Γιάννενα, Σάββατο 09/05/2026
erga texnis 1
Αίθουσα ΣύνταξηςΑπόψεις

Κριτικός και Έμπορος

Με αφορμή τη σχέση τέχνης, κριτικής και εμπορίου, ο ομότιμος καθηγητής Καρδιολογίας Δημήτρης Αντ. Σιδερής καταθέτει ένα φιλοσοφικό δοκίμιο για τη γνώση, το συναίσθημα και τη λειτουργία της τέχνης στη σύγχρονη κοινωνία.

Τα σήματα μεταφέρονται από τη γνώση στη βούληση, που όμως επιπλέον αυτοδιεγείρεται απλώς με το χρόνο. Τη μετάβαση από τη γνώση στη βούληση ο Αριστοτέλης την ονομάζει προαίρεση και την αυτοδιέγερση της τελευταίας, σαν από ταλάντωση, την ονομάζει όρεξη. Η γνώση έρχεται σε επαφή με το περιβάλλον από το οποίο ξεκινούν τα ερεθίσματα που διεγείρουν τις αισθήσεις μας, καταλήγουν στον εγκέφαλο όπου μετατρέπονται σε αισθήματα που κι αυτά, μετά την επεξεργασία τους γίνονται γνώση. Η βούληση πάλι έρχεται σε επαφή με το περιβάλλον διαμέσου κινήσεων και εκκρίσεων που προκαλεί κι έτσι το επηρεάζει. Μεταξύ της γνώσης και της βούλησης παρεμβάλλεται το συναίσθημα ή στάση (ή συγκίνηση ή διάθεση ή θυμός). Αυτό διαμορφώνει τη βούληση αν θα είναι θετική ή αρνητική και την έντασή της, χωρίς να έρχεται σε άμεση επαφή με το περιβάλλον. Έτσι, το συναίσθημα είναι το περισσότερο χαρακτηριστικό στοιχείο του νοητού Εγώ, ανεξάρτητο από τον περίγυρό του.

Το συναίσθημα (ή στάση) στρέφει την προσοχή προς την είσοδο ή την αποστρέφει από αυτήν. Όταν η προσοχή μας στρέφεται προς την είσοδο, το συναίσθημα είναι ευχάριστο, όταν την αποστρέφεται, είναι δυσάρεστο. Το ευχάριστο συναίσθημα κινητοποιεί τη βούληση προς την κατεύθυνση που αυξάνει την ένταση του εισαγόμενου ερεθίσματος (ή γνώσης) και το αντίστροφο ισχύει όταν είναι δυσάρεστο. Δηλαδή το συναίσθημα ορίζει αν η βούλησή μας θα είναι μια θετική ανάδραση ή αρνητική.

Κοινωνική γνώση είναι η Επιστήμη, κοινωνική βούληση η Ηθική και κοινωνικό συναίσθημα η Τέχνη, εικαστική (στο χώρο) και παραστατική  (στο χρόνο). Η τέχνη δημιουργεί μια συναισθηματική επαφή, επικοινωνία, μεταξύ του καλλιτέχνη δημιουργού και του φιλότεχνου θεατή ή ακροατή. Η επαφή αυτή όμως σπάνια είναι άμεση. Είναι όπως ο παραγωγός τροφής και  καταναλωτής δεν βρίσκονται συνήθως σε άμεση επαφή, αλλά ανάμεσά τους παρεμβάλλεται ο έμπορος. Και μεταξύ του καλλιτέχνη και του φιλότεχνου παρεμβάλλεται συνήθως ο κριτικός. Πηγαίνω σε μια έκθεση ζωγραφικής. Μπορεί να πέρασα τυχαία έξω από την έκθεση, την είδα και μπήκα μέσα. Συνήθως όμως διαβάζω κάπου όπου γράφει ένας κριτικός γι΄ αυτήν και μου κίνησε το ενδιαφέρον να τη δω.

Ο κριτικός ενεργεί όπως κάθε άλλος διάμεσος, όπως ο έμπορος, μεταξύ γνώσης και βούλησης. Ο καλός έμπορος δεν μεταφέρει απλώς προϊόντα από τον παραγωγό στον καταναλωτή. Μελετά τι λείπει από τον καταναλωτή, ξέροντας σε ποιον παραγωγό υπάρχει. Επιλέγει τον παραγωγό με τα εκλεκτότερα προϊόντα και τις πιο χαμηλές τιμές. Παράλληλα, μεταφέρει από το ένα σημείο στο άλλο, μαζί με τα ποικίλα αγαθά, και γνώσεις, συνήθειες. Οι πρόγονοί μας ήταν άριστοι ταξιδευτές και έμποροι. Από το εμπόριο εύρισκαν τα χρήματα για να κάνουν τα ταξίδια τους που κύριο σκοπό είχαν να μαθαίνουν. Στον πανούργο Οδυσσέα είναι αφιερωμένο ένα από τα διεθνώς ωραιότερα ποιήματα που έχουν γραφτεί, όχι για τον ηρωισμό του ή τις απάτες του (ακόμη και εναντίον δικών του ανθρώπων), αλλά διότι είδε πολιτείες πολλών ανθρώπων και γνώρισε τις σκέψεις τους. «Πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω». Η μεταφορά των αγαθών έχει έξοδα και λογικό είναι να κρατήσει για αμοιβή του ο έμπορος ένα ποσό από όσα δαπανά ο αγοραστής. Ό,τι παραπέρα όμως μπορεί να είναι κερδοσκοπία. Π.χ. πουλά πολύ ακριβότερα από τις δαπάνες για την αγορά και μεταφορά των προϊόντων, εκμεταλλευόμενος τις ανάγκες του καταναλωτή. Αυτό είναι βέβαια αισχροκέρδεια και τιμωρείται, λογικά, από το νόμο. Κι ωστόσο, ο κακός έμπορος αντιδρά. Δεν φέρνει το αγαθό που το έχει ανάγκη ο κόσμος! Εκβιάζει.

Ο κριτικός ενεργεί σαν έμπορος της τέχνης. Και το έργο του είναι πιο δύσκολο. Κι αυτό διότι δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος για να οριστεί το κάλλος. Ωραίο είναι ό,τι μου αρέσει. Αλλά το αν μου αρέσει ή όχι αφορά εμένα, όχι το έργο τέχνης. Έτσι, αντικειμενικά ένα καλλιτέχνημα κρίνεται από το πλήθος των ανθρώπων που δείχνουν ότι τους αρέσει. Αν ευχαριστεί το έργο πολλούς, όχι μόνο στον τόπο που δημιουργήθηκε, αλλά και παραπέρα στο χώρο και όχι μόνο στον καιρό του αλλά και πολύ αργότερα, είναι κλασικό. Τα παραδοσιακά έργα (π.χ. δημοτικά τραγούδια, αγιογραφία κλπ) έχουν νικήσει το χρόνο, αλλά όχι το χώρο. Είναι κι αυτά εκλεκτά, αλλά όχι κλασικά. Και ο σοβαρός κριτικός στηρίζεται σ΄ αυτό το αντικειμενικό, στατιστικό δεδομένο και μελετά ποια είναι τα στοιχεία των έργων τέχνης που είναι κοινά στα πιο εκλεκτά από αυτά. Και φτιάχνει έτσι κανόνες. Αν ένα μουσικό κομμάτι πειθαρχεί στους κανόνες τις αρμονίας και μελωδίας που έχουν αναγνωριστεί ότι αρέσουν στα εκλεκτά έργα χαρακτηρίζει καλό το μουσικό κομμάτι. Το ίδιο ισχύει και σε ένα εικαστικό έργο, ζωγραφικό, γλυπτό κλπ. Πάνω στην κρίση του έμπειρου καλού κριτικού θα στηριχτεί μια απόφαση αν το έργο θα βραβευτεί ή και απλώς θα παρουσιαστεί (π.χ. θα του παρασχεθεί ένας κατάλληλος χώρος, αίθουσα για να εκτεθεί) και πάνω σε παρόμοια κρίση θα στηριχτεί το κοινό για να το αναζητήσει και να το απολαύσει. Όπως στην περίπτωση των εμπόρων, ο πειρασμός για αισχροκέρδεια είναι μεγάλος. Ένας δημιουργός (ή επιχειρηματίας ιμπρεσάριος) πληρώνει κάποιους κριτικούς να διαφημίσουν ως ωραία τα έργα που εμπορεύεται.

Πέρα από τον κίνδυνο της αισχροκέρδειας, το έργο του κριτικού έχει κι άλλους κινδύνους. Είναι ανασταλτικός παράγοντας για την πρόοδο της τέχνης. Οι δημιουργοί προσπαθούν να παράγουν έργα που να πειθαρχούν στους αναγνωρισμένους κανόνες. Το έργο τέχνης όμως πριν ίσως από κάθε άλλη ανθρώπινη πολιτιστική δραστηριότητα, απευθύνεται στη φαντασία, το πιο «ελεύθερο», χωρίς περιορισμούς, σκέλος της νόησής μας. Το να προχωράς μέσα σε μια λεωφόρο δίνει το αίσθημα ασφάλειας. Αν όμως βγεις από αυτήν σε αχαρτογράφητες περιοχές, κινδυνεύεις να χαθείς, αλλά είναι και ο μόνος τρόπος να ανακαλύψεις ή δημιουργήσεις νέους δρόμους. Κι αυτό προσδίδει ιδιαίτερη αξία στο έργο τέχνης. Ιδίως στον 20ό αιώνα είχαμε ποίηση, ζωγραφική, μουσική, αρχιτεκτονική κλπ που έφευγαν από τους καθιερωμένους κανόνες.

Εξάλλου, ο τρόπος που περιέγραψα, κατά κάποιον τρόπον στατιστικός, μπορεί να προκύψει από την τεχνητή νοημοσύνη, που αφαιρεί τη «μαγεία» που βρίσκεται σε κάθε ωραίο έργο τέχνης. Η μαγεία βρίσκεται π.χ. στους συνδυασμούς χρωμάτων ενός πίνακα σε σχέση με τα σχήματα που περιέχει, όχι στα σχήματα καθαυτά που παραπέμπουν συνειρμικά στην πραγματική ζωή. Βρίσκεται στην ποίηση που προβάλλεται από την υποσυνείδητη φαντασία, χωρίς αναφορές στην πραγματικότητα. Βρίσκεται στην καθαρή μουσική, χωρίς λόγια και χορό.

Σχετικά άρθρα

Το μάθημα της φιλοσοφίας στο σχολείο ως αντίδοτο στην επιδημία της σχολικής βίας

Ελιξίριο

Βίκυ Βάββα

«Τέχνη & Αναπηρία» από το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων

Ηπειρωτικός Αγών