαγγελματική σας σχέση με το Visual Merchandising σάς έχει μάθει να αφηγείστε μια ιστορία μέσα από χρώματα, υλικά, φωτισμούς και τη θέση των αντικειμένων στον χώρο. Πώς μεταφέρατε αυτή την οπτική εμπειρία στις εικόνες του βιβλίου; Υπάρχει κάποιος τόπος του μαγικού βασιλείου που θα θέλατε ιδιαίτερα να δείτε αποτυπωμένο στην οθόνη;
Θεωρώ πολύ σημαντικό ένα βιβλίο να γεννά εικόνες στον αναγνώστη, χωρίς όμως να του στερεί τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τη δική του φαντασία. Γι’ αυτό έδωσα ιδιαίτερη προσοχή στο να δημιουργήσω έναν κόσμο που να γίνεται αισθητός μέσα από όλες τις αισθήσεις: την όραση, την αφή, τον ήχο, ακόμη και τη γεύση. Ήθελα ο αναγνώστης να μη διαβάζει απλώς για έναν μαγικό τόπο, αλλά να νιώθει, έστω για λίγο, ότι βρίσκεται μέσα σε αυτόν.
Αν υπήρχε μία σκηνή που θα ήθελα πολύ να δω να ζωντανεύει στην οθόνη, θα ήταν ένα βράδυ στο Δάσος των Ψιθύρων. Θα ήθελα να δω την Ευδοξενία και την Αστροφτερούγο μαζί με τα ξωτικά, τις νεράιδες και όλα τα πλάσματα του Δάσους, καθισμένους γύρω από τη φωτιά, να μοιράζονται ιστορίες, να πίνουν ζεστό τσάι από τα βότανα του Δάσους και να απολαμβάνουν λιχουδιές φτιαγμένες από τους καρπούς και τα φρούτα του.
Επιλέξατε να γράψετε μια μεγάλη περιπέτεια σε σχετικά περιορισμένη έκταση. Πόσο δύσκολο ήταν να αποφασίσετε ποια τμήματα του κόσμου και του παρελθόντος των χαρακτήρων θα παρουσιάζονταν στο πρώτο βιβλίο και ποια θα έμεναν σκόπιμα στη σκιά; Η ιστορία της Ευδοξενίας έχει ολοκληρωθεί ή υπάρχουν ακόμη ψίθυροι που περιμένουν να ακουστούν;
Νομίζω πως σε έναν κόσμο φαντασίας δεν χρειάζεται να αποκαλύπτονται όλα από την πρώτη στιγμή. Μου άρεσε να υπάρχουν ερωτήματα που μένουν ανοιχτά, μυστικά γύρω από τους χαρακτήρες και λεπτομέρειες που ο αναγνώστης ίσως προσπεράσει αρχικά, αλλά αργότερα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.
Η ιστορία της Ευδοξενίας, λοιπόν, έχει ακόμη πολλά να μας αποκαλύψει. Στο δεύτερο βιβλίο αρκετά από τα μυστήρια και τα αναπάντητα ερωτήματα του πρώτου βρίσκουν τις απαντήσεις τους, ενώ παράλληλα η ιστορία ανοίγει ακόμη περισσότερο. Υπάρχουν ακόμη πολλοί ψίθυροι που περιμένουν να ακουστούν και κάποιοι από αυτούς ίσως αλλάξουν όσα πιστεύαμε ότι γνωρίζαμε για την ιστορία .
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας του φανταστικού βρίσκεται στην προσωρινή φυγή από την πραγματικότητα ή στη δυνατότητά της να μας επιστρέφει σε αυτήν με διαφορετικό βλέμμα; Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης όταν αφήσει πίσω του το βιβλίο «Το δάσος των ψιθύρων» και επιστρέψει στον δικό του κόσμο;
Για μένα η φαντασία είναι μία από τις πιο αγνές μορφές έκφρασης της ψυχής. Δεν τη βλέπω μόνο ως έναν τρόπο να ξεφεύγουμε για λίγο από την πραγματικότητα. Τη βλέπω περισσότερο σαν ένα κλειδί που ανοίγει εκείνο το ήσυχο δωμάτιο που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο, όπου κρύβονται σκέψεις, συναισθήματα, φόβοι, όνειρα και κομμάτια του εαυτού μας που ίσως μέσα στον θόρυβο της καθημερινότητας δεν προλαβαίνουμε να ακούσουμε .
Αν θα ήθελα, λοιπόν, να κρατήσει κάτι ο αναγνώστης από «Το Δάσος των Ψιθύρων», είναι να θυμάται πως μέσα του υπάρχει πολύ περισσότερη δύναμη απ’ όση ίσως πιστεύει. Να μη φοβάται τις αδυναμίες του, να πιστεύει στη δύναμη της φιλίας και της ανιδιοτελούς αγάπης και, κάποιες φορές, να αφήνει για λίγο τον θόρυβο γύρω του να σωπαίνει, ώστε να ακούσει τους δικούς του ψιθύρους.
