Η Ιδιοκτήτρια χασμουρήθηκε δίπλα στην ανοιχτή πόρτα του γραφείου, και η μυρωδιά που ξέφυγε από το στόμα της, παρά την διάχυσή της, έφτασε σε εμάς σαν βαμβακένια γροθιά στη μύτη. Βαμβακένια μεν, γροθιά δε. Και επέφερε την αναμενόμενη αντίδραση, αυτή του τραβήγματος προς τα πίσω και πλάγια ώστε να την αποφύγουμε. Μάταια.
Η ίδια δε, δεν έδειξε να ενοχλείται από την αντίδρασή μας. Απεναντίας, φάνηκε ιδιαίτερα ικανοποιημένη με τον εαυτό της.
«Έφαγα ρεβίθια με σκόρδο για μεσημέρι», ανακοίνωσε. «Οπότε σας ενημερώνω επίσημα ότι απόψε είμαι απροσπέλαστη σε βρικόλακες.»
Την κοιτάξαμε στωικά, κάναμε μια μικρή επίκληση στη θεά της υπομονής από μέσα μας και της απαντήσαμε προσεκτικά ότι οι βρικόλακες, στην αυστηρή τους μορφή, δεν αποτελούν τεκμηριωμένο βιολογικό είδος και συνεπώς δεν έχει δοκιμαστεί ερευνητικά κατά πόσο το σκόρδο τους απομακρύνει. Δεν είναι επίσης ξεκάθαρο ότι, ακόμη και αν υπήρχαν, θα ενοχλούνταν από το πρόσφατο μεσογειακό της γεύμα με τρόπο πρακτικά σημαντικό.
«Ώστε δεν είμαι απροσπέλαστη», είπε η Ιδιοκτήτρια με τη μέτρια απογοήτευση ανθρώπου που είχε ελπίσει ότι θα έβρισκε μαγαζί ανοιχτό στις 2 το πρωί για να αγοράσει νουτέλα..
«Είστε λιγότερο ελκυστική, σκορδοτάτη μου. Ίσως αυτό είναι αρκετό.»
Έγειρε πίσω το κεφάλι. «Πες μου», είπε, «γιατί τότε ο κόσμος νομίζει ότι το σκόρδο διώχνει τα βαμπίρ. Ας πούμε, εγώ δεν είναι κάτι που έμαθα στο σχολείο. Το ξέρω αλλά δεν ξέρω γιατί το ξέρω.»
Της είπαμε ότι η απάντηση δεν είναι σύντομη. Ξεκινά από την Κεντρική Ασία, περνά από τις αγορές των Φαραώ, σε μια στιγμή νοσταλγίας εγγράφεται και στην Βίβλο, μπαίνει στα ιατρικά συγγράμματα τριών αυτοκρατοριών, γίνεται νόμισμα, ντοπάρει αθλητές στους Ολυμπιακούς, και εντέλει καταλήγει, μέσα από μια εντυπωσιακή σειρά ιατρικών, πολιτιστικών και θρησκευτικών συγχύσεων, να διώχνει βρυκόλακες. Ζήτημα διεθνών σχέσεων, στην ουσία.
«Ωραία», απάντησε. «Χρόνο έχω.»
Κι όποτε έχει χρόνο η Ιδιοκτήτρια, φροντίζει να σπαταλά τον δικό μας χρόνο, οπότε, της είπαμε που της είπαμε την ιστορία, ας την καταγράψουμε κι εδώ για να διασωθεί για τις επόμενες γενιές.
Το σκόρδο, όπως και τα περισσότερα φυτά που έχουν διαμορφώσει την κουζίνα του πλανήτη, δεν φύτρωσε στο ίδιο μέρος όπου έγινε διάσημο. Πρόγονός του είναι ένα άγριο κρεμμύδι των βουνών της Κεντρικής Ασίας, στην περιοχή που σήμερα εκτείνεται από το Καζακστάν ως το Κιργιστάν και τον βόρειο Ιράν. Οι πρώτοι που το καλλιέργησαν συστηματικά ήταν οι νεολιθικοί κάτοικοι της περιοχής, γύρω στην πέμπτη χιλιετία π.Χ. Από εκεί ταξίδεψε δυτικά με τη βοήθεια ανθρώπων που, μεταναστεύοντας, κουβαλούσαν μαζί τους σπόρους. Έφτασε στη Μεσοποταμία, μετά στην Αίγυπτο, ύστερα στην Ελλάδα και στη Ρώμη. Το 3000 π.Χ. ήταν ήδη κοινό υλικό κουζίνας στη Βόρεια Αφρική.

Το νόμισμα των Φαραώ
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν το σκόρδο σε πολύ μεγάλη υπόληψη. Πέρα από συστατικό των φαγητών τους, σε αρκετές περιπτώσεις το χρησιμοποιούσαν και σαν χρήμα. Οι εργάτες που έχτισαν τις πυραμίδες, οι οποίοι δεν ήταν σκλάβοι όπως πιστεύει ο περισσότερος κόσμος αλλά αμοιβόμενοι αγρότες σε εποχή κατά την οποία τα χωράφια τους πλημμύριζαν, λάμβαναν μέρος της αμοιβής τους σε σκόρδο, κρεμμύδι και ραπανάκι. Αυτή είναι μια από τις καλύτερα τεκμηριωμένες πτυχές της κουζίνας του Παλαιού Βασιλείου, επιβεβαιωμένη από αρχαιολογικά ευρήματα στους τάφους των εργατών κοντά στη Γκίζα, που ανακαλύφθηκαν στη δεκαετία του 1990 από τον Ζάχι Χαουάς.
Μάλιστα, η υψηλή θέση του σκόρδου και η υπερκατανάλωσή του έχει επιβεβαιωθεί από ένα ιδιαίτερα πειστικό εύρημα. Στον τάφο του Τουταγχαμών, όταν άνοιξε το 1922 από τον Κάρτερ, ανάμεσα στους χρυσούς θησαυρούς και τις μουμιοποιημένες γάτες, εντοπίστηκαν σκελίδες σκόρδου, καλά διατηρημένες μετά από τριάντα τρεις αιώνες. Ο φαραώ είχε ζητήσει να τον συνοδεύσουν στο ταξίδι του χρυσός, γάτες και σκόρδο. Αν είχε να διαλέξει, φαίνεται ότι δεν θα άφηνε πίσω τίποτα από τα τρία.
Όταν αργότερα οι Ισραηλίτες έφυγαν από την Αίγυπτο, η αγάπη τους για το σκόρδο τους ακολούθησε. Στο βιβλίο των Αριθμών, στο ενδέκατο κεφάλαιο, γράφει με ενοχλητική τιμιότητα ότι στην έρημο του Σινά έλεγαν μεταξύ τους, με μια νοσταλγία που είναι δύσκολο να διαβάσει κανείς χωρίς να χαμογελάσει, «Θυμόμαστε τα ψάρια που τρώγαμε δωρεάν στην Αίγυπτο, τα αγγούρια, τα πεπόνια, τα πράσα, τα κρεμμύδια και το σκόρδο». Στην ίδια περικοπή παραπονιούνται για το μάννα. Το θείο φαγητό, φαίνεται, δεν αρκεί όταν έχει μάθει κανείς τη γεύση της Αιγύπτου.
Το φάρμακο τριών αυτοκρατοριών
Από τη Νεολιθική εποχή ως τον όψιμο Μεσαίωνα, το σκόρδο υπήρξε ένα από τα πιο διαδεδομένα ιατρικά μέσα του πλανήτη. Στην αρχαία Κίνα το συνταγογραφούσαν για δυσπεψία, αναπνευστικά, κατάθλιψη, αϋπνία, και ανδρική στυτική δυσλειτουργία, με ιδιαίτερα ενθουσιώδεις αναφορές στην τελευταία εφαρμογή. Στην αρχαία Ινδία το θεώρησαν αφροδισιακό, με μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ταξική αναφορά· οι Βραχμάνοι, οι ιερείς, δεν έπρεπε να το αγγίζουν. Στην αρχαία Ελλάδα ο Ιπποκράτης το συνέστησε για τις ασθένειες των πνευμόνων και για κάθαρση, ενώ οι αθλητές των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων το κατανάλωναν πριν τους αγώνες ως μέσο τόνωσης. Δηλαδή, με σύγχρονους όρους, ήταν η πρώτη ουσία ντόπινγκ στην ιστορία των Ολυμπιακών. Αν είχαν σκεφτεί να κηρύξουν παράνομο το ντόπινγκ, θα ήταν και εύκολος ο έλεγχός του. Θα αρκούσε και μόνο η μυρωδιά!
Στη Ρώμη ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος κατέγραψε δεκάδες διαφορετικές θεραπείες με σκόρδο. Στη μεσαιωνική Ευρώπη ένα από τα κύρια κείμενα ιατρικής γνώσης, το χειρόγραφο Hortulus του Βαλαφρίντ Στράβωνα από τον ένατο αιώνα, το είχε ως πρώτο υλικό του μοναστηριακού κήπου.
Πώς το σκόρδο έγινε αντίδοτο βρικολάκων
Εδώ ξεκινά το πιο ενδιαφέρον και το πιο σκοτεινό κεφάλαιο της ιστορίας. Στα Βαλκάνια του 17ου και 18ου αιώνα, στα εδάφη που σήμερα λέγονται Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία και Ουκρανία, διαμορφώθηκε μια δημώδης πίστη σύμφωνα με την οποία ορισμένοι πεθαμένοι δεν ξεκουράζονταν στο μνήμα τους. Έβγαιναν τη νύχτα, επιτίθονταν στους ζωντανούς, τους έπιναν το αίμα, και τους μετέτρεπαν σε ομοίους τους. Οι ντόπιοι τους ονόμαζαν υπίρ, στριγκόι ή βαμπίρ, και έβρισκαν πάντα τρόπους να τους απομακρύνουν. Το σκόρδο, με την οξύτατη μυρωδιά και τη μακρόχρονη ιατρική φήμη, μπήκε, σχεδόν αυτονόητα στην λίστα των βρικολακαπωθητικών.
Οι σύγχρονοι ιστορικοί έχουν προτείνει διάφορες εξηγήσεις για το γιατί το σκόρδο έγινε αντιβρικολακικό. Καμιά δεν είναι εντελώς ικανοποιητική, και ίσως γι’ αυτό αξίζει να τις ακούσει κανείς όλες.
Η πρώτη σχετίζεται με τη λύσσα. Η νόσος προκαλεί υπερευαισθησία σε δυνατές οσμές, μεταξύ των οποίων του σκόρδου. Οι λυσσασμένοι έχουν επίσης χαρακτηριστικά που θυμίζουν αρκετά τα βαμπίρ των παραδόσεων. Επιθετικότητα, φοβία στο νερό και στο φως, νυχτερινή περιπλάνηση, τάση δαγκώματος. Ο Ισπανός νευρολόγος Χουάν Γκόμεζ Αλόνσο δημοσίευσε το 1998 στο περιοδικό Neurology μια πρόταση σύμφωνα με την οποία τα βαμπίρ των παραδόσεων ίσως ήταν, σε αρκετές περιπτώσεις, λυσσασμένοι που οι χωρικοί της εποχής απέτυχαν να αναγνωρίσουν την ασθένεια.
Η δεύτερη σχετίζεται με μια σπάνια πάθηση, την πορφυρία. Ασθενείς με ορισμένες μορφές της παθαίνουν σοβαρές δερματικές αντιδράσεις στο φως, φοβίες, ψυχιατρικά συμπτώματα, και κάποιες φορές κοκκινωπή χρώση των δοντιών λόγω εναπόθεσης πορφυρινών. Η θεωρία διατυπώθηκε το 1985 από τον Καναδό βιοχημικό Ντέιβιντ Ντόλφιν και ήταν για μια εικοσαετία δημοφιλής, μέχρι που οι κλινικοί γιατροί επεσήμαναν ότι η βαθύτερη βιολογία δεν στέκει. Οι πορφυρικοί δεν έχουν λόγο να αποστρέφονται το σκόρδο περισσότερο από τους υπόλοιπους. Παραμένει όμως ελκυστική εξήγηση για τους δημοσιογράφους.
Η τρίτη είναι η πιο ενδιαφέρουσα και η πιο επίπονη πολιτικά. Στη διάρκεια του Μαύρου Θανάτου του δέκατου τέταρτου αιώνα, έχασε το ένα τρίτο έως και το ήμισυ των κατοίκων της. Όμως δύο συγκεκριμένες μειονότητες, οι Εβραίοι και οι Ρομά, φαίνεται από ορισμένες αναφορές να είχαν χαμηλότερη θνησιμότητα. Οι εξηγήσεις που έχουν προταθεί είναι πολλές. Η εντατική τήρηση των εβραϊκών κανόνων υγιεινής, η διαφορετική σχέση των Ρομά με το νερό (κατασκήνωναν κοντά σε τρεχούμενο νερό) και η απομάκρυνσή τους από τους οικισμούς, η μικρότερη επαφή τους με ποντικούς και η κουζίνα. Οι δύο ομάδες έκαναν έντονη χρήση σκόρδου, το οποίο σε μεγάλη συγκέντρωση απωθεί τους ψύλλους. Οι ψύλλοι ήταν, όπως έχει έκτοτε αποδειχθεί από την επιστημονική έρευνα, ο κύριος φορέας μετάδοσης της πανώλης.

Οι σύγχρονοι της εποχής, χωρίς να ξέρουν τίποτα για ψύλλους έβγαλαν το εύκολο συμπέρασμα. Εβραίοι και Ρομά προκαλούσαν την πανώλη. Ακολούθησαν διωγμοί, σφαγές, δηλητηριάσεις των πηγαδιών τους, δίκες, όλα τα γνωστά υλικά της μεσαιωνικής κουλτούρας διωγμών των «ξένων». Και επειδή αυτοί οι δύο πληθυσμοί μύριζαν έντονα σκόρδο, το ίδιο το σκόρδο ήταν η ουσία που έδιωχνε αυτό που έφερνε τον θάνατο. Έδιωχνε δηλαδή τα βαμπίρ, που στη μεσαιωνική ταξινομία της απόγνωσης συχνά ταυτίζονταν με τους ξένους και τους αλλόθρησκους.
Αυτή η ερμηνεία είναι δημοφιλής, συγκινητική, αλλά δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένη, καθώς η ένταση της χρήσης σκόρδου δεν φαίνεται από μόνη της να επαρκεί για να εξηγήσει τις διαφορές θνησιμότητας στην πανώλη. Οι πραγματικές αιτίες είναι πιο πολύπλοκες. Ισχύει όμως το φαντασιακό. Και στο φαντασιακό των μεσαιωνικών Ευρωπαίων, το σκόρδο κατέληξε, μέσα από όλο αυτό το μπλέξιμο θρησκείας, ιατρικής και ξενοφοβίας, να λειτουργεί ως αντίδοτο για ό,τι δεν καταλάβαιναν.
Ο Στόκερ το ολοκλήρωσε
Ο μύθος θα είχε ίσως παραμείνει βαλκανική τοπική ιδιαιτερότητα, αν δεν είχε πέσει το 1897 στα χέρια ενός Ιρλανδού πρώην υπαλλήλου θεάτρου ονόματι Μπραμ Στόκερ. Ο Στόκερ, όπως ξέρουμε από τα σημειωματάριά του που σώζονται σήμερα στο μουσείο Ρόζενμπαχ της Φιλαδέλφειας, ερεύνησε προσεκτικά τη βαλκανική δημώδη λαογραφία για να γράψει τον Δράκουλα. Πήρε τον Βλαντ τον Παλουκωτή του δέκατου πέμπτου αιώνα, τον τοποθέτησε στα Καρπάθια, και τον έντυσε με έναν φαντασιακό βρικολακικό στολισμό, στον οποίο η αντιμετώπιση με σκόρδο έπαιξε κεντρικό ρόλο. Στο μυθιστόρημα, ο δόκτωρ Βαν Χέλσινγκ δίνει στη Λούσι Γουέστενρα ένα στεφάνι από άνθη σκόρδου να το φοράει τη νύχτα, και αλείφει τα παράθυρά της με χυμό σκόρδου. Από τη νύχτα που η Λούσι το βγάζει από τον λαιμό της, ο Στόκερ ξεκαθαρίζει στον αναγνώστη τι θα ακολουθήσει.
Ο Δράκουλας κυκλοφόρησε στο Λονδίνο τον Μάιο του 1897, και το κοινό της βικτωριανής εποχής τον υποδέχθηκε με μέτριο ενθουσιασμό. Ούτε ο ίδιος ο Στόκερ φαντάστηκε ότι είχε γράψει ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία στην ιστορία της λαϊκής κουλτούρας. Χρειάστηκαν το γερμανικό Nosferatu του 1922, το χολιγουντιανό Dracula του 1931 με τον Μπέλα Λουγκόσι, και τελικά ο κινηματογράφος του εικοστού αιώνα, για να μετατραπεί το σκόρδο σε παγκόσμιο σύμβολο αντιβρικολακικής άμυνας. Σήμερα ένα Ελληνόπουλο που δεν έχει διαβάσει ποτέ Στόκερ γνωρίζει, χωρίς να θυμάται πώς και πότε το έμαθε, ότι ο βρικόλακας φοβάται το σκόρδο. Είναι ίσως ένα από τα λίγα πράγματα που η ίδια η ανθρωπότητα γνωρίζει χωρίς κανείς να το έχει μοιραστεί ρητά.
Και, φυσικά, οι Αμερικάνοι το κάνουν μπίζνα
Στην Αμερική, μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, το σκόρδο ήταν λαχανικό των μεταναστών. Πωλούνταν σε μικρά χάρτινα κουτιά στα σούπερ μάρκετ, και τα παιδιά των αγγλοσαξωνικών οικογενειών μάθαιναν να το αποφεύγουν με την ίδια πειθαρχία με την οποία μάθαιναν να πηγαίνουν εγκαίρως στην εκκλησία. Το 1929 ένας Ιάπωνας μετανάστης ονόματι Κιγιόσι Χιρασάκι εγκαταστάθηκε σε μια μικρή αγροτική πόλη της Καλιφόρνιας που λεγόταν Γκιλρόι. Είχε παρατηρήσει ότι το κλίμα, με τις ζεστές μέρες και τις δροσερές νύχτες, θύμιζε ορισμένες περιοχές παραγωγής σκόρδου στην Ασία, οπότε ξεκίνησε να το καλλιεργεί. Μέσα σε μια δεκαετία η φυτεία του απλωνόταν σε χίλια πεντακόσια στρέμματα, και έλαβε το παρατσούκλι «ο Βασιλιάς του Σκόρδου».

Το 1930 ο κωμικός Γουίλ Ρότζερς επισκέφθηκε το Γκιλρόι και μας άφησε την πιο ακριβή περιγραφή του τόπου που έχει καταγραφεί ποτέ. Είπε ότι πρόκειται «για το μοναδικό μέρος στην Αμερική όπου μπορείς να μαρινάρεις μια μπριζόλα κρεμώντας την σε ένα σχοινί απλώματος». Το 1956, δύο απόγονοι Σουηδών μεταναστών, ο Ντον και ο Αρτ Κρίστοφερ, εγκατέλειψαν τους οπωρώνες με τις δαμασκηνιές της οικογένειάς τους και άνοιξαν την Christopher Ranch, που είναι σήμερα ο μεγαλύτερος παραγωγός σκόρδου των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 1979 το Γκιλρόι ξεκίνησε την ετήσια Γιορτή Σκόρδου, μια τριήμερη εκδήλωση με ζωντανή μουσική, μαγειρικούς διαγωνισμούς, και ένα από τα λίγα ζαχαροπλαστεία του πλανήτη που παρασκευάζει σκορδάτο παγωτό.
Σήμερα, πρωταθλήτρια, χωρίς αντίπαλο, στην κατανάλωση σκόρδου, είναι η Κίνα με 14,3 κιλά ανά άτομο το έτος κι ακολουθεί η Νότια Κορέα με 6,2 κιλά. Κι αν ενδιαφέρεστε για την Ελλάδα, η κατά κεφαλήν κατανάλωση υπολογίζεται για το 2024 στα 4 έως 6 κιλά το χρόνο, όταν η Γάλλοι καταναλώνουν 0,53 κιλά και οι Γερμανοί μόλις 0,4!
