Η Ελένη – η Λένα όπως την ήξεραν όλοι – γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου. Εκεί την συνάντησα τη δεκαετία του ’90, όταν για πρώτη φορά επισκέφτηκα την περιοχή. Πρέπει να ήταν γύρω στα 75, αλλά έμοιαζε τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερη. Μικρόσωμη και αεικίνητη, έφτιαχνε το καλύτερο ψωμί και το καλύτερο αρνάκι με πατάτες που είχα ποτέ δοκιμάσει. Ήταν σίγουρα τα καλά υλικά, ήταν και το ψήσιμο στη γάστρα, ήταν όμως και το αργόσυρτο τελετουργικό που τηρούσε κάθε φορά ευλαβικά. Ένα πράγμα με ρώτησε λίγο μετά που συστηθήκαμε, όταν κατάλαβε πως είχε προηγηθεί μια βόλτα με την παρέα στα καφενεία. Κάτι, που όπως έμαθα αργότερα, ρωτούσε σχεδόν συστηματικά όποιον επισκεπτόταν για πρώτη φορά το σπίτι της. «Τσ’ μπόμπες τσ’ είδες;»
Οι βόμβες στις οποίες αναφέρθηκε βρίσκονταν δίπλα στην είσοδο της κεντρικής εκκλησίας στην πλατεία. Είχαν τοποθετηθεί εκεί κάποια στιγμή μετά τον αφοπλισμό τους, καθώς δεν είχαν εκραγεί κατά τη διάρκεια του άγριου βομβαρδισμού του χωριού από τους Γερμανούς. Ο μεγάλος αριθμός των νεκρών και τον τραυματισμένων συγχωριανών, η σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή του τόπου της, στοίχειωναν τόσο τη μνήμη της Λένας, ώστε επέλεξε αυτόν τον τρόπο για την γνωρίσουν οι ξένοι. «Είμαι η Λένα κι αυτή είναι η ζωή μου, δεμένη μ’ εκείνες τις βόμβες».
«Ελλείψει στοιχείων ταυτότητας
Δείχνουμε τις χαρακιές στον καρπό
Τα χάντρινα φανταχτερά βραχιόλια
Τα τατουάζ στο μπράτσο
Τις κιτρινισμένες παιδικές φωτογραφίες
(κανείς δε μας αναγνωρίζει)»
Το απόσπασμα από την ποιητική συλλογή «Αίμα και ύδωρ» του Γιάννη Π. Γκούμα ήρθε στο νου μου, καθώς θυμάμαι τα διαπιστευτήριά που κατέθετε σε όποιον πρωτοσυναντούσε. Η Λένα έπνιγε την ατομικότητά της σε μια συλλογική ιστορία, σε ένα συλλογικό πένθος. Αν και η οικογένειά έχασε αγαπημένα πρόσωπα κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου, το πρώτο στοιχείο ταυτότητας που πρόβαλλε ήταν αυτό: είμαι κομμάτι ενός πονεμένου τόπου, μέρος μιας πονεμένης εποχής. Τα υπόλοιπα ήρθαν αργότερα, με τη μορφή αποσπασματικών αφηγήσεων: ο θάνατος των δύο αδελφών της, του πρώτου στην Αντίσταση και του δεύτερου τις τελευταίες μέρες του Εμφυλίου, με την πλευρά του στρατού αυτή τη φορά. (Ένας γνωστός μου υπενθυμίζει ότι δεν πρέπει να λέμε Εθνικός, αλλά Ελληνικός Στρατός). Και ίσως τραγικότερη όλων, η ιστορία του πατέρα της, που κλήθηκε στη συνέχεια να πάει στο φοβερό βουνό (δεν θυμάμαι πια αν ήταν ο Γράμμος ή το Βίτσι), για να παραλάβει ένα κουτί με τα οστά του γιού και να τα φέρει πίσω, να τα θάψει στο κοιμητήριο του χωριού του. Ένας ηλικιωμένος πατέρας που διασχίζει τη μετεμφυλιακή ελληνική επαρχία κρατώντας ένα κουτί με κόκκαλα, που μπορεί να μην ανήκαν καν στο δικό του παιδί. Ένας πατέρας και όχι ένας στρατηγός, όπως ο ήρωας του συγκλονιστικού μυθιστορήματος του Αλβανού λογοτέχνη Ισμαήλ Κανταρέ, που αρχικά μεταφράστηκε «O στρατηγός της στρατιάς των νεκρών». (Στο βιβλίο του Κανταρέ, ένας Ιταλός στρατιωτικός και ένας ιερέας φτάνουν στα αλβανικά εδάφη, δεκαπέντε χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με αποστολή να επαναπατρίσουν τα οστά των νεκρών Ιταλών στρατιωτών).
Η Λένα θρήνησε τους πολύτιμους νεκρούς της, γηροκόμησε τους γονείς, έμεινε στο χωριό να κάνει τα μνημόσυνα. Μαγείρευε και φρόντιζε τα παιδιά της αδελφής της κάθε φορά που την επισκέπτονταν, δεν παντρεύτηκε, δεν έκανε δικά της παιδιά. Της άρεσε να αφηγείται τις ιστορίες της, ακόμα και αν την πονούσαν. Όχι σε όλους. Σε εκείνους που ήταν διατεθειμένοι να την ακούσουν.
Δεν ήταν όλοι διατεθειμένοι να την ακούσουν. Κι εγώ που την άκουγα, δεν σκέφτηκα ποτέ να την μαγνητοφωνήσω. Το έχω φυσικά μετανιώσει, έχω ξεχάσει πολλά. Το μόνο που δεν ξέχασα ήταν εκείνη η αίσθηση που άφηνε όταν μιλούσε. Ήταν σα να έπαιζε σε ένα θεατρικό δρώμενο με πολλούς πρωταγωνιστές: τον Άρη, τον Τζαβέλα, τον Ζέρβα… Κάποιους τους γνωρίζουμε από τα βιβλία της Ιστορίας. Τους περισσότερους όχι.
