Για τους περισσότερους ήταν το ωραίο το στέκι του κέντρου, με την όψη σπιτιού και με τον μεγάλο δροσερό κήπο.
Για μας, τα παιδιά της γειτονιάς που μεγαλώσαμε κοντά του, πολύ πριν γίνει Say Yes, ήταν το σπίτι που οριοθετούσε τον μικρόκοσμό μας.
Μια ισόγεια οικία της δεκαετίας του ’70 -μπορεί και πιο πίσω-, στην οποία έμενε μια ηλικιωμένη γυναίκα με τον γιο της, που σπάνια βλέπαμε. Χαζεύαμε από μακριά -στα μισά του ανηφορικού χωματόδρομου, που σήμερα τον λέμε «τα σκαλάκια της Δοσίου»- τη μεγάλη κεραία στην επίπεδη σκεπή της και όλο κρυφοκοιτάζαμε από τα ερμητικά κλειστά παράθυρά της, μήπως και επιβεβαιώσουμε κάποιον από τους αστικούς μύθους που είχαν φτιάξει οι μεγάλοι για κείνη.
Μπλέκονταν τα μυστικά της με εκείνα του σπιτιού της κυρά Τούρκαινας, χωμένου μέσα στις κουμπλιές, και, πιο πέρα, του επιβλητικού μπορντό διώροφου επί της Τζαβέλλα.
Αυτά τα τρία σπίτια, μαζί με το κτίριο του Επιμελητηρίου, οριοθετούσαν τη μικρή γειτονιά μας. Πέρα από αυτά διστάζαμε να πάμε ή μπορεί και να μην μας άφηναν οι δικοί μας. Τις ποδηλατάδες μας (τις φανερές, γιατί κάναμε και μερικές κρυφές, πιο μακρινές, οι πιο τολμηροί) τις κανονίζαμε εντός αυτών των ορίων.
Κι αυτά τα όρια έγιναν οι δικοί μας μύθοι και τα βράδια, πριν μας μαζέψουν οι μανάδες μας απ’ τον δρόμο, πλάθαμε αλλόκοτες ιστορίες για τους ενοίκους τους, τρώγοντας άγουρα κορόμηλα και καθαρίζοντας τα φυσοκάλαμά μας.
Μόνο μια φορά θυμάμαι, όταν στη Μιχαήλ Αγγέλου η κίνηση των οχημάτων γινόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και η στάθμευση επιτρεπόταν κι από τις δύο πλευρές του δρόμου, έπεσα από το ποδήλατό μου ακριβώς έξω από το σπίτι που μέχρι προχθές λέγαμε Say Yes, και το κεφάλι μου βρέθηκε λίγα εκατοστά μακριά από την μπροστινή ρόδα ενός αυτοκινήτου.
Θυμάμαι που ένα χέρι βγήκε από αυτό το σπίτι και με σήκωσε, αλλά πριν προλάβω να συνέλθω από τον φόβο μου, εξαφανίστηκε από το οπτικό μου πεδίο ο ιδιοκτήτης του.
Μέχρι σήμερα -45 χρόνια μετά- κουβαλάω αυτή τη φανταστική εικόνα που έπλασε το παιδικό μυαλό μου. Ότι το χέρι -λέει- βγήκε από ένα από τα ερμητικά κλειστά παράθυρα του σπιτιού, τεντώθηκε ίσα με τη φρέσκια άσφαλτο του δρόμου και με έσωσε.
Κι όλον τον καιρό μετά, όσο τα παράθυρά του ήταν εκεί -και μάλιστα αυτά από τη μεριά της Μιχαήλ Αγγέλου παρέμεναν ως το τέλος ερμητικά κλειστά-, για μένα αυτό το νοερό προστατευτικό χέρι κρυβόταν κάπου μέσα στα σκοτάδια των κλειστών δωματίων του Say Yes.
Εδώ και λίγες μέρες μπουλντόζες γκρεμίσανε το δεύτερο από τα τέσσερα κτίσματα που οριοθετούσαν τη γειτονιά των παιδικών μας χρόνων -το πρώτο θύμα ήταν το σπίτι της κυρά Τούρκαινας ή κατά κόσμον Αλιαουντίν Μουσταφά, από την οποία πήρε το όνομα της η σημερινή παιδική χαρά επί της Οπλαρχηγού Πουτέτση. Μαζί μ’ αυτό χάθηκαν και οι μεγάλες κορομηλιές που μας τάιζαν στα διαλείμματα από τα παιχνίδια μας.
Δεν βουρκώνω γιατί δεν θα ξαναπιώ καφέ ή τζιν τόνικ στο δημοφιλές καφέ του κέντρου. Στεναχωριέμαι που άλλος ένας τόπος μνήμης, ασφάλειας και προστασίας χάνεται.
Άλλη μία querencia, όπως αποκαλεί αυτούς τους τόπους η αδερφή μου, θα γίνει τσιμέντο ή απρόσωπη πρόσοψη μιας τεράστιας πολυκατοικίας με πρώτα θύματα τα ξεριζωμένα δέντρα και τις ξεριζωμένες αναμνήσεις μας…
Επεξήγηση: Querencia (ισπαν.): Τόπος οικείος και αγαπημένος, συνδεδεμένος με την αίσθηση του ανήκειν, της ασφάλειας και της προστασίας· ένα προσωπικό καταφύγιο στο οποίο επιστρέφει κανείς, πραγματικά ή νοερά.
