«Φίλοι μου κι αν με ρωτάτε, ποιος τον κάνει ετούτο γάμο,
ο πατέ -καλοί μου φίλοι- ο πατέρας μου τον κάνει».
(Είναι οι πρώτοι στίχοι από παραδοσιακό ηπειρώτικο τραγούδι).
Εκεί, στην άκρη του ουρανού, ο πιο διάσημος κυνηγός της ελληνικής μυθολογίας, ο Ωρίων, ξεκίνησε το ταξίδι του ένα πρωί, πριν ακόμη φέξει, πριν φανεί το ελάχιστο φως της ημέρας. Κοιτώντας τον ουρανό μια ανέφελη νύχτα, λένε, μπορεί να τον δεις. Είναι δίπλα του μετέωροι Τεταρτίδες κι από εκείνους εμφανίζονται τα πεφταστέρια. Κι αν, λέει, κάνεις μια ευχή, θα βγει πραγματική. Κάπου εκεί κοντά του έστησε το καρτέρι του κι ο Θόδωρος, ο οραματιστής κυνηγός, σαν μεγάλος εραστής του, και τα είδε όλα, όσα συνέβαιναν στη γη το απομεσήμερο του Σαββάτου.
Από εκεί, από την άκρη του ουρανού, από την άκρη του σύμπαντος, μέσα από τον χωροχρόνο, έβλεπε τα πάντα και γελούσε ικανοποιημένος.
Πολλά κι άλλα παρόμοια σκεφτόμουν, όταν πήρα το κάλεσμα γάμου από την αγαπημένη μου Αγγελική, τη μικρότερη θυγατέρα του Θόδωρου Νιτσιάκου, του φίλου κι αδελφού. Όλοι την αποκαλούν με το όνομά της ολόκληρο, εγώ τη φωνάζω από μικρή Αγγέλα.
Και καθώς, στη λαμπρή εκκλησία της Αγίας Μαρίνας το Σάββατο, την έβλεπα, πλαισιωμένη από τη μάνα της, τον αδελφό της, τον Κώστα, την αδελφή της, τη Μαριλένα, να δέχεται τις γαμήλιες ευχές του ιερέα μαζί με τον καλό της, τον Σπύρο, ήρθαν μπροστά μου όλες οι στιγμές μαζί τους. Μια ζωή ολόκληρη πραγματικής φιλίας κι αγάπης. Χωρίς δεύτερες σκέψεις, μα μόνο πρώτες κι όμορφες υπήρχαν σ’ αυτή τη μακροχρόνια σχέση. Κι από τις δυο πλευρές.
Από το διαμέρισμα της οδού Δωδώνης ως το σπίτι τους της οδού Αρρύβα και το χτίσιμο του ξενοδοχείου Du Lac, κύλησε πολύς χρόνος. Πολλά συνέβησαν, κάποια μη αναστρέψιμα για τις δυο οικογένειες.
Μα το νερό κυλά στο ποτάμι και να που βρεθήκαμε σε ένα ακόμη χαρμόσυνο γεγονός της ζωής των παιδιών της Μαίρης και του Θόδωρου, του ζευγαριού με τα οχτώ εγγόνια. Πέρασαν γάμοι των παιδιών τους, πέρασαν βαφτίσια, εγκαινιάσαμε μαζί τις καινούριες αίθουσες του δικού τους ξενοδοχείου, του Du Lac, κι ο γάμος αυτός σφραγίστηκε με το δημοτικό τραγούδι, από τα χείλη της ίδιας του της κόρης, της Αγγελικής. «Ποιος τον κάνει αυτό το γάμο; Ο πατέρας μου τον κάνει».
Κάπου από την άκρη της αίθουσας του Συνεδριακού Κέντρου του ξενοδοχείου, όπου έγινε το μεσημεριάτικο γλέντι με όλους τους φίλους τους παρόντες, εμφανίστηκε ο Ωρίων. Ο πραγματικός, πανέμορφος Ωρίων, όχι τ’ αστέρι. Στην αγκαλιά του πατέρα του, ο μικρός Ωρίων-Θεόδωρος, με τα μάτια του παππού του —ίδιου χρώματος και έκφρασης—, κοιτούσε με απορημένο βλέμμα τον κόσμο. Είναι ο γιος της νύφης και του γαμπρού, ο εγγονός του Θόδωρου, που δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει.
Επίμετρο μαζί κι ευχή από καρδιάς, να ζήσουν ευτυχισμένοι: Ο Ωρίων μεγάλωσε κι έγινε ανήρ εξόχου ρώμης και καλλονής και δεξιότατος κυνηγός… κατά τη μυθολογία μας.
