Οι εντυπωσιακές ληστείες σε μεγάλα μουσεία για τις οποίες κάποτε-κάποτε διαβάζουμε, απαιτούν μακρά προετοιμασία και περίτεχνο σχεδιασμό. Υπήρξε όμως προ ετών μια τουλάχιστον περίπτωση στην Ελλάδα, κατά την οποία οι δράστες μπήκαν σε σημαντικό αρχαιολογικό μουσείο σαν ιδιοκτήτες του χώρου και άρχισαν να το «αδειάζουν» από τους θησαυρούς του, επιλέγοντας με την ησυχία τους τα εκθέματα, παρόντων των φυλάκων.
Και αυτός που τους σταμάτησε ήταν ένας απλός δάσκαλος της επαρχίας. Ένας μυθιστορηματικός ήρωας μιας άλλης εποχής.
Ένα βραδινό χτύπημα στην πόρτα
Η ιστορία ξεκίνησε στη Μύκονο ένα έναστρο βράδυ του Αυγούστου 1941 όταν χτύπησε η πόρτα του διευθυντή του δημοτικού σχολείου Μυκόνου, Γιώργου Δώριζα: ο Δώριζας ήταν από την Τήνο, είχε διοριστεί όμως και εργαζόταν στη γειτονική Μύκονο, πολύ πριν αυτή γίνει οτιδήποτε παραπάνω από ένα πάμφτωχο Κυκλαδονήσι.
Αυτός που τον ζητούσε νυχτιάτικα, ήταν ένας από τους αρχαιοφύλακες της Δήλου. Είχε περάσει επειγόντως απέναντι, από τη Δήλο στη Μύκονο, για να ενημερώσει τον δάσκαλο, που εκτελούσε παράλληλα χρέη άμισθου επιμελητή αρχαιοτήτων Μυκόνου – Δήλου (καθώς τότε οι αρχαιολογικοί χώροι υπάγονταν στο υπουργείο Παιδείας) για το ακόλουθο πρωτοφανές περιστατικό: ένα απόσπασμα Ιταλών στρατιωτών είχε εκείνη την ίδια μέρα προσέλθει στο νησί και σπάζοντας -με το θράσος του κατακτητή- τις προθήκες του αρχαιολογικού μουσείου, απέσπασε καμιά 15αριά αντικείμενα -και άλλα τόσα από τον υπαίθριο αρχαιολογικό χώρο. Κατόπιν, με τις αρχαιότητες στις αποσκευές του, αναχώρησε.
Ο Δώριζας αντιλήφθηκε αμέσως τη σοβαρότητα της κατάστασης και ζήτησε από τον αρχαιοφύλακα να του εξιστορήσει με ηρεμία τα συμβάντα.
Ιδού οι λεπτομέρειες: το μεσημέρι έφτασε στη Δήλο καΐκι από τη Σύρο με δύναμη αρκετών στρατιωτών και επικεφαλής τον ίδιο τον στρατιωτικό διοικητή Κυκλάδων συνταγματάρχη Τζιοβάνι Ντούκα και έναν ακόμα αξιωματικό. Ισχυριζόμενος ο Ντούκα ότι επισκέπτεται τη Δήλο από ενδιαφέρον, ως ένα από τα νησιά αρμοδιότητάς του, εισήλθε στο μουσείο και αφού περιεργάστηκε όλες τις προθήκες με τα αρχαία έδωσε διαταγή στους στρατιώτες να σπάσουν (!) εκείνες που τον ενδιέφεραν. Αφού διάλεξε 34 συνολικά αντικείμενα από τις προθήκες και τον υπαίθριο χώρο, διέταξε τους στρατιώτες να τα φορτώσουν στο σκάφος που τους είχε φέρει και έφυγαν κατευθείαν για την Ερμούπολη, όπου ως πρωτεύουσα των Κυκλάδων ήταν η βάση του.
Ο Δώριζας μετέβη αμέσως στο τοπικό τμήμα χωροφυλακής Μυκόνου, όπου ενημέρωσε το διοικητή για τα καθέκαστα. Οι δυο τους, ο δάσκαλος και ο χωροφύλακας, αποφάσισαν να σπεύσουν αμέσως στη Δήλο. «Ήταν μια ωραία νύχτα του Αυγούστου» περιέγραφε αργότερα ο Δώριζας. Αντικρίζοντας τον ανάστατο χώρο του μουσείου παρέμειναν ψύχραιμοι και έκαναν, όπως όφειλαν, αυτοψία και προσεκτική καταγραφή, ώστε το έγκλημα να είναι τεκμηριωμένο. Όμως ο Δώριζας -ευτυχώς- δεν αρκέστηκε στην τυπική εκπλήρωση του καθήκοντός του, ούτε στις ενέργειες που θα προχωρούσε η τοπική χωροφυλακή. Είχε την οξυδέρκεια να αντιληφθεί ότι σε μια ανώμαλη περίοδο υποταγής της εκτελεστικής εξουσίας και της Δικαιοσύνης στους κατακτητές, το αποτέλεσμα θα ήταν αβέβαιο. Αβέβαιο ήταν και αυτό που αποφάσισε να πράξει, αλλά τουλάχιστον αποτελούσε μια δεύτερη γραμμή άμυνας για την ανάκτηση των αρχαιοτήτων.
Συνέταξε το επόμενο κιόλας πρωί επιστολή προς τον διευθυντή του υπουργείου Παιδείας και φρόντισε για την αποστολή της. Υπό τις συνθήκες, ακόμα και αυτό ήταν βουνό. Οι Ιταλοί είχαν από την πρώτη στιγμή εφαρμόσει μια πολιτική αποκοπής των Κυκλάδων από τον εθνικό ιστό διοίκησης (πολιτική που ονομάστηκε αργότερα distacco) με στόχο να ενοποιήσουν τις κατεχόμενες Κυκλάδες με την ιταλική Δωδεκάνησο. Συνεπώς δεν υπήρχε ούτε πλοίο της γραμμής που να συνδέει τα νησιά με την Αθήνα, ούτε δυνατότητα διακίνησης αλληλογραφίας. Ο Δώριζας δεν το έβαλε κάτω. Παρακάλεσε ένα γνωστό του ιδιοκτήτη καϊκιού να κρύψει την επιστολή «κάτω και από τις σανίδες ακόμα» και να μεταβεί στην Αθήνα, παραδίδοντάς την προσωπικά στο υπουργείο. Όλοι τότε άκουγαν και υπολόγιζαν τον «γραμματιζούμενο» διευθυντή του δημοτικού σχολείου, που είχε έρθει από αλλού και μάθαινε γράμματα στα παιδιά τους. Του ορκίστηκε ότι δεν θα σταματήσει σε κανένα εμπόδιο και θα ανέβει ο ίδιος στο κέντρο της Αθήνας να παραδώσει την επιστολή σε ανώτατο υπάλληλο του υπουργείου. Και εκείνος «επειδή ήταν πατριώτης» έλεγε αργότερα ο Δώριζας, «έκανε ακριβώς αυτό που μου ορκίστηκε». Λίγες μέρες αργότερα, η επιστολή του Δώριζα πρωτοκολλούνταν στο υπουργείο Παιδείας.
«Παρακαλώ να τα παραλάβετε ο ίδιος…»
Οι λεπτομέρειες όπως τις αφηγήθηκε ο Δώριζας στα εγγόνια του, που τον ηχογράφησαν μερικές δεκαετίες αργότερα, απαιτούν περισσότερο χώρο. Πάντως ο Έλληνας αξιωματούχος του υπουργείου έκανε κι αυτός το καθήκον του, πηγαίνοντας το θέμα στην Ιταλική Διοίκηση, η ιεραρχία της οποίας δεν μπορούσε να παριστάνει την αδιάφορη μπροστά σε ένα ποινικό έγκλημα, τέτοιου διαμετρήματος. Περισσότερο αγανακτισμένη έδειξε η γερμανική ιεραρχία στην Αθήνα, που ήδη είχε μηδενική εμπιστοσύνη στους συμμάχους της. Ιδιαιτέρως μάλιστα επειδή οι Γερμανοί προσπαθούσαν να κρατήσουν τα προσχήματα δύναμης που σέβεται την ιστορία και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της Ελλάδας. Για αυτό εξάλλου είχαν επιλέξει να υψώσουν τη σημαία με τη σβάστικα στην Ακρόπολη των Αθηνών. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα άφηναν τους Ιταλούς να κλέψουν σήμερα αυτά που μπορούσαν να αρπάξουν οι ίδιοι αργότερα.
Έτσι απαίτησαν την επιστροφή του κλεμμένου θησαυρού στη Δήλο, όπως κι έγινε σε λίγες μέρες. Με το δράστη, το συνταγματάρχη Ντούκα και τον ντόπιο μεταφραστή του, να αναζητούν εναγωνίως στην τηλεφωνική γραμμή από τη Σύρο τον Δώριζα, για να τον παρακαλέσουν (!) να παραστεί αυτοπροσώπως στο μουσείο της Δήλου, συγκεκριμένη μέρα και ώρα, ώστε να παραλάβει τα αρχαία αντικείμενα που «θα έστελνε ο συνταγματάρχης πίσω» με το ίδιο σκάφος, για να μπουν στη θέση τους. «Εξάλλου για να τα μελετήσει τα δανείστηκε»!
Η ιστορία δεν τελείωσε εκεί. Ο Δώριζας με τους αρχαιοφύλακες άνοιξαν στη Δήλο τα κασόνια με τα επιστραφέντα αρχαία και άρχισαν την καταγραφή τους, μαζί με τυχόν φθορές. Όπως όμως έγινε από την πρώτη στιγμή φανερό, έλειπε μια λυχνία, ίσως το πιο σημαντικό αντικείμενο. Ώστε έτσι! Ο Ντούκα μπορεί να αποχωριζόταν τα 33 αλλά πόνταρε ότι η υπόθεση θα έκλεινε έτσι, συνεπώς μπορούσε να κρατήσει αυτό το 34ο. Στρατιωτικής διοικητής Κυκλάδων υπηρετούσε, δεν δικαιούνταν ένα αναμνηστικό από τη Δήλο;
Οι Ιταλοί στρατιώτες, με τα όπλα στο χέρι, απαίτησαν από τον Δώριζα, όπως ήταν οι διαταγές τους, να υπογράψει ότι «παρέλαβε όλα τα αντικείμενα». Η κατάσταση ήταν κρίσιμη. Ο Δώριζας βρισκόταν στη Δήλο παρόντων μόνο των αρχαιοφυλάκων, απέναντι σε ένοπλους που απαιτούσαν την υπογραφή του. Αντιστάθηκε δεύτερη φορά. Υπέγραψε ότι παρέλαβε τα αντικείμενα πλην ενός και επέστρεψε στη Μύκονο, απ’ όπου έστειλε δεύτερη επιστολή στο υπουργείο Παιδείας, ζητώντας να μεταβεί στο μουσείο αρχαιολόγος. Πράγματι, ο αρχαιολόγος και μετέπειτα καθηγητής Πανεπιστημίου Γεώργιος Μπακαλάκης αποβιβάστηκε στη Σύρο και παρέλαβε από τον Ντούκα τη λυχνία. Μετά τα γεγονότα, με εντολή του υπουργείου και μέριμνα του Δώριζα, το μουσείο της Δήλου έκλεισε στη διάρκεια του υπολοίπου της Κατοχής, αφού ασφαλίστηκαν τα αντικείμενα στο δάπεδο, που σκεπάστηκε με μαδέρια και άμμο. Και πάλι δέχτηκε ο Δώριζας από τον Ιταλό διοικητή απειλές για το άνοιγμα του μουσείου, χωρίς να υποχωρήσει. «Είπα στον αξιωματικό που μου μετέφερε τη διαταγή» αφηγήθηκε αργότερα στα εγγόνια του «εγώ είμαι Έλληνας και εκτελώ εντολές ελληνικές». Α, μα τι θάρρος!
Στη σημερινή τελείως διαφορετική εποχή, 85 χρόνια μετά το συμβάν, είναι κάπως δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε τι έκανε ο Δώριζας. Όταν γνωρίζουμε ανθρώπους πρόθυμους να πουν «ναι» στην πιο ασήμαντη εξουσία σε ομαλές κοινωνικές συνθήκες, αυτός όρθωσε το ανάστημά του σε μια ένοπλη δύναμη κατοχής, σε συνθήκες κατάλυσης της χώρας και του πολιτεύματος. Χωρίς να γνωρίζει αν θα έχει την υποστήριξη της δοσιλογικής ελληνικής διοίκησης και έχοντας απέναντί του έναν αποδεδειγμένα αχρείο και επικίνδυνο συνταγματάρχη, οπλισμένο με τον τίτλο του ανώτατου διοικητή Κυκλάδων. Τον οποίο με την ενέργειά του είχε εκθέσει και ταπεινώσει στους ανωτέρους του. Πράγματι, δεν έμεινε χωρίς συνέπειες για τον Ντούκα η ληστεία. Λίγους μήνες αργότερα μετατέθηκε εκτός Σύρου και Ελλάδος, με τη ληστεία πιθανότατα να βαραίνει στην απόφαση.
Τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές της ιστορίας
Ως υστερόγραφο, μερικές λεπτομέρειες για την τύχη των ανθρώπων και των αποφάσεων που πάρθηκαν.
Ο Ντούκα, φυσικά, δεν ξαναπάτησε στη Δήλο (ούτε στη Μύκονο). Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται όμως, αποχωρώντας από τα καθήκοντά του, ανακηρύχθηκε από το δήμο Ερμούπολης επίτιμος δημότης του! Γιατί όχι και… επίτιμος αρχαιολόγος Κυκλάδων άραγε; Δεν μιλάμε βέβαια για τον πραγματικό και νόμιμο δήμο, αλλά για τους διορισμένους «δήμαρχο» και «δημοτικούς συμβούλους» Ερμούπολης. Αυτοί, μετά από έναν λιμό που είχε θερίσει το 12% του πληθυσμού του νησιού (το μεγαλύτερο ποσοστό θανάτου από τις συνέπειες της πείνας στην κατεχόμενη Ελλάδα) πήραν ομόφωνη απόφαση να τιμήσουν τον εκπρόσωπο των εκτελεστών τους! Η δε ανακήρυξη έγινε πανηγυρικά, με εκδήλωση στο δημαρχείο και εξωτερικά μεγάφωνα, για να ακούει ο λαός. Ξεκινώντας η συνεδρίαση, και αφού ο γραμματέας του σώματος ανέγνωσε την απόφαση, ο Συριανός «δήμαρχος» Θεόδωρος Καρακαλάς απευθύνθηκε στον Ντούκα παρακαλώντας τον να μεταφέρει «στον Βασιλέα – Αυτοκράτορα και τον Ντούτσε, τον ειλικρινή και πλήρη σεβασμού χαιρετισμό της Ερμουπόλεως». Δεν ήταν μια απόφαση που πήραν οι διορισμένοι «άρχοντες» με το πιστόλι στον κρόταφο, αλλά μια εκδούλευση προς εκείνους με τους οποίους είχαν επί ένα χρόνο συγχρωτιστεί σε δεκάδες κοινωνικές εκδηλώσεις και επαγγελματικές και οικονομικές συναλλαγές.
Ο Ντούκα σε κανονικές συνθήκες θα είχε δικαστεί από το ελληνικό κράτος, μετά την Απελευθέρωση. Πρόλαβαν να τον εκτελέσουν οι Γερμανοί, για τους δικούς τους λόγους: επειδή με τη συνθηκολόγηση συντάχθηκε με την κυβέρνηση Μπαντόλιο, όπως συνέβη και με τον ναύαρχο Καμπιόνι, τον επικεφαλής της ιταλικής διοίκησης Αιγαίου, στη Ρόδο.
Ο Έλληνας Καρακαλάς δικάστηκε μετά την Απελευθέρωση από δικαστήριο της Σύρου, αλλά αθωώθηκε όπως εξάλλου η συντριπτική πλειοψηφία των δοσίλογων της Κατοχής.
Η απόφαση ανακήρυξης του Ντούκα ως επίτιμου δημότη, ακυρώθηκε. Από το νέο Δημοτικό Συμβούλιο της ελεύθερης Ερμούπολης, διορισμένο επίσης, αλλά από την πρώτη κυβέρνηση της Απελευθέρωσης. Το Συμβούλιο, στις 7 Νοέμβρη 1944, στη δεύτερη μόλις συνεδρίασή του, πριν συζητήσει άλλα, ενδεχομένως πιο επείγοντα θέματα, θεώρησε προτεραιότητα να ακυρώσει τη ντροπιαστική για την ιστορία του απόφαση του 1942. Την εισήγηση έκανε ο βενιζελικός εκλεγμένος προπολεμικά και μεταπολεμικά δήμαρχος, Επαμεινώνδας Παπαδάμ. Δυο δήμαρχοι. Ένας κατ’ επανάληψη εκλεγμένος προ- και μετα-πολεμικά, ένας διορισμένος. Δύο άνθρωποι με σαφώς διαφορετική αντίληψη για το ήθος και την αξιοπρέπεια.
Τέλος, η τύχη του Δώριζα.
Θα περίμενε κανείς το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος να έχει βραβεύσει το δάσκαλο που έσωσε 34 αρχαιότητες της Δήλου -χωρίς τη θαρραλέα παρέμβασή του, σήμερα πιθανότατα θα ήταν οριστικά άφαντες. Έλα που ο Δώριζας έδρασε όπως έδρασε όχι γιατί είχε απέναντί του τους Ιταλούς, αλλά για λόγους αρχής. Για τους ίδιους λόγους, ο Δωριζας εντάχθηκε μέσα στην Κατοχή στο ΕΑΜ (όχι πάντως στο ΚΚΕ) και με άλλους 2 δασκάλους (Γιώργος Καλτσούλας & Γιώργος Βουτσίνος) αποκαθήλωσαν τον κατοχικό δήμαρχο Τήνου Αλέξανδρο Λαγουρό για να προκηρύξουν δημοτικές εκλογές. Επίσης ακύρωσαν πράξη του δοτού «δημοτικού συμβουλίου» με την οποία είχε ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης Τήνου ο Ιταλός Διοικητής Ι. Μάγκο (κατ’ αναλογία της απόφασης στην Ερμούπολη). Τι ύβρις μάλιστα, ο Έλληνας δήμαρχος των Ιταλών ανακήρυξε επίτιμο δημότη τον Ιταλό κατοχικό διοικητή την ημέρα της βύθισης της Έλλης από τους Ιταλούς, έξω από το λιμάνι της Τήνου. Δεν ξέρω αν μπορεί να κατέβει κάποιος χαμηλότερα την κλίμακα της υποταγής.
Η στάση του Γιώργου Δώριζα, τον έκανε στόχο του μετεμφυλιοπολεμικού κράτους, προκαλώντας του διαρκώς δυσκολίες σε θέματα μεταθέσεων και υπηρεσιακής ανέλιξης (προαγωγής). Για μια τριετία τουλάχιστον η υπηρεσία τον καλούσε σε απολογίες, αντί να τον παρασημοφορήσει για τη στάση του. Ο Δώριζας παρέμεινε απλός δάσκαλος ως τη συνταξιοδότησή τους, οπότε ξεκίνησε έντονη συγγραφική δραστηριότητα για την ιστορία της Τήνου.
Η καθυστερημένη (μερική) πλήρωση μιας εθνικής υποχρέωσης
Μόλις το 1977, τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια από τα συμβάντα, τον τίμησε με έπαινο η Ακαδημία Αθηνών, κλείνοντας έτσι εν μέρει μια εθνική υποχρέωση. Ακόμα να τον τιμήσει, απ’ όσο γνωρίζω, το υπουργείο Πολιτισμού και το επίσημο ελληνικό κράτος. Το λιγότερο που θα περίμενε κανείς, θα ήταν να ονομαστεί μια αίθουσα του μουσείου Δήλου «Αίθουσα Γεωργίου Δώριζα». Αλλά για ποιο υπουργείο Πολιτισμού μιλάμε σήμερα, ποιων κυβερνήσεων;
Ο Γιώργος Δώριζας ήταν ένας αναπάντεχος ήρωας της Κατοχής. Ο παππούς και προπάππους που όλοι θα ήμασταν περήφανοι να έχουμε. Ότι ο εγγονός του Νίκος Απέργης μου εξιστόρησε τα γεγονότα και με εμπιστεύθηκε να ακούσω τις ηχογραφήσεις με την φωνή του παππού του να αφηγείται τα περιστατικά, είναι κάτι που με συγκίνησε βαθιά -και με ώθησε να γράψω τούτο το άρθρο.
