Πολιτισμός

Κρίστοφερ Κινγκ: Ο Αμερικάνος από την Ήπειρο

«Γεια σου, Κρίστοφερ, με το κλαρίνο σου», που το «μοιράζεσαι» με Ζούμπα, Χαρισιάδη και τόσους άλλους άξιους συνεχιστές της παράδοσης. Αυτός ο γνωστός στα ηπειρώτικα πανηγύρια και παραδοσιακούς γάμους χαιρετισμός προς τον κλαριντζή κυρίως, αλλά και το πρόσταγμα του μερακλή χορευτή προς όλο το τακίμι: «Βαρείτε μωρέ», για να τα δώσουν όλα οι οργανοπαίκτες στην αποκορύφωση του χορού με το αυτί του στο κλαρίνο, μπήκαν έτσι - χαιρετισμός και πρόσταγμα- τελετουργικά, ηπειρώτικα, λεβέντικα, από το στόμα του χορευτή στην πένα του Κινγκ. Όλοι είμαστε Ηπειρώτες τελικά.

Το 1986, στο πλαίσιο της συνεργασίας του δήμου Ιωαννιτών με τον δήμο της γαλλικής πόλης Ανσί, όπου η ομώνυμη λίμνη, με αντιπροσωπεία του δήμου πήγαμε στη γαλλική πόλη των Άλπεων για μια σειρά εκδηλώσεων. Το χορευτικό του δήμου, με το συγκρότημα δημοτικής μουσικής, έδωσαν παραστάσεις και σε άλλες πόλεις, μεταξύ των οποίων και στην Ανμάς, πόλη ακριβώς στα σύνορα με τη Γενεύη της Ελβετίας. Μετά το τέλος της πετυχημένης παράστασης, ο Θωμάς Χαλιγιάννης, ο κλαριντζής του συγκροτήματος, ακούει από τα παρασκήνια ήχο κλαρίνου και μάλιστα από δεξιοτέχνη. Κατεβαίνει κάτω και με έκπληξη βλέπει έναν νέο άνθρωπο να παίζει με το κλαρίνο τον αυτοσχεδιαστικό ηπειρώτικο «Σκάρο». «Είναι Ελβετός… μουσικολόγος» τον πληροφορούν». «Δεν είναι Ελβετός», απαντά ο Θωμάς. «Με τέτοιον “Σκάρο” από τον Παρακάλαμο θα είναι».

Να τώρα και ένας Αμερικάνος από την Ήπειρο. Ο Κρίστοφερ Κινγκ. Το βιβλίο του «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» (Εκδ. Δώμα. Νοέμβρης 2018. Μετάφραση θαυμάσια: Αριστείδης Μαλλιαρός) αποτελεί έναν ύμνο στην Ήπειρο, στην ηπειρώτικη δημοτική μουσική. Ένα «οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική της Ευρώπης», όπως γράφει στον υπότιτλο ο συγγραφέας από τη Βιρτζίνια των ΗΠΑ, βραβευμένος με Grammy, μουσικός παραγωγός και μανιώδης συλλέκτης δίσκων γραμμοφώνου, μουσικολόγος, με σπουδές στη φιλοσοφία. Ένα βιβλίο φόρος τιμής στην ηπειρώτικη παράδοση, την οποία τιμά ο συγγραφέας, στην ηπειρώτικη μουσική ατόφια από αιώνες χωρίς ψεύτικα σύγχρονα φτιασίδια, ενισχυτές, ηλεκτρικές κιθάρες και ντραμς και σε όσους αντιστέκονται στην παραχάραξή της, απόψεις με τις οποίες συμφωνούμε και υπερθεματίζουμε. Ακόμη και για όσους δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη δημώδη μουσική, αυτό το οδοιπορικό συγκινεί και ενημερώνει. Για εμάς τους Ηπειρώτες αποτελεί τον παλμό της Ηπείρου, που δίνεται θαυμάσια από έναν ξένο. «Δεν είναι από τη Βιρτζίνια. Είναι από την Ήπειρο», θα έλεγε ο Θωμάς Χαλιγιάννης για τον Κρίστοφερ Κινγκ, όπως τότε με την κλασική πια παρατήρησή του για τον ελβετό ερμηνευτή του «Σκάρου». Όπως γράφει ο Κινγκ στον πρόλογο: «…οι κριτικοί δυσκολεύτηκαν να κατατάξουν το βιβλίο: άλλοι το είδαν σαν φιλοσοφικό έργο, άλλοι σαν μουσικολογική μελέτη, ενώ για άλλους επρόκειτο για ιστορικό πόνημα, ταξιδιωτικό χρονογράφημα ή προσωπικές αναμνήσεις. Καμία απ’ αυτές τις ταξινομήσεις, όμως, δεν είναι σωστή. Το βιβλίο είναι πολύ απλά ένα ερωτικό γράμμα στη μουσική και στους ανθρώπους της Ηπείρου». «Κάθε φορά που επισκεπτόμουν αυτόν τον τόπο… ανακάλυπτα ότι στην Ήπειρο η μουσική έχει μια ιαματική, θεραπευτική λειτουργία». Δεν είναι μόνος σε αυτό το «οδοιπορικό». Και άλλοι ακολουθούν τους ίδιους δρόμους, όπως ο Τζιμ Ποττς βρετανός, μορφωτικός ακόλουθος του βρετανικού διπλωματικού σώματος με σπουδές στην Οξφόρδη, ο οποίος δημοσίευσε το 2010 το βιβλίο «Τα νησιά του Ιονίου και η Ήπειρος: «Βαθύτερη από τα πιο βαθειά μπλουζ, πιο συγκινητική και πλημμυρισμένη με περισσότερη νοσταλγία από τα ρεμπέτικα, με ρίζες στα χρόνια του οθωμανικού ζυγού (1430-1913), η ηπειρωτική δημώδης μουσική “τα δημοτικά” έγινε κομμάτι του εαυτού μου όλα αυτά τα χρόνια που την ακούω» (σελ.69). Κοινές οι εντυπώσεις του με τον Κινγκ. Στους ίδιους δρόμους από πολύ παλιά ο Παναγιώτης Αραβαντινός «Δημοτικά Τραγούδια της Ηπείρου» (Α’ έκδ. 1880), αλλά και οι Κώστας Λαζαρίδης Γιώργος Κοκώνης, Κώστα Λώλης, κ.ά.

Αλέξης Ζούμπας και Κίτσος Χαρισιάδης

Ο Κρίστοφερ Κινγκ έμαθε για πρώτη φορά για την Ήπειρο από τα συναισθήματα που του προκάλεσε ο ήχος του βιολιού του Αλέξη Ζούμπα (1886-1946) από το Γραμμένο Ιωαννίνων, με τον οποίο ήρθε πρώτη φορά σε επαφή χάρη στους δίσκους 78 στροφών, που ανακάλυψε σε ένα παλαιοπωλείο της Κωνσταντινούπολης και του κλαρίνου του Κίτσου Χαρισιάδη (1885-1973) από τη Βήσσανη Πωγωνίου. Ο πρώτος μετοίκησε στις ΗΠΑ και πέθανε στην ξενιτιά, ενώ ο δεύτερος πέρασε όλη του τη ζωή στην Ήπειρο, στην Κληματιά, χωριό της Ζίτσας. Οι ερμηνείες του Ζούμπα, κομμάτια όλα ηχογραφημένα στη Νέα Υόρκη από το 1926 μέχρι το 1928 είναι επηρεασμένες από τον πόνο της ξενιτιάς. Συνόδεψε με το βιολί του σε κέντρα και σε ηχογραφήσεις μερικές από τις πιο μεγάλες φωνές του δημοτικού τραγουδιού και του σμυρνέικουμ που ήταν φίρμες εκείνη την εποχή στην Αμερική: της Μαρίκας Παπαγκίκα και της Γιαννιώτισσας Αμαλίας Βάκα. Στον Χαρισιάδη είναι διάχυτη «η γαλήνη και μια μουσική που γιατρεύει» ηχογραφημένη τη δεκαετία του ‘30 σε δίσκους γραμμοφώνου. Στο πόδι τους και στην παράδοση στην ηπειρώτικη μουσική ακολουθούν οι νεότεροι: Ο Τάσος Χαλκιάς, γαμπρός στην κόρη του Αλέξη, ο Γρηγόρης Καψάλης, ο Ναπολέων Ζούμπας, ανεψιός του Αλέξη, ο Χαράλαμπος Μπούρμπος, γαμπρός του Χαρισιάδη, ο Γιάννης Χαλδούπης, ο Θωμάς Χαλιγιάννης, ο Κώστας Καραπάνος κ.ά για τους οποίους έχει έναν καλό λόγο να πει ο συγγραφέας.

Θαυμαστής και συλλέκτης δίσκων του Αλέξη Ζούμπα ο Κρίστοφερ Κινγκ αναζητούσε μετά την Κωνσταντινούπολη, μέσω εμπόρων και συλλεκτών, αντίγραφα του σπουδαίου έλληνα μουσικού και δώδεκα από αυτά συγκέντρωσε σε μια νέα κυκλοφορία «Αλέξης Ζούμπας: Ένας Θρήνος για την Ήπειρο, 1926-1928».

«Την πρώτη φορά, που έβαλα ν’ ακούσω το «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» του Αλέξη Ζούμπα, άνοιξε μέσα μου μια σκοτεινή άβυσσος. Όταν η βελόνα βυθίστηκε στο αυλάκι του δίσκου, ένιωσα ν’ αποδομούμαι: άρχιζε η εξερεύνηση ενός εσωτερικού, ιδιωτικού χώρου. Ένιωθα σαν να παρακολουθούσα μια βασανιστική σταύρωση, αλλά δεν ήμουν βέβαιος ποιος σταυρωνόταν. Εγώ; Η ανθρωπότητα ολόκληρη; Ο Ζούμπας; Οι θλιμμένες παραλλαγές αυτών των πέντε νοτών άγγιξαν μέσα μου έναν τόπο που δεν ήξερα πως υπήρχε. Ξύπνησαν μέσα μου νοσταλγία, θύμηση, καημό. Ήταν μια μεταρσιωμένη μελαγχολία, που δεν την είχα νιώσει ποτέ πριν. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι το μοιρολόι του Ζούμπα ήταν ο ήχος ενός αστεροειδή λίγο πριν συντριβεί πάνω στη γη, βάζοντας τέλος σε κάθε ζωή, σε κάθε ελπίδα. Αυτός ήταν ο αντίλαλος του παράλογου και του βάναυσου». (σελ. 224)

 Οι θλιμένες παραλλαγές

«Αν είναι να παίξω ένα στενόχωρο κομμάτι, πρέπει πρώτα να νιώσω στενοχώρια»  εκμυστηρεύεται στον Κινγκ ο Ναπολέων Ζούμπας, τον οποίο έψαξε και βρήκε ο συγγραφέας στο Γραμμένο Ιωαννίνων στην έρευνά του για συγγενείς και στοιχεία για τη ζωή του Αλέξη Ζούμπα. Αυτή τη στενοχώρια τη νιώσαμε όλοι μας, όταν έφυγε από τη ζωή ο κουμπάρος του και ακούσαμε τον Ναπολέοντα να συνοδεύει στην τελευταία του κατοικία τον Κώστα Σταύρου ή Σιούστα, όπως τον γνώριζαν οι δικοί του άνθρωποι και οι φίλοι του, που ήταν μια λεγεώνα, εκεί στα Γραμμενοχώρια, στη Βράβορη με το κλαρίνο του σε ένα ανεπανάληπτο ηπειρώτικο μοιρολόι («λόγια της μοίρας» ετυμολογικά), στο οποίο αναφέρεται ο Κινγκ, όταν κάνει λόγο για τις «θλιμμένες παραλλαγές». Δεν είναι τυχαίο ότι σε όλα τα καλά παραδοσιακά ηπειρώτικα πανηγύρια και στους γάμους -όχι φυσικά στα απαράδεκτα δημοτικοφανή «πανηγύρια» με τα πανέρια με τα λουλούδια όπως στα νυκτερινά κέντρα- ακούγεται και κάποιο μοιρολόι έτσι για να έρχονται στη χαρά και οι πρόγονοι κατά το ηπειρώτικο έθιμο.

Όλοι είμαστε ηπειρώτες

Ο Κρίστοφερ Κινγκ δεν παραμένει απαθής θεατής στα ηπειρωτικά δρώμενα. Συμμετέχει. Γίνεται Ηπειρώτης που θλίβεται με το μοιρολόι του Αλέξη Ζούμπα, χαίρεται στο πανηγύρι της Βίτσας Ζαγορίου με το κλαρίνο και τον ζαγορίσιο χορό, ενθουσιάζεται με ένα αργόσυρτο «στρωτό πωγωνίσιο» και τη «διπλή γκάιντα – ηπειρώτικο» του Χαρισιάδη, ανακαλύπτει το τσίπουρο  στη Βίτσα, το οποίο –γράφει- «είχε ψυχοτρόπο δράση» θεωρώντας την απόσταξή του σχεδόν μυσταγωγία στην οποία συμμετέχει εκεί στν Βίτσα μελετώντας την όλη διαδικασία και θέλει να τελειώσει με ένα λεβέντικο χορό και το τραγούδι «Σιαμαντάκα».

«Γεια σου, Κρίστοφερ, με το κλαρίνο σου», που το «μοιράζεσαι» με Ζούμπα, Χαρισιάδη και τόσους άλλους άξιους συνεχιστές της παράδοσης. Αυτός ο γνωστός στα ηπειρώτικα πανηγύρια και παραδοσιακούς γάμους χαιρετισμός προς τον κλαριντζή κυρίως, αλλά και το πρόσταγμα του μερακλή χορευτή προς όλο το τακίμι: «Βαρείτε μωρέ», για να τα δώσουν όλα οι οργανοπαίκτες στην αποκορύφωση του χορού με το αυτί του στο κλαρίνο, μπήκαν έτσι – χαιρετισμός και πρόσταγμα- τελετουργικά, ηπειρώτικα, λεβέντικα, από το στόμα του χορευτή στην πένα του Κινγκ. Όλοι είμαστε Ηπειρώτες τελικά.