Τη συζήτηση γύρω από τα όρια ταχύτητας στις πόλεις επαναφέρει έρευνα του Eurocities, την οποία ανέδειξε το Urban Cycling Institute, καταγράφοντας τις επιπτώσεις από την εφαρμογή ζωνών χαμηλής ταχύτητας σε 38 ευρωπαϊκές πόλεις από 19 χώρες.
Η έρευνα επικεντρώνεται κυρίως σε περιοχές με όριο ταχύτητας 30 χιλιομέτρων την ώρα, όπως κατοικημένες γειτονιές, δρόμοι γύρω από σχολεία και ιστορικά κέντρα πόλεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 75% των πόλεων που συμμετείχαν κατέγραψε μείωση σε θανάτους και τραυματισμούς από τροχαία ατυχήματα μετά τη μείωση των ορίων ταχύτητας.
Παράλληλα, το 91% των πόλεων ανέφερε τουλάχιστον μία θετική επίδραση στην καθημερινότητα και τη λειτουργία της πόλης, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις καταγράφηκε αύξηση της πεζής μετακίνησης και της ποδηλασίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, σύμφωνα με την έρευνα, δεν παρατηρήθηκε συνολική αρνητική επίδραση στην κυκλοφοριακή συμφόρηση, στους χρόνους μετακίνησης ή στον κυκλοφοριακό φόρτο, κάτι που συχνά προβάλλεται ως βασικό επιχείρημα κατά της μείωσης των ορίων ταχύτητας.
Ταυτόχρονα, οι πόλεις κατέγραψαν μείωση της ηχορύπανσης και βελτίωση της ποιότητας του αέρα, ενώ η πολιτική και κοινωνική αντίδραση απέναντι στα μέτρα φάνηκε να υποχωρεί μετά την εφαρμογή τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η πολιτική αντίθεση μειώθηκε από το 45% κατά τη φάση εφαρμογής στο 18% μετά την υλοποίηση των παρεμβάσεων.
Πόλεις όπως η Μπολόνια και η Βουδαπέστη αντιμετωπίζουν πλέον τη διαχείριση της ταχύτητας όχι μόνο ως πολιτική μεταφορών, αλλά ως στρατηγική δημόσιας υγείας και βελτίωσης της αστικής ζωής.
Το θέμα αποκτά ενδιαφέρον και για τα Γιάννενα, όπου τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε εξέλιξη δημόσια συζήτηση γύρω από τη βιώσιμη κινητικότητα, την οδική ασφάλεια και την αναδιαμόρφωση του δημόσιου χώρου, με παρεμβάσεις που συχνά προκαλούν αντιδράσεις πριν ακόμη εφαρμοστούν στην πράξη.
