Στη Θεσσαλονίκη, τριάντα χρόνια πριν, η δεκαεπτάχρονη Ειρήνη γνωρίζει τον Ιάσονα και πιστεύει ότι μαζί του μπορεί να χτίσει τη ζωή που ονειρεύεται. Εκείνος συγκρούεται αρχικά με τον πατέρα του, ο οποίος αρνείται να δεχτεί μια φτωχή κοπέλα στην οικογένειά του. Όταν, όμως, υποχωρεί στις πιέσεις και φεύγει για την Αμερική, παίρνοντας μαζί τον γιο τους, η Ειρήνη δεν χάνει μόνο τον μεγάλο της έρωτα, αλλά στερείται βίαια και το παιδί της.
Χρόνια αργότερα, η Ηλέκτρα επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, παρά τις επιφυλάξεις της μητέρας της, και πλησιάζει έναν κόσμο που μοιάζει να την περίμενε. Καθώς το χρήμα, η κοινωνική θέση και οι οικογενειακές παρεμβάσεις απειλούν ξανά την αγάπη, η πορεία της κόρης αρχίζει να θυμίζει ανησυχητικά εκείνη της μητέρας.
Το μυθιστόρημα έχει ως αφετηρία μια πραγματική εξομολόγηση, την οποία η συγγραφέας μεταπλάθει, προσφέροντας στη μυθοπλασία την ευκαιρία να ολοκληρώσει όσα η ζωή άφησε μετέωρα.
Η Κωνσταντίνα Σιάφη-Διαμάντη έχει συνδέσει τη ζωή της με την Πρέβεζα, όπου κατοικεί με την οικογένειά της. Τα παιδιά της βρίσκονται στο κέντρο του κόσμου της, ενώ τα βιβλία, τα ταξίδια, οι φίλοι και η αγάπη της για τα λουλούδια συνθέτουν το προσωπικό της καταφύγιο. Για εκείνη, η συγγραφή είναι ένας διαφορετικός τρόπος μετακίνησης: μια διαδρομή προς ιστορίες στις οποίες κάθε φορά συναντά νέους ανθρώπους, αφουγκράζεται τις πληγές τους και τους συνοδεύει μέχρι το σημείο όπου καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στη μνήμη, στη συγχώρεση και στη συνέχιση της ζωής.
Το μυθιστόρημα βασίζεται στην εξομολόγηση μιας γυναίκας που σας ζήτησε να ξαναγράψετε τη ζωή της, προσφέροντάς της ένα διαφορετικό τέλος. Τι σας συγκίνησε βαθύτερα στην ιστορία της και σε ποιο σημείο αισθανθήκατε ότι η πραγματική μαρτυρία μπορούσε να παραδώσει τη σκυτάλη στη μυθοπλασία;
Αυτό που με συγκίνησε βαθύτατα στην ιστορία της Ειρήνης ήταν η δύναμή της να συνεχίζει, παρά όλα όσα είχε χάσει και όλα όσα είχε αναγκαστεί να κουβαλήσει. Με συγκλόνισε η αντίθεση ανάμεσα στον πόνο που είχε ζήσει και στην ανάγκη της να πιστεύει ακόμη στην αγάπη, στη συγχώρεση και στη λύτρωση. Ίσως περισσότερο απ’ όλα με άγγιξε το γεγονός ότι, ενώ μου εμπιστευόταν τη δική της ιστορία, δεν μου ζήτησε απλώς να την αφηγηθώ. Μου ζήτησε να της δώσω ένα διαφορετικό τέλος.
Η πραγματική μαρτυρία άρχισε να παραδίδει τη σκυτάλη στη μυθοπλασία τη στιγμή που κατάλαβα ότι δεν αρκούσε να καταγράψω απλώς όσα είχαν συμβεί. Έπρεπε να μπω βαθύτερα στους ανθρώπους αυτής της ιστορίας. Να αναζητήσω τα συναισθήματά τους, τις σιωπές τους, τους φόβους τους. Να τους δώσω φωνή.
Ωστόσο, έπρεπε να σεβαστώ την αλήθεια της ιστορίας, χωρίς να είμαι δεσμευμένη στην πραγματική της κατάληξη. Και αυτό ήταν το μεγάλο μου στοίχημα. Να κρατήσω ζωντανή την ουσία όσων μου εμπιστεύτηκε η Ειρήνη και, ταυτόχρονα, να της χαρίσω εκείνο που μου ζήτησε. Ένα τέλος δικό της.
Η Ειρήνη γνωρίζει τον Ιάσονα στα δεκαεπτά της, σε μια ηλικία κατά την οποία ο πρώτος έρωτας μπορεί να μοιάζει απόλυτος και αδιαπραγμάτευτος. Ποια στοιχεία του Ιάσονα την κάνουν να πιστέψει τόσο πολύ σε εκείνον και ποιες πλευρές του αδυνατεί, λόγω ηλικίας ή συναισθήματος, να διακρίνει εγκαίρως;
Στα δεκαεπτά σου, ο πρώτος σου έρωτας μπορεί πράγματι να μοιάζει απόλυτος. Δεν έχεις ακόμη τις εμπειρίες που θα σου επιτρέψουν να ξεχωρίσεις εύκολα την αγάπη από την ανάγκη, την υπόσχεση από την πραγματικότητα. Ο Ιάσονας είναι για την Ειρήνη ο πρώτος της έρωτας και, μέσα από τα μάτια της, παίρνει σχεδόν μια διάσταση μοναδική. Μαζί του μπορεί να ονειρευτεί μια ολόκληρη ζωή.
Αυτό που την κάνει να πιστέψει σε εκείνον είναι ακριβώς η ηλικία της και η ένταση με την οποία βιώνει το συναίσθημά της. Όταν αγαπάς για πρώτη φορά τόσο βαθιά, δεν αγαπάς μόνο τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου, αλλά όλη την εικόνα του μέλλοντος που έχεις πλάσει με εκείνον. Και έτσι εκείνη επενδύει σε αυτόν τον έρωτα με όλη την πίστη, την αθωότητα και την προσδοκία που θα μπορούσε να έχει ένα κορίτσι δεκαεπτά χρονών.
Κανείς δεν μπορεί να την κρίνει για όσα δεν μπόρεσε να διακρίνει στην ηλικία των δεκαεπτά ετών. Όλοι περάσαμε από αυτή την ηλικία και ερωτευτήκαμε, αγαπήσαμε, κάναμε σωστές και λάθος επιλογές. Δυστυχώς, το τίμημα αυτής της αγάπης η Ειρήνη το πλήρωσε ακριβά.
Ο Ιάσονας αντιστέκεται αρχικά στον πατέρα του, αλλά τελικά υποχωρεί στις απειλές και στις απαιτήσεις του. Τον αντιμετωπίσατε ως έναν αδύναμο άνθρωπο, ως ένα ακόμη θύμα της πατρικής εξουσίας ή ως κάποιον που φέρει ακέραιη την ευθύνη για την εγκατάλειψη της Ειρήνης; Υπήρξε στιγμή κατά τη συγγραφή που θυμώσατε μαζί του;
Ο Ιάσονας για εμένα είναι και θύμα και θύτης. Είναι θύμα της πατρικής εξουσίας, των φόβων και των απειλών που δέχεται. Αν και προσπαθούσε να αντισταθεί, τελικά υπέκυψε. Αυτό, όμως, δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη του.
Την ίδια στιγμή που εκείνος γίνεται θύμα του πατέρα του, ο ίδιος γίνεται θύτης της Ειρήνης. Η επιλογή του να την εγκαταλείψει έχει δραματικές συνέπειες στη ζωή της. Και ίσως αυτή είναι η πιο τραγική πλευρά του χαρακτήρα του· ενώ είναι ένας άνθρωπος που έχει πληγωθεί, καταλήγει και ο ίδιος να πληγώσει βαθιά τη γυναίκα που αγαπούσε.
Σίγουρα υπήρχαν στιγμές που θύμωσα μαζί του. Ωστόσο, ως συγγραφέας, προσπάθησα να μην τον δω μόνο μέσα από τον θυμό μου. Προσπάθησα να καταλάβω τον άνθρωπο πίσω από τις πράξεις του. Γιατί ίσως ο Ιάσονας να μην ήταν μόνο ο κακός της ιστορίας, αλλά ένας άνθρωπος με αδυναμίες, ενοχές και σίγουρα με πολλές ευθύνες. Στη ζωή δεν υπάρχει μόνο το άσπρο και το μαύρο, υπάρχει και κάτι ανάμεσα που ίσως εμείς δεν μπορούμε να δούμε.
Το σίγουρο είναι πως η Ειρήνη πλήρωσε το τίμημα της δικής του αδυναμίας.
Η αναχώρηση του Ιάσονα για την Αμερική, έχοντας μαζί του τον γιο τους, μετατρέπει έναν ερωτικό χωρισμό σε μια πολύ βαθύτερη μητρική απώλεια. Πώς προσεγγίσατε τον πόνο της Ειρήνης, ώστε να αποδώσετε το μέγεθός του χωρίς να την περιορίσετε στον ρόλο της εγκαταλειμμένης γυναίκας;
Είμαι μητέρα και η ίδια, κι αυτό με βοήθησε να πλησιάσω τον πόνο της Ειρήνης, όχι μόνο ως γυναίκας που εγκαταλείπεται, αλλά κυρίως ως μητέρας που στερείται το παιδί της. Προσπάθησα να περιγράψω τον πόνο όχι μόνο της απουσίας, αλλά και εκείνο το κενό που δημιουργείται στην καθημερινότητα μιας μητέρας, όταν ξαφνικά λείπει από τη ζωή της το παιδί της.
Η αίσθηση πως ένα κομμάτι σου ζει κάπου αλλού και δεν μπορείς να το προσεγγίσεις είναι τραγική. Είναι ένας πόνος που δεν μπορείς να τον περιγράψεις εύκολα και μακάρι καμία μητέρα να μην τον ζήσει.
Φανταστείτε τις στιγμές που θα ήθελε να το αγκαλιάσει, να ακούσει τη φωνή του και δεν μπορεί. Στιγμές που θύμωνε με τον εαυτό της, γιατί πίστευε πως μπορούσε να παλέψει περισσότερο, και μετά ερχόταν η ενοχή, η απόγνωση, τα κλάματα, αλλά και η φλόγα της ελπίδας που δεν έπαψε ποτέ να καίει μέσα της.
Ωστόσο, έπρεπε να συνεχίσει. Μπορεί να πόνεσε, να λύγισε, αλλά βρήκε τη δύναμη να σταθεί ξανά όρθια.
Η Ειρήνη βρίσκει τη δύναμη να συνεχίσει, όμως ένα μέρος της καρδιάς της εξακολουθεί να ανήκει στον Ιάσονα. Είναι πράγματι εκείνος ο μοναδικός έρωτας της ζωής της ή η απουσία και το ανολοκλήρωτο έχουν εξιδανικεύσει στη μνήμη της έναν άνθρωπο που την πλήγωσε ανεπανόρθωτα;
Ο Ιάσονας υπήρξε ο πρώτος έρωτας της Ειρήνης και έζησε μαζί του ένα μικρό κομμάτι της ζωής της, δημιουργώντας οικογένεια μαζί του. Δεν ήταν ένας ανεκπλήρωτος έρωτας. Μοιράστηκαν μια πραγματική ζωή, ακόμη και αν ήταν χρονικά μικρή.
Όταν ο άνθρωπος που αγάπησες σε εγκαταλείπει με τόσο οδυνηρό τρόπο, παίρνοντας μαζί του το παιδί, μέσα σου σβήνει ο έρωτας και η αγάπη και μένουν πολλά αναπάντητα «γιατί». Υπήρχαν στιγμές που προσπαθούσε να θυμηθεί τον άνθρωπο που αγάπησε πίσω από τον άνθρωπο που της προκάλεσε μεγάλο πόνο.
Σίγουρα υπερισχύει η πίκρα της πράξης του και όχι ο έρωτας.
Στο βιβλίο, οι ζωές δεν καθορίζονται μόνο από τους ανθρώπους που σχεδιάζουν και χειραγωγούν, αλλά και από παρεξηγήσεις, σιωπές και λανθασμένες αποφάσεις. Πώς μοιράσατε την ευθύνη ανάμεσα σε εκείνους που προκαλούν συνειδητά τον πόνο και σε εκείνους που, από φόβο ή αδυναμία, επιτρέπουν να επικρατήσει;
Δεν μοίρασα εγώ την ευθύνη. Το βιβλίο είναι βασισμένο σε αληθινή ιστορία και οι άνθρωποι που πρωταγωνιστούν σε αυτήν έκαναν τις επιλογές τους, με τις συνθήκες, τους φόβους και τις αδυναμίες που είχε ο καθένας τους. Αυτό που προσπάθησα με τη μυθοπλασία ήταν να φωτίσω τις πράξεις τους και τις συνέπειες.
Δεν μπορούσα να σταθώ απέναντι στους ήρωες ως δικαστής. Προσπάθησα να αφηγηθώ την ιστορία με σεβασμό στους ανθρώπους που την έζησαν. Ήθελα να τους καταλάβω. Ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο κομμάτι μιας αληθινής ιστορίας. Ότι πολλές φορές δεν υπάρχει μόνο ένας ένοχος και μία μόνο αιτία. Μπορεί να συμβούν πολλά αλυσιδωτά γεγονότα και να δημιουργήσουν ολέθριες συνέπειες. Δεν σημαίνει απαραίτητα πως κάποιος είναι ένοχος μόνο και μόνο επειδή πήρε μια λανθασμένη απόφαση.
Όλοι μας έχουμε πάρει λάθος αποφάσεις στη ζωή μας.
Η αφήγηση απλώνεται σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και ακολουθεί δύο γενιές γυναικών. Πώς οργανώσατε τις αποκαλύψεις, ώστε ο αναγνώστης να αντιλαμβάνεται σταδιακά τις ομοιότητες ανάμεσα στην Ειρήνη και στην Ηλέκτρα χωρίς να γνωρίζει πρόωρα τα μυστικά που τις συνδέουν;
Για να είμαι ειλικρινής, μου ήταν σχετικά εύκολο. Δεν ξέρω πώς ακριβώς λειτούργησε. Δεν κάθισα να σχεδιάσω κάθε αποκάλυψη με μαθηματική ακρίβεια. Άφησα την ιστορία να ξεδιπλωθεί με τον ρυθμό που της ταίριαζε. Εξάλλου, η Ειρήνη και η Ηλέκτρα είναι μητέρα και κόρη. Είναι φυσικό να υπάρχει χρονική απόσταση μεταξύ τους, αλλά ταυτόχρονα να υπάρχουν και ομοιότητες.
Νομίζω πως, όταν αφήνεις μια αληθινή ιστορία να σε οδηγήσει, βρίσκεις και τον σωστό τρόπο να αποκαλυφθεί.
Ο τίτλος «Πληγωμένα σ’ αγαπώ» αφήνει την αίσθηση ότι ακόμη και οι λέξεις της αγάπης φτάνουν στους ανθρώπους τραυματισμένες. Σε ποιους απευθύνονται αυτά τα «σ’ αγαπώ» και γιατί επιλέξατε τον πληθυντικό; Είναι εξομολογήσεις που ειπώθηκαν αργά, συναισθήματα που δεν βρήκαν ανταπόκριση ή αγάπες που επέζησαν παρά τον πόνο που προκάλεσαν;
Επέλεξα τον πληθυντικό, γιατί δεν υπάρχει μόνο ένα «σ’ αγαπώ» σε αυτή την ιστορία. Υπάρχουν πολλά και αφορούν ανθρώπους που αγάπησαν βαθιά και πληγώθηκαν. Μην ξεχνάμε, όμως, πως υπάρχουν και εκείνα τα «σ’ αγαπώ» που κράτησαν σε βάθος χρόνου και γιάτρεψαν τις πληγές του παρελθόντος.
Η πραγματική ζωή δεν προσφέρει πάντοτε κάθαρση, δικαιοσύνη ή μια δεύτερη ευκαιρία, ενώ η λογοτεχνία μπορεί να οδηγήσει τα πρόσωπα εκεί όπου η πραγματικότητα δεν τα άφησε να φτάσουν. Πιστεύετε ότι ένα μυθιστόρημα έχει τη δύναμη να θεραπεύσει, έστω συμβολικά, μια αληθινή πληγή; Και όταν ο συγγραφέας χαρίζει ένα διαφορετικό τέλος σε μια πραγματική ζωή, προσφέρει λύτρωση ή δημιουργεί μια παρηγορητική εκδοχή της αλήθειας; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Η λογοτεχνία μπορεί να σε ταξιδέψει εκεί όπου η πραγματική ζωή δεν μπορεί να σε πάει. Ως αναγνώστρια και η ίδια, πολλές φορές διαβάζω ένα βιβλίο για να ξεφύγω από την καθημερινότητα, να αφήσω ό,τι με απασχολεί και να ταξιδέψω σε έναν άλλον κόσμο. Το καλό με το να είμαι η ίδια συγγραφέας είναι πως μπορώ να δημιουργήσω έναν δικό μου κόσμο με τους ήρωές μου και να με οδηγήσουν στα δικά τους μονοπάτια.
Στη συγκεκριμένη ιστορία, η πραγματικότητα είχε αφήσει κάποια πράγματα ανοιχτά, χωρίς την κατάληξη που θα ήθελε η Ειρήνη. Μου δόθηκε η δυνατότητα, χρησιμοποιώντας την πένα μου, να της χαρίσω αυτό το διαφορετικό τέλος, όπως άλλωστε μου ζήτησε η ίδια.
Σίγουρα δεν αλλάζει την πραγματικότητα ούτε και τη ζωή μας. Είναι, όμως, μια παρηγορητική εκδοχή της. Μια εκδοχή όπου μπορεί να υπάρχει συγχώρεση, αγαλλίαση και ίσως η αίσθηση ότι κάποια πράγματα, έστω και μέσα από ένα βιβλίο, μπορούν να ολοκληρωθούν όπως θα θέλαμε να είχαν γίνει στη ζωή μας.
Η Ηλέκτρα κινδυνεύει να επαναλάβει μια ιστορία της οποίας αγνοεί τις περισσότερες λεπτομέρειες. Πώς αντιλαμβάνεστε αυτή τη διαγενεακή επανάληψη; Κληρονομούμε άραγε τους φόβους και τα τραύματα των γονιών μας, ακόμη κι όταν εκείνοι προσπαθούν να μας τα αποκρύψουν;
Απαντώντας γενικά στην ερώτηση, θα μπορούσα να πω πως κάποιες φορές, άθελά μας, οι γονείς μεταφέρουμε στα παιδιά φόβους και ανασφάλειες, ακόμη κι αν προσπαθούμε να τα προστατεύσουμε από αυτά.
Στη συγκεκριμένη ιστορία δεν πιστεύω πως συνέβη κάτι τέτοιο. Η Ηλέκτρα δεν επαναλαμβάνει συνειδητά τη ζωή της μητέρας της. Η ίδια επιλέγει τον δρόμο της, με τα δικά της θέλω, τις δικές της ανάγκες και τις δικές της αποφάσεις.
Στη ζωή, κάθε μας κίνηση, κάθε μας απόφαση πυροδοτεί αλυσιδωτές και διαδοχικές συνέπειες. Σαν το φαινόμενο του ντόμινο. Όταν σπρώξεις ένα πλακίδιο, αυτό παρασύρει και ρίχνει διαδοχικά τα υπόλοιπα. Κάποια αποτελέσματα φαίνονται αμέσως, κάποια άλλα θα φανούν σε βάθος χρόνου.
Σας ευχαριστούμε θερμά.
Εγώ σας ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις και για τον χρόνο που αφιερώσατε στο βιβλίο μου. Εύχομαι πραγματικά να αγαπήσετε την ιστορία, όπως την αγάπησα κι εγώ γράφοντάς την, να σας συγκινήσει και, πάνω απ’ όλα, να σας ταξιδέψει.
