Αυτό σημαίνει ότι ξεκινάνε από την ίδια αφετηρία, με μέτριες σε γενικές γραμμές εμφανίσεις, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολες τις προβλέψεις για τη συνέχεια, καθώς πρόκειται για ένα καθαρά ερασιτεχνικό πρωτάθλημα.
Μετά την 5η ή 6η αγωνιστική, όταν οι παίκτες θα αποκτήσουν τον απαιτούμενο αγωνιστικό ρυθμό, θα αρχίσουν να φαίνονται οι ποιοτικές διαβαθμίσεις ανάμεσα στους συλλόγους. Θα ξεχωρίσουν, δηλαδή, εκείνοι που βρίσκονται μερικά «κλικ» πιο πάνω από τους υπόλοιπους. Με το τέλος του πρώτου γύρου θα διαμορφωθούν τα φαβορί και τα ακλόνητα φαβορί για την κατάληψη της πρώτης θέσης του ομίλου, η οποία δίνει το δικαίωμα συμμετοχής στα μπαράζ ανόδου για τη Β’ Εθνική.
Σε βάθος χρόνου θα αντέξουν όσες ομάδες έχουν την οικονομική επιφάνεια να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, αλλά και να προχωρήσουν σε διορθωτικές κινήσεις με νέες προσθήκες, δεδομένου ότι η μεταγραφική περίοδος στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο παραμένει ανοιχτή μέχρι τον Ιανουάριο. Παράλληλα, προβάδισμα θα έχουν όσοι διαχειριστούν έξυπνα τα αποτελέσματα, διατηρήσουν υγιή αποδυτήρια και έχουν τη στήριξη του κόσμου τους.
Η Γ’ Εθνική είναι ένα σκληρό πρωτάθλημα, με κακές έως μέτριες γηπεδικές εγκαταστάσεις —το στάδιο «Ζωσιμάδες» φαντάζει… Γουέμπλεϊ για τα δεδομένα της κατηγορίας. Το πρόβλημα αυτό θα γίνει εντονότερο από τον Οκτώβριο και μετά, με την έναρξη των φθινοπωρινών βροχών και της κακοκαιρίας. Στα περισσότερα παιχνίδια, άλλωστε, κυριαρχεί η δύναμη και όχι η ποιότητα.
Τα αποτελέσματα της πρεμιέρας σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν ασφαλές κριτήριο για τη συνέχεια, καθώς οι ανατροπές είναι δεδομένες στην πορεία. Ομάδες που λόγω ονόματος και ιστορίας, όπως ο ΠΑΣ, η Βέροια, η Νάουσα, η Άρτα και η Καστοριά, λογίζονται ως φαβορί, θα πρέπει να το αποδείξουν και στον αγωνιστικό χώρο. Τα ονόματα και το παρελθόν δεν αρκούν από μόνα τους.
Οι μέχρι τώρα ενδείξεις δείχνουν ότι στον 3ο όμιλο θα παρακολουθήσουμε ένα απρόβλεπτο πρωτάθλημα, τουλάχιστον κατά τις πρώτες τρεις με τέσσερις αγωνιστικές. Στη συνέχεια θα φανεί ποιοι διαθέτουν το «μέταλλο» να αντέξουν στον χρόνο.
Όσο για την τοπική ομάδα, στην κατηγορία αυτή δεν μπορούμε να την κρίνουμε ως τον πραγματικό ΠΑΣ Γιάννινα, ούτε να έχουμε απαιτήσεις που πηγάζουν από το βαρύ του όνομα, την ιστορία του και την πρόσφατη διαδρομή του στη μεγάλη κατηγορία. Πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε ως μια ερασιτεχνική ομάδα της Γ’ Εθνικής, που συντηρείται από τα εισιτήρια των φιλάθλων και τις περιορισμένες χορηγίες τοπικών επαγγελματιών και επιχειρηματιών. Με βάση αυτά τα ρεαλιστικά δεδομένα οφείλουμε να διαμορφώσουμε και τις απαιτήσεις μας. Ως πραγματικό ΠΑΣ Γιάννινα θα τον κρίνουμε ξανά όταν βρεθεί ένας ισχυρός επενδυτής και αναδείξει τη μεγάλη δυναμική του. Μέχρι να συμβεί αυτό —αν και όποτε συμβεί— οφείλουμε να γνωρίζουμε τις πραγματικές δυνατότητες αυτής της ομάδας και να παραμείνουμε στο πλευρό της.
Υπό αυτό το πρίσμα, η λευκή ισοπαλία (0-0) με την Αναγέννηση Άρτας δεν πρέπει να απογοητεύσει κανέναν. Ήταν ένα παιχνίδι ανάμεσα σε δύο ισοδύναμες ομάδες, όπου η καθεμία είχε τις δικές της ευκαιρίες να σκοράρει και να πάρει το τρίποντο. Δεν παίζει μόνο ο ΠΑΣ στο πρωτάθλημα, παίζουν και οι αντίπαλοι. Τις προηγούμενες ημέρες είχαμε επισημάνει ότι ο «Άγιαξ» θα είχε ένα δύσκολο έργο απέναντι σε μια έμπειρη ομάδα που γνωρίζει άριστα την κατηγορία. Στον δρόμο υπάρχουν πολλά παιχνίδια ακόμα για τη συλλογή βαθμών. Αρκεί, βέβαια, να υπάρχει το ανάλογο οικονομικό υπόβαθρο, ώστε η ομάδα να αντέξει στον χρόνο και να ενισχυθεί εκεί όπου εντοπίζονται αγωνιστικές αδυναμίες.
