karderina Custom
Αίθουσα ΣύνταξηςΙστορίες

Ο παππούς ο Τάσος κλαίει

Ένα ολιγόλεγο σημείωμα του Τάσου Νικολούζου, γραμμένο μέσα στο βαρύ πένθος για τον χαμό της δεκαεπτάχρονης εγγονής του, φέρνει στην επιφάνεια τον αβάσταχτο πόνο, αλλά και μνήμες μιας ολόκληρης ζωής.

Γνώριμος ο γραφικός χαρακτήρας του ολιγόλεξου σημειώματος του Τάσου Νικολούζου, του αγαπημένου εξάδελφου. Μας αφήνει άναυδους αυτή τη φορά η είσοδός του στην εφημερίδα. Ξάφνιασμα το σπάραγμα ψυχής του. Το δάκρυ του δεν προλαβαίνει να κυλήσει και στο δικό μας πρόσωπο. Το αντιγράφουμε ως έχει:

«Ο παππούς ο Τάσος, με το βαρύτατο πένθος της οικογενείας του για τον χαμό της δεκαεφτάχρονης εγγονούλας του Αλεξάνδρας Δρίβαλου-Νικολούζου, περπατά στο βουνό, στα “Εικονίσματα”, κάθε μέρα και φωνάζει: “Αλεξάνδρα, πού είσαι…”. Σαν τον γκιώνη, το πουλί που φωνάζει τον χαμένο αδελφό του, κάπου εκεί ψηλά, ανάμεσα στις πυκνές φυλλωσιές των δέντρων στο Γαρδίκι».

Μοιάζει τότε σαν να σμίγει η φωνή πουλιού κι ανθρώπου.

Συγκλονισμό φέρνει το μικρό σημείωμά του, χωρίς φωτογραφία του κοριτσιού. Δεν το αντέχει. Κυριαρχεί σ’ αυτό μια καρδερίνα πολύχρωμη, καθώς η μορφή του πουλιού αυτού, σύμφωνα με τη λαϊκή μας παράδοση, συμβολίζει την ανθρώπινη ψυχή, την ανάσταση και τη διαφυγή από τα δεσμά της ύλης.

Κλαίει ασταμάτητα κι εμείς πώς να τον συγκρατήσουμε, παρά μονάχα μουρμουρίζοντας την πρώτη λέξη από το αθάνατο ποντιακό τραγούδι: «Βάσταξον, καρδιά μ’, βάσταξον, όπως βαστούνε τα ραχιά την βαρυχειμωνίαν». Βάσταξον… στους γονείς της μικρής νεράιδας.

Χρόνο καιρό είχαμε να δούμε τον Τάσο στο κατώφλι της εφημερίδας. Ούτε απέξω δεν πέρναγε. Αλλά μέσα στις δικές μας σκέψεις, ασχολίες, προβλήματα, που φέρνει η καθημερινότητα, δεν αναρωτηθήκαμε καθόλου γι’ αυτή την απουσία.

Σήμερα τον φέρνουμε μπροστά μας τον Τάσο, αγέρωχο, ευθυτενή, γοητευτικό σαν τον Γεράσιμο Νικολούζο, τον Κερκυραίο πατέρα του, να περνά από την εφημερίδα κάθε φορά που διάβαζε άρθρα που τον συνέπαιρναν. Και να αισθάνεται υπερήφανος για τη συγγένεια, όπως πάντα το δήλωνε.

Κι έμειναν οι άλλοι του γραφείου να χαζεύουν τις ιστορίες του, ως συνοδού μας στο θερινό σινεμά του Έσπερου ή στις ατέλειωτες βόλτες της πλατείας. Εφηβάκια κι εμείς του καιρού μας.

Ένα μικρό ουζερί-μπακάλικο –και όλα μαζί– ήταν το κατάστημα του θείου μας του Γεράσιμου, που βρισκόταν απέναντι από το πλατειάκι της σημερινής οδού Κομνηνών. Εκεί «ξεπεζεύαμε» όλα τα ξαδέλφια, γιορτές και σχόλες, για ολοήμερες εκδρομές, καθώς μακριά φάνταζε τότε η περιοχή. Δύσκολο να πας και να ’ρθεις αυθημερόν. Στη γιορτή του Άη-Γιώργη, του πολιούχου, η θεία μας η Μαρούσιω, που παντρεύτηκε τον γοητευτικό Κορφιάτη, τα έδινε όλα για μας.

Όμορφη κι εκείνη η καλοσυνάτη γυναίκα με τα τρία της παιδιά, δυο δίδυμα –έφυγαν νωρίς– και έμεινε ο αδελφός τους ο Τάσος να κλαίει την Αλεξάνδρα του. Την εγγονούλα του με τα εκφραστικά μάτια, που έφερε το όνομα και το παρουσιαστικό –φαντάζομαι– της γιαγιάς της, της γλυκιάς, πράας Αλεξάνδρας.

Σταματούμε εδώ. Είναι φορές που οι λέξεις μοιάζουν περιττές, ασήμαντες και μάταιες.

Σχετικά άρθρα

«Φασίστες λυσσασμένοι στο Ζαγόρι» – Η μνήμη του Ολοκαυτώματος στους Ασπραγγέλους

Λουκία Τζάλλα

Μόνο δυο λόγια μπροστά στον ανείπωτο πόνο

Λουκία Τζάλλα

Το χλιμίντρισμα των αλόγων και ο ασυμβίβαστος Γιώργο-Ζώης

Λουκία Τζάλλα