efhmereio
ΑπόψειςΙστορίες

Εφημερία με τον Ρίτσο

Μια χριστουγεννιάτικη εφημερία του 1978, μια αινιγματική γυναίκα, ένα τηλεφώνημα από τον Γιάννη Ρίτσο και η εποχή της αντιψυχιατρικής ζωντανεύουν μέσα από τη μαρτυρία του Νίκου Μπιλανάκη.

1978, παραμονή Χριστουγέννων. Όλοι βρίσκονται με τους δικούς τους ανθρώπους στα σπίτια τους και εγώ εφημερεύω. Στην Αθήνα, στο ΝΙΜΤΣ, σ’ ένα νοσοκομείο με περιορισμένη επισκεψιμότητα περιστατικών στις εφημερίες. Καθόμουν μόνος και αμφίθυμος στο γραφείο του εφημερίου, ευχόμενος και απευχόμενος ταυτόχρονα, να φανεί κάποιος ασθενής. Το ευχόμουν γιατί η ώρα περνούσε δουλεύοντας και το απευχόμουν ταυτόχρονα γιατί ένοιωθα ανόρεκτος να εμπλακώ σε ιατρικές πράξεις. Καθόμουν λοιπόν, βουτηγμένος στη ραστώνη μου και πότε σταύρωνα τα χέρια πάνω στην κοιλιά μου, πότε συνέκρινα την ώρα του ρολογιού που φορούσα στο χέρι μου με εκείνη του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο του γραφείου, πότε ξεφύλλιζα κάτι μεγάλα βιβλία που βρίσκονταν πάνω στο γραφείο ή απομάκρυνα με επίμονα φυσήματα κόκκους σκόνης που ανακάλυπτα στην επιφάνεια του τηλεφώνου.

Ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα του εφημερίου και εισβάλλει μέσα με φόρα, μια σαρδανάπαλη νεαρή γυναίκα γύρω στα τριάντα, με υπεροπτικό βλέμμα, ρωτώντας απαιτητικά «εσύ είσαι ο γιατρός;» Κάνοντας αυτή την ερώτηση, δεν με κοίταξε ούτε στιγμή. Σαν να ήθελε να μου δείξει με αυτό τον τρόπο πως ακόμα κι αν απευθύνεται σε εμένα, δεν μιλά ακριβώς και υποχρεωτικά μόνο σ’ εμένα! Ότι τα λόγια της είναι τόσο σπουδαία και σημαντικά που θα μπορούσαν να απευθύνονται σε εκατοντάδες άλλους σαν και μένα. Ψωμωμένη γυναίκα, μελαχρινή με τα μαλλιά της βαμμένα ξανθά. Τα μάτια της μικρά και τα χείλη της κατακόκκινα. Ντυμένη με πολύχρωμα τολμηρά ρούχα, που άφηναν ελεύθερο το ντεκολτέ της και ακάλυπτα τα πόδια της, μέχρι ψηλά στους μηρούς.

Κανονικά, δεν θα έπρεπε να ασχοληθώ μαζί της, μια και το νοσοκομείο δεν διέθετε ψυχιατρικό τμήμα και, όπως μου είχε επισημανθεί από τους υπεύθυνους, έπρεπε, μετά από μια πρώτη αδρή ιατρική εξέταση, τέτοιου είδους περιστατικά να παραπέμπονται στο απέναντι νοσοκομείο, το Αιγινήτειο. Ήταν όμως μια από τις πρώτες εφημερίες που πραγματοποιούσα και δεν είχα μάθει να διαχειρίζομαι ακόμα καλά τους προσερχομένους. Ήταν επίσης μια εποχή που πάρα πολλοί, ανάμεσά τους και εγώ, πεισμένοι από τα θέσφατα της αντιψυχιατρικής, νομίζαμε πως έφτανε να ακούσουμε τον ασθενή, να νοιώσει εκείνος το ενδιαφέρον μας, κι αυτό θα ‘ταν αρκετό αν όχι να γίνει καλά, τουλάχιστον να παρηγορηθεί και να νοιώσει καλύτερα. Γιατί τέτοια ήταν η εποχή τότε, όλα θεωρούνταν δυνατά, πραγματοποιήσιμα! Αρκεί να τα θέλαμε, να τα ζητούσαμε, να τα διεκδικούσαμε! Όλα συνέβαιναν τότε εντός μιας περιρρέουσας πραγματικότητας γενικευμένης αίσθησης παντοδυναμίας και συγχρόνως αμφισβήτησης των πάντων. Αμφισβήτηση που ίσως σχετίζονταν με την καθυστερημένη άφιξη στην Ελλάδα των απόηχων του Μάη του `68 και του θυμού από την παρελθούσα επτάχρονη δικτατορία που είχαμε βιώσει.

Προσπάθησα να κουβεντιάσω μαζί της. Προσπάθησα να κατανοήσω τους λόγους που την έφεραν χριστουγεννιάτικα στο εξεταστήριο ενός εφημερεύοντος νοσοκομείου, ελπίζοντας πως μέσα από την κουβέντα μας εκείνη θα ηρεμήσει, θα τα πει και θα ξαλαφρώσει! Έτσι της έδινα με τις ερωτήσεις που της έκανα, χώρο να μιλήσει, να ανοιχτεί. Κι εκείνη μίλαγε, μίλαγε, συνέχεια μίλαγε. Με μια πολυλογία ακατάσχετη, χωρίς ειρμό, πεταγόταν από το ένα θέμα στο άλλο, με στόμφο και αυτοπεποίθηση, απαιτώντας όχι μόνο την προσοχή μου σε όσα εκείνη έλεγε, αλλά και τη σύμφωνη γνώμη μου. Που αν αντιλαμβανόταν ότι δεν την είχε, θύμωνε! Η γυναίκα αυτή είπε πολλά εκείνη τη βραδιά. Είπε πως η ίδια είναι σκηνογράφος, πως υπήρξε κάτοικος Λονδίνου, μετά Θεσσαλονίκης, τώρα Κολωνακίου, πως είναι κόρη ενός διάσημου θεατράνθρωπου της εποχής και πως ο πατέρας της είχε επιχειρήσει ανάρμοστες πράξεις μαζί της. Με το άκουσμα αυτής της καταγγελίας, ένοιωσα πως σοβάρευαν τα πράγματα, αν βέβαια αυτά ήταν αλήθεια κι όχι δικά της φαντασιωσικά μυθεύματα. Και της το ‘πα. Τότε εκείνη, χωρίς να θυμώσει, αποφασιστικά, μου ζήτησε την άδεια να κάνει ένα αστικό τηλεφώνημα από τη συσκευή του ιατρείου. Της το επέτρεψα και μετά από λίγη ώρα την άκουσα να συζητά ζεστά και για λίγο με κάποιον που βρισκόταν στην άλλη άκρη του τηλεφωνικού σύρματος. Πολύ γρήγορα, μου έτεινε το ακουστικό να το πάρω εγώ, λέγοντας μου «είναι ο Ρίτσος, ο ποιητής». Εντυπωσιασμένος, με επιφύλαξη και βραδύτητα, έφερα το τηλέφωνο στο αυτί μου κι άκουσα μέσα από το ακουστικό τη φωνή του ποιητή να μου λέει: «Ναι, Ρίτσος εδώ. Σε παρακαλώ, γιατρέ, φρόντισε αυτό το κορίτσι. Είναι ένας πονεμένος άνθρωπος, πράγματι είναι κόρη του». Μετά απ’ αυτό τον καληνύχτισα, έχοντάς του δώσει την υπόσχεση ότι θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορούσα.

Η γυναίκα αυτή, όσο κάθισε στο Εφημερείο, δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να μιλά, να κινείται, να φέρνει σβούρα. Μιλούσε πολύ, δυνατά, άλλοτε γινόταν ευερέθιστη και έτοιμη να αρπαχτεί. Και κάθε φορά που άνοιγε το στόμα της να μιλήσει, ήταν για να διατάξει. Από ένα σημείο κι έπειτα, αντιλαμβανόμενη την υποστηρικτική στάση μου απέναντί της, εκείνη προχώρησε ακόμα περισσότερο. Οικειοποιήθηκε πλήρως τον χώρο, έφτασε να ανεβαίνει στις καρέκλες όπου επιχειρούσε να τραγουδήσει ή να απαγγείλει ποίηση, ακόμα και να ουρήσει στο πάτωμα δοκίμασε, ξάπλωνε στο εξεταστικό κρεβάτι -κάποια στιγμή μάλιστα φάνηκε σαν να πήρε για λίγα λεπτά έναν μικρό υπνάκο εκεί, λογικό αφού όπως είχε ήδη αναφέρει, είχε 2-3 νύχτες να κοιμηθεί. Στη συνέχεια άρχισε να «εξετάζει» εμένα. Να με ρωτάει διάφορα πράγματα. Ακόμα και τότε, όμως, εγώ συνέχιζα να πιστεύω πως αν κατάφερνα να της δείξω τη δική μου καλοσύνη, αν την έπειθα για τον αγνό χαρακτήρα των προθέσεών μου, θα τη βοηθούσα να προχωρήσει και εκείνη με τη σειρά της σε δικές της αποκαλύψεις. Αποκαλύψεις που εκείνη θα την ξελάφρωναν και σ’ εμένα θα επέτρεπαν να κάνω «λογική χρήση» του συμβολισμού της «ψύχωσής» της -αυτά ισχυρίζονταν τότε τα κιτάπια της αντιψυχιατρικής. Βεβαιότητες που εντάσσονταν στις ονειρικές αυταπάτες εκείνης της εποχής! Αλλά, όσο κι αν σπαταλούσα τον χρόνο μου μαζί της, τίποτα απ’ όσα ανέμενα, δεν συνέβαινε. Αντίθετα, τόσο εκείνη γινόταν περισσότερο ανεξέλεγκτη, μιλούσε όλο και πιο αχαλίνωτα, κάνοντάς με να νοιώθω όλο και πιο άβολα!

Τελικά, το ίδιο ξαφνικά και αναίτια όπως είχε εμφανιστεί, κάποια στιγμή μετά από μια περίπου ώρα, εκείνη εξαφανίστηκε, έφυγε. Από μόνη της! Και όταν έφυγε, ένοιωσα τόσο ξαλαφρωμένος. Και εξαντλημένος. Ίσως μάλιστα από εκείνη τη συνάντηση, άρχισα και να αναρωτιέμαι για την όποια θεραπευτική αξία της αντιψυχιατρικής! Της αντιψυχιατρικής που εκείνο τον καιρό μεσουρανούσε. Με κύριους εκφραστές των αντιψυχιατρικών θεωριών τον Cooper, τον Thomas Szazs, τον Laing. Ο Cooper, νοτιοαφρικανός ψυχίατρος που εισήγαγε τον όρο «αντιψυχιατρική» και καθιέρωσε τη λειτουργία της «θεραπείας κοινότητας», ο Thomas Szazs, διάσημος καθηγητής Ψυχιατρικής στις ΗΠΑ με ουμανιστικό λόγο και ο R.D. Laing με τα σαγηνευτικά του άρθρα, τα βιβλία του και τις ποιητικές συλλογές του, που τότε πουλούσαν κατά εκατομμύρια. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν τα στερνά φτάνουν να τιμούν τα πρώτα, ο Cooper είχε παρατήσει την κλινική ψυχιατρική, είχε παντρευτεί την τρίτη του γυναίκα και ζούσε ηδονιστικά στο Παρίσι, ο Szazs είχε συμπράξει με την λεγόμενη «Εκκλησία της σαιεντολογίας», ενώ ο Laing είχε καταλήξει ένας αλκοολικός πατέρας δέκα παιδιών από τρεις διαφορετικές γυναίκες που του είχε αφαιρεθεί κάποια στιγμή η άδεια άσκησης ιατρικού επαγγέλματος. Πράγματα όμως που τότε κανείς δεν γνώριζε. Σήμερα, που το κίνημα της αντιψυχιατρικής έχει προ πολλού παρέλθει, μπορούμε να πούμε συμπερασματικά ότι η αντιψυχιατρική συνολικά ναι, λειτούργησε ως ένας αντισταθμιστικός μοχλός εξισορρόπησης των φρικωδών υπερβολών της μέχρι τότε ιδρυματικής ψυχιατρικής, συμβάλλοντας θετικά σε μια σειρά μεταρρυθμιστικών προσπαθειών. Όμως από καιρό δεν έχει πλέον καμία συμβολή στα πράγματα, έχοντας περιοριστεί να αποτελεί μια απλή αναφορά στην συνολική ιστορική πορεία της Ψυχιατρικής.

Την υπόσχεση όμως που είχα δώσει στον Ρίτσο, εγώ την κράτησα!