iatrikh klp
Αίθουσα ΣύνταξηςΑπόψεις

Ιατρική: Μια παραδοσιακή αρχόντισσα ή μήπως μια πραγματική Μαντάμ Σουσού;

Για τις πραγματικές δυνατότητες της σύγχρονης ιατρικής, την εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών υγείας και την εξάπλωση επιστημονικά ατεκμηρίωτων πρακτικών γράφει ο dr Νίκος Κώτσης.

Μια κριτική προσέγγιση των πραγματικών δυνατοτήτων της σύγχρονης ιατρικής, της εμπορευματοποίησης των υπηρεσιών υγείας και της εξάπλωσης επιστημονικά ατεκμηρίωτων πρακτικών.

Η Ιατρική ως επιστήμη και πράξη διαχρονικά εκθειάζεται, τιμάται και εξαίρεται περισσότερο για τη νομιζόμενη αξία της παρά για την αντικειμενική θέση που κατέχει τόσο στο επιστημολογικό επίπεδο ανάπτυξής της όσο και στην καθαρά κοινωνική της προσφορά.

Από επιστημολογικής σκοπιάς, η ιατρική επιστήμη ανήκει στις επιστήμες της φύσης και ειδικότερα είναι κλάδος της βιολογίας (μελέτης της έμβιας ύλης, της συνθετότερης έως σήμερα γνωστής μορφής ύλης).

Η μελέτη των φυσικών επιστημών, μετά την επικράτηση (προ τριών περίπου αιώνων) της γνωσιολογικής μεθόδου του εμπειρισμού έναντι του ιδεαλιστικού ορθολογισμού, επαφίεται στην παρατήρηση, στο πείραμα και στην επαλήθευση των ευρημάτων επί της πράξης. Τα πορίσματα που προκύπτουν από το τρίπτυχο της ως άνω μεθοδολογικής προσέγγισης, συνδυαζόμενα μεταξύ τους, συγκροτούν τη (βασισμένη σε αποδείξεις = based on evidence) θεωρητική βάση του όλου οικοδομήματος εκάστου κλάδου των φυσικών επιστημών.

Η θεωρητική αυτή βάση αποκτά τόσο μεγαλύτερη αξιοπιστία, συνέπεια και αρμονία όσο πιο πολύ είναι διατυπωμένη στη γλώσσα των μαθηματικών.

Στον βαθμό που τα επιμέρους εμπειρικά δεδομένα του παζλ μιας θεωρίας δεν είναι μετρήσιμα, παραμένουν σε περιγραφικό επίπεδο και αδυνατούν να διατυπωθούν με μαθηματικούς όρους, στον ίδιο βαθμό περιορίζεται και η αξιοπιστία της περιγραφής. Ο ίδιος ο εμπειρισμός (χωρίς μαθηματικά) διαβρέχεται από μεθοδολογικό σκεπτικισμό που μειώνει την αντικειμενικότητα και αξιοπιστία του όλου θεωρητικού οικοδομήματος.

Είναι γνωστό πως, μέχρι αυτή τη στιγμή, στον χώρο των φυσικών επιστημών ο κλάδος της Φυσικής (που αποτελεί τη βάση της τεχνολογίας, αλλά είναι επίσης πολύτιμος αρωγός όλων σχεδόν των άλλων φυσικών επιστημών, της ιατρικής βεβαίως χωρίς καμία αμφιβολία) γνώρισε τον μεγαλύτερο βαθμό μαθηματικοποίησης.

Το αν στους διάφορους άλλους κλάδους (π.χ. γεωλογίας, βοτανολογίας κ.ο.κ.) η υστέρηση ως προς τη μαθηματικοποίηση οφείλεται σε μειωμένο επιστημονικό και οικονομικό ενδιαφέρον, σε μειωμένα κονδύλια έρευνας κ.ο.κ., δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω.

Ωστόσο, όσον αφορά τις βιολογικές επιστήμες και ιδίως την Ιατρική, θεωρώ πως η υστέρηση αυτή δεν εξηγείται με τους ως άνω λόγους, καθόσον και ιδιαίτερο επιστημονικό, κοινωνικό και οικονομικό ενδιαφέρον υπάρχει και οι πόροι που διατίθενται στην έρευνα είναι σημαντικοί.

Είναι φανερό πως το πρόβλημα βρίσκεται στην αντίσταση και δυσκολία την οποία η πολυπλοκότητα και πολυπαραγοντικότητα της έμβιας ύλης προβάλλει στο έργο της πλήρους αποκωδικοποίησης των μυστικών της.

Ενδεικτικά θα μπορούσε να λεχθεί πως η μαθηματική συνάρτηση ακόμη και του πλέον απλού, με την πρώτη ματιά, βιολογικού-ιατρικού στοιχείου (π.χ. αρτηριακής πίεσης, θερμοκρασίας σώματος κ.ο.κ.), με τους ειδικούς καθοριστές του (τις μεταβλητές), εμπεριέχει πληθώρα συντελεστών και όρων, διάφορου βαθμού και τύπου μηχανισμών εσωτερικών σχέσεων μεταξύ τους, ενώ δίπλα στους γνωστούς συντελεστές και όρους αναδύονται (καθώς η απουσία τους από τη συνάρτηση είναι εμφανής) πολύ περισσότεροι, αγνώστου αριθμού, φύσεως και επιρροής συντελεστές και όροι, κάτι που καθιστά το άπειρον και το μηδέν έτοιμα να εμφιλοχωρήσουν επιθετικά και χαοτικά σε μια εξίσωση η οποία ζητά επίλυση από έναν αναλογικό ανθρώπινο εγκέφαλο.

Δεν είναι τυχαίο πως, παρά τις σημαντικές προόδους της ιατρικής επιστήμης τις τελευταίες ιδίως δεκαετίες, η ιατρική αδυνατεί να απαντήσει αποτελεσματικά σε θεμελιώδη ερωτήματα που την αφορούν ταυτοτικά, όπως, παραδείγματος χάριν, η αιτιολογία, παθοφυσιολογία και θεραπεία της κακοήθους εκτροπής, η πειστική ερμηνεία και διευκρίνηση των μηχανισμών αυτοανοσίας, ενώ η κατανόηση πληθώρας χρόνιων φλεγμονωδών, εκφυλιστικών και άλλων νοσημάτων (π.χ. νόσων του ΚΝΣ, ψυχιατρικών διαταραχών κ.ο.κ.) απέχει πολύ από το να θεωρείται ολοκληρωμένη και όχι απλώς περιγραφική, ενώ η διαθέσιμη θεραπευτική αντιμετώπιση των νοσημάτων αυτών επίσης απέχει πολύ από το να είναι αιτιολογική και αποτελεσματική και όχι απλώς συμπτωματική, κατευναστική και παρηγορητική.

Αυτή η χαοτική πολυπλοκότητα αναγκάζει την ιατρική να καταφεύγει συχνά στη στατιστική (στα μεγάλα νούμερα), κρύβοντας κατά κάποιον τρόπο την αδυναμία της να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στη ρίζα και στις γενεσιουργές του αιτίες και, παράλληλα, να το εξατομικεύσει στον κάθε συγκεκριμένο ασθενή.

Συνοπτικά, οι ιατρικές προκλήσεις για τις οποίες υπάρχουν αυτή τη στιγμή ικανοποιητικές επιστημονικές απαντήσεις είναι ένα μικρό κλάσμα των προκλήσεων που μένουν σε εκκρεμότητα και απασχολούν τόσο την επιστημονική κοινότητα των ιατρών όσο και τους ασθενείς τους.

Με λίγα και απλά λόγια, αυτά που μπορεί να προσφέρει η Ιατρική επιστήμη (της σήμερον ημέρας) στους ασθενείς της είναι (χωρίς, ωστόσο, δική της υπαιτιότητα, αλλά καθαρά λόγω της πολυπλοκότητας του βιολογικού αντικειμένου το οποίο πραγματεύεται) κατά πολύ λιγότερα από αυτά που καλείται να προσφέρει.

Να ένα αντικειμενικό κριτήριο βάσει του οποίου το επίπεδο ανάπτυξης μιας επιστήμης μπορεί να συγκριθεί με το επίπεδο μιας άλλης.

Η αντίστιξη με τη Φυσική και την Τεχνολογία είναι κραυγαλέα, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός πως η Φυσική (και το τέκνο της, η Τεχνολογία) όχι μόνο καλύπτουν τις περισσότερες υπό ζήτηση (στον τομέα τους) ανάγκες του ανθρώπου, αλλά, τρόπον τινά, τρέχουν μπροστά από την εποχή του, δημιουργώντας νέες τεχνητές ανάγκες, οι οποίες πολλές φορές προκαλούν αμηχανία και με τις οποίες ο άνθρωπος (ιδίως κάποιας μεγαλύτερης ηλικίας) δυσκολεύεται στην κυριολεξία να συντονιστεί (π.χ. κινητά τηλέφωνα, διαδίκτυο, τεχνητή νοημοσύνη, διαστημικά ταξίδια, τηλεεργασία, τηλεδιοίκηση κ.ο.κ.).

Στο κοινωνικό επίπεδο, η προσφορά ιατρικών υπηρεσιών διαχρονικά διατηρούσε μεγάλη ζήτηση. Αυτός είναι και ο λόγος που οι πάροχοι ιατρικών υπηρεσιών (ιατροί) διαχρονικά έχαιραν εκτίμησης και συγκροτούσαν μια σεβαστή και συνήθως καλά αμειβόμενη κοινωνική ελίτ.

Σε ένα κοινωνικό σύστημα, μάλιστα, όπου η οικονομική ισχύς και το κέρδος εκθειάζονται και, πολύ περισσότερο, όταν αποθεώνονται (γίνονται ταμπού), γενικά η παροχή υπηρεσιών υγείας αναδεικνύεται ως σημαντικός τομέας επικερδούς επαγγελματικής δραστηριότητας, τόσο στο επίπεδο της ιδιωτικής απασχόλησης όσο και σε αυτό της επιχειρηματικής δραστηριότητας (corporation).

Αποδεχόμενη, όμως, έναν επαγγελματικό-επιχειρηματικό χαρακτήρα, η παροχή ιατρικών υπηρεσιών αναγκαστικά μπαίνει στον χορό του οικονομικού ανταγωνισμού (της αγοράς), ακολουθεί τους κανόνες και μηχανισμούς μάρκετινγκ και προσαρμόζεται στο δαρβινικό πρότυπο: το μεγάλο ψάρι (ο ισχυρός «μαρκετικά») τρώει το μικρό.

Εις μάτην πασχίζουν κάποιες πολιτικές πρωτοβουλίες σοσιαλιστικής αντίληψης (αν και όταν σποραδικά βρίσκονται σε θέσεις κυβερνητικής εξουσίας) να θεσπίσουν και να οργανώσουν Εθνικά Συστήματα Υγείας, για να εφαρμόσουν, στον χώρο της υγείας, αντιλήψεις κοινωνικής ισότητας και ισονομίας, καθιερώνοντας κοινά ποιοτικά στάνταρντ παροχής υπηρεσιών σε δημόσιες δομές, για όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως κοινωνικής και οικονομικής τάξης. Με την εναλλαγή της κυβερνητικής εξουσίας και μπροστά στην αμείλικτη προέλαση της αγοράς, στο τέλος της ημέρας οι περισσότερες από αυτές τις προσπάθειες συλλογικής αντιμετώπισης του θέματος υπονομεύονται, υποχωρούν ή λασπώνουν.

Στο επίπεδο τώρα των πολιτών και κάτω από την όραση του παραμορφωτικού φακού του μάρκετινγκ, επικρατεί ο μύθος πως όσο πιο ακριβά πληρώνεις τόσο πιο ποιοτικές υπηρεσίες υγείας λαμβάνεις.

Ο πολίτης, στο άκουσμα των επίμονων σειρήνων της αγοράς, ακόμη και για απλό, πολύ δε περισσότερο για κάποιο σοβαρό και χρόνιο πρόβλημα υγείας, το οποίο ούτως ή άλλως δεν επιδέχεται οριστική λύση στο πλαίσιο του επιπέδου ανάπτυξης της ιατρικής επιστήμης τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, δεν διστάζει να παρακάμψει τις παραδοσιακές και θεσπισμένες από το κράτος υγειονομικές δομές (εξωτερικά ιατρεία, προσωπικός ιατρός, δημόσια νοσοκομεία) και να παρελαύνει στον πανάκριβο ιδιωτικό τομέα, από τον έναν κατασκευασμένο «εξπέρ του είδους» στον άλλο, από το ένα πολυδιαφημισμένο ιδιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα στο άλλο, καταλήγοντας στο τέλος να μένει είτε με «μια από τα ίδια» (αφού ίδια είναι η αγωγή για τα συνήθη προβλήματα, όπου και αν αποταθεί· πολλές φορές είναι και χειρότερη στον ιδιωτικό τομέα για τον ευνόητο λόγο της επανεπίσκεψης) είτε με άλυτο και εκκρεμές το χρόνιο πρόβλημα υγείας και, την ίδια στιγμή, να έχει αποθέσει στα «κοράκια του είδους» ακριβό και μη ανταποδοτικό τίμημα.

Και αν μεν κάτι τέτοιο ισχύει για κάποιον που διαθέτει και περίσσευμα, τότε το όλο θέμα μπορεί να ερμηνευθεί ως έργο «θείας δίκης». Αν, όμως, πρόκειται για κάποιον που αγόρασε «φύκια για μεταξωτές κορδέλες» και έχασε ό,τι «είχε και δεν είχε», τότε πρόκειται περί σκοπούμενης συστημικής απάτης.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί πως η διογκωμένη αντίληψη περί των δυνατοτήτων και της εμβέλειας της ιατρικής ως επιστήμης, συνδυαζόμενη με τη ματαιοδοξία παλαιο- και κυρίως νεόπλουτων (και ταυτοχρόνως ελλειμματικής πολιτισμικής στάθμης) πολιτών, παράγει ένα εκρηκτικό μείγμα αδικαιολόγητων και εν τέλει επικίνδυνων προσδοκιών απέναντι στην ιατρική πράξη, οι οποίες φθάνουν μέχρι του σημείου να θεωρείται (από τους πλέον αφελείς αυτού του είδους) πως είναι δυνατόν να ανακτηθεί η χαμένη νεότητα και να αποφευχθεί ή να αναστραφεί η γήρανση, κατά τρόπο προνομιακό και αποκλειστικό, πληρώνοντας αδρά σε σύγχρονους «μάγους της ιατρικής», οι οποίοι είναι ειδικοί στο να εφαρμόζουν στο ανθρώπινο σώμα μεθόδους απομάκρυνσης τοξινών (γενικώς και αορίστως), εισαγωγής βλαστικών κυττάρων και ουκ έστιν αριθμός άλλων καινοτόμων «αντιγηραντικών» μεθόδων, οι οποίες, εννοείται, πως δεν έχουν καμία απολύτως επιστημονική ιατρική αξία, σημασία και τεκμηρίωση.

Τις πέραν πάσης ιατρικής εγκυρότητας τέτοιες αντιλήψεις υποθάλπουν και συντηρούν οι πλέον επιθετικοί και πλέον αδίστακτοι αγοραίοι επαγγελματίες υγείας. Και χώροι στους οποίους κυρίως διακινούνται οι αντιλήψεις αυτές είναι τα σημεία διεπαφής του πλούτου και των θηρευτών του πλούτου (π.χ. Κολωνάκι της Αθήνας). Οι «ιατρολάβοι» (κατ’ αντιστοιχία με την παρασιτική δραστηριότητα των «δικολάβων» του παλιού καιρού, γιατί πραγματικά ωχριά η ίδια η ιατρική επιστήμη αν κάποιος αποκαλέσει τους περί ων ο λόγος ιατρούς) κινούνται και ενεργούν πίσω από τις πλάτες της ιατρικής, με προβιά ιατρικής, δυστυχώς όμως βρίσκονται και «εκτός ανίχνευσης» των αισθητήρων του κράτους, το οποίο είναι υπεύθυνο για τις επιστημονικά πιστοποιημένες αδειοδοτήσεις.

Όμως, πέρα από το κράτος, σοβαρές ευθύνες αναλογούν στους τοπικούς Ιατρικούς Συλλόγους, στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο, στα Πειθαρχικά Συμβούλια των Συλλόγων και στις Επιστημονικές Εταιρείες, όργανα τα οποία κωφεύουν και επιδεικνύουν κακώς εννοούμενη συντεχνιακή κάλυψη υπέρ κατ’ όνομα συναδέλφων και αποφεύγουν να προβούν σε πειθαρχικούς ελέγχους για τη διαφήμιση ανυπόστατων και επικίνδυνων για την υγεία ιατρικών αντιλήψεων και πρακτικών.

Ας είμαστε ειλικρινείς: δίπλα στην «άυλη», ουδέτερη πολιτικά ιατρική επιστήμη, την οποία ενσαρκώνουν οι αθόρυβοι ερευνητές των βιοχημικών εργαστηρίων, των εργαστηρίων ιατρικής φυσιολογίας, μοριακής βιολογίας, γενετικής, ιατρικής φυσικής κ.ο.κ., μαζί με έναν σημαντικό αριθμό σκαπανέων σοβαρής κλινικής έρευνας και κλινικής προσφοράς, υπάρχει και η «πολιτική ιατρική» των συλλογικών οργάνων, η οποία, αναλόγως των τάσεων, διαθέσεων και αντιλήψεων των ιατρών της μάχιμης ιατρικής (που «κατά πλειοψηφία» την καθορίζουν), λαμβάνει πολιτικό και ιδεολογικό χρώμα, θέτει συντεχνιακές στοχοθεσίες, αναπτύσσει σχέσεις διαπλοκής και συναλλαγής, στρατεύεται στο άρμα συγκεκριμένων κοινωνικών προτεραιοτήτων και συγκεκριμένων πολιτικών και ταξικών συμφερόντων.

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται ο χαρακτήρας και η ποιότητα και της Ακαδημαϊκής Ιατρικής (της κουλτούρας των ιατρικών σχολών) και μέσα σε αυτές τις συνθήκες (που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ιδανικές και αξιοκρατικά ρέουσες) αναπαράγει η ίδια η ακαδημαϊκή κοινότητα τον εαυτό της και δίνει δείγματα γραφής και αντιγραφής για την αναπαραγωγή και του εκάστοτε νέου ιατρικού σώματος.

Η ανοχή και ολιγωρία που σημειώνεται στην ύπαρξη εκτρωτικών-εκφυλιστικών μορφών παροχής «ιατρικών πράξεων και υπηρεσιών» ερμηνεύεται αβίαστα μέσω της απώλειας των αντανακλαστικών δεοντολογίας, σε έναν επιστημονικό και κοινωνικό τομέα (την Ιατρική) που πήρε (ενώ από τη φύση του και την κοινωνική του αποστολή δεν δικαιούτο να πάρει) αγοραίο, αμιγώς επαγγελματικό, κερδοσκοπικό και πέραν κάθε ελέγχου χαρακτήρα.

Η ιατρική είναι μία και μόνη επιστήμη, η οποία αναπτύσσεται αυστηρά εντός πλαισίου μεθοδολογίας των φυσικών επιστημών, και διάφορες εύηχες, δήθεν «εναλλακτικές» εκδοχές της δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ούτε ως ακραίες, γραφικές, περιθωριακές και άνευ σημασίας παρενέργειες της λειτουργίας της αγοράς. Μπορούν να οδηγήσουν σε τραγικές παράπλευρες υγειονομικές απώλειες ποικίλου τύπου.

Τα παρακμιακά παραδείγματα των ομοιοπαθητικών, των βελονιστών, των χειροπρακτικών, των θαυματοποιών μοναχών, των θαυματουργών ειδώλων, των κάθε είδους νεοφανών μάγων, κομπογιαννιτών και τσαρλατάνων (με προβιά ιατρικής), που προβαίνουν σε αντιποίηση του ιατρικού λειτουργήματος, πέραν της προσβολής της ίδιας της ιατρικής ως επιστήμης, προσβάλλουν τον πολιτισμό και την αυτογνωσία της ίδιας της κοινωνίας, η οποία υποτίθεται πως ωρίμασε πολιτισμικά και απομυθοποίησε καταπιεστικούς και αδιέξοδους μύθους του παρελθόντος.

Σχετικά άρθρα

Επιστρέφει τον Οκτώβριο το Ioannina Science Festival

Γυναίκες και ιατρική επιστήμη στον χρόνο

Φωτεινή Παπαδημητρίου

Πανδημία: Στρατηγική και Διαχείριση

Δημήτρης Τζιάλλας