«Μια φορά κι έναν καιρό, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, δείπνησαν μαζί στα Γιάννενα ένας φιλέλληνας Γερμανός πρίγκηπας που ήταν μαθητής του Μητσοτάκη, ένας Πολωνός μηχανικός που ήταν παππούς του Παπανδρέου, και ένας Ρωμανιώτης (ελληνόφωνος) Εβραίος που ήταν παππούς της γιαγιάς μου».

Αυτή θα μπορούσε να είναι η εισαγωγή ενός παραμυθιού, ή η αρχή κάποιου ανέκδοτου. Αποτελεί ωστόσο πραγματικό γεγονός. Ο πρίγκηπας της ιστορίας μας είναι ο Βερνάρδος Γ’, δούκας και πρίγκηπας διάδοχος του Γερμανικού κρατιδίου του Σαξ-Μάινιγγεν, μπατζανάκης αργότερα του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’ και μαθητής του καθηγητή Γιοχάννες Μητσοτάκη. Ο Πολωνός μηχανικός είναι ο Σιγισμούνδος Μινέϊκο, παππούς του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Ρωμανιώτης Εβραίος είναι ο Νταβιτσόν Εφέντης Λεβής. Το δείπνο της ιστορίας μας εκτυλίχθηκε στο σπίτι του Νταβιτσόν στα Γιάννενα, στη συμβολή των σημερινών οδών Κουντουριώτου και Ζάππα (Εικόνα 1).
Ο φιλέλληνας Γερμανός πρίγκηπας και ο δάσκαλος του
Το δουκάτο του Σαξ-Μάινιγγεν (Sachsen-Meiningen) ήταν τον 19ο αιώνα ένα από τα μικρότερα γερμανικά κράτη στο νοτιοδυτικό μέρος του σημερινού ομοσπονδιακού κράτους της Θουριγγίας, με πρωτεύουσα την πόλη Μάινιγγεν. Παρά το μικρό του μέγεθος, αναπτύχθηκε πολιτισμικά, ιδιαίτερα στο θέατρο και τις τέχνες. Την εποχή που εξελίσσεται η ιστορία μας, το κυβερνούσε ο δούκας Γεώργιος Β’, ο οποίος είχε ανέβει στον θρόνο το 1866. Ο Γεώργιος ήταν γνωστός για τις μεταρρυθμίσεις που έκαναν το θέατρο του Μάινιγγεν διάσημο σε όλη την Ευρώπη.
Ο γιός του Γεωργίου, ο πρίγκηπας Βερνάρδος Γ’ γεννήθηκε στο Μάινιγγεν το 1851. Βλέποντας τον πατέρα του να ασχολείται με την κλασσική φιλολογία και τη μουσική, έδειξε από νωρίς ενδιαφέρον για την αρχαία Ελλάδα. Πρωτοεπισκέφτηκε αρχαιολογικούς τόπους στη χώρα μας την άνοιξη του 1873. Στο δεύτερο ταξίδι του στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1876, επισκέφτηκε την Ολυμπία και το Μαραθώνα.

Το Φεβρουάριο του 1878, ο Βερνάρδος παντρεύτηκε την πριγκίπισσα Καρλότα, κόρη του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Γ’ (Εικόνα 2). Αδελφός της Καρλότας ήταν ο μετέπειτα κάιζερ Γουλιέλμος. Δέκα χρόνια μικρότερη από την Καρλότα ήταν η αδελφή της Σοφία, η οποία έμελλε το 1889 να παντρευτεί το διάδοχο Κωνσταντίνο της Ελλάδας. Το 1879 ο Βερνάρδος και η Καρλότα απέκτησαν το μοναδικό παιδί τους, μια κόρη.
Πριν έρθει για τρίτη φορά στην περιοχή το 1884, ο Βερνάρδος είχε φροντίσει να μάθει Ελληνικά. Για το σκοπό αυτό αναζήτησε Έλληνα δάσκαλο στο Βερολίνο. Τον βρήκε στο πρόσωπο του διακεκριμένου λόγιου Γιοχάννες Μητσοτάκη, ο οποίος μερικά χρόνια αργότερα δίδαξε τα Ελληνικά και στην πριγκίπισσα Σοφία. Γεννημένος στην Κρήτη, ο Μητσοτάκης είχε σπουδάσει ιατρική στο Παρίσι πριν μετακομίσει στο Βερολίνο, οπού μεταξύ άλλων υπήρξε και ανταποκριτής της Αθηναϊκής εφημερίδας ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ. Πέθανε στο Βερολίνο το 1905. Ο αναγνώστης μπορεί στις μέρες μας να βρει στο ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο της Άμαζον το έργο του Μητσοτάκη σχετικά με την Νεοελληνική γλώσσα, το οποίο εκδόθηκε το 1891: Praktische Grammatik Der Neugriechischen Schrift (Πρακτική Γραμματική της Νεοελληνικής Γραφής). ο Βερνάρδος συνδύασε την άσκηση του αυτή της Ελληνικής γλώσσας με την υπηρεσία και την αναρρίχηση του στην ιεραρχία του Γερμανικού Στρατού.
Ο Πολωνός ευγενής, μηχανικός και σύμβουλος των Οθωμανών
Την εποχή του δείπνου στα Ιωάννινα, ο Σιγισμούνδος Μινέϊκο (Zygmunt Mineyko, 1840-1925) είχε ήδη συμπληρώσει πάνω από δέκα χρόνια στην οθωμανική υπηρεσία.

Γεννημένος στη Ρωσοκρατούμενη τότε ανατολική Πολωνία, είχε συμμετάσχει στην Πολωνική εξέγερση του 1863. Αιχμαλωτίστηκε από τις τοπικές Ρωσικές αρχές και κρατήθηκε εξόριστος στα περίφημα «κάτεργα» (katorga) της Σιβηρίας. Δραπέτευσε, φτάνοντας τελικά στη Γαλλία. H Γαλλική κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας τη συνδρομή του μαζί με Γάλλους στην Πολωνική επανάσταση, τον έκανε δεκτό στη στρατιωτική σχολή (École Militaire) του Παρισιού, όπου σπούδασε μηχανικός. Στις αρχές της δεκαετίας του 1870, στα πλαίσια της ανασυγκρότησης του οθωμανικού κράτους, ο σουλτάνος Αμπτούλ Αζίζ ζήτησε από τη Γαλλία να του στείλει έναν μηχανικό για την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Η γαλλική κυβέρνηση έστειλε τον Μινέϊκο, ο οποίος σαν αρχιμηχανικός σχεδίασε δρόμους, σιδηροδρόμους και γέφυρες στην περιοχή (Εικόνα 3).
Δημοσιεύματα της εποχής αναφέρονται στις δραστηριότητες του. Διαβάζουμε στις 2/14 Μαΐου 1874 πως ο βαλής Ιωαννίνων Μουσταφά Ασήμ, «ἀπερχόμενος εἰς περιοδείαν παρέλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τὸν μηχανικὸν τοῦ βιλαετίου Σιγισμόνδον Μινέïκον, μεθ’ οὗ καὶ διῆλθεν ὅλην τὴν ἀπὸ Ἰωαννίνων εἰς Ἄρταν καὶ Σαλαχώραν ἄγουσαν, ἣν ἰδὼν εἰς ἀθλίαν περιελθοῦσαν κατάστασιν διέταξε τὴν ἐκ νέου κατασκευὴν αυτῆς καὶ δικαίως» (ΝΕΟΛΟΓΟΣ).
Σε μια από τις επιθεωρήσεις του το 1875, ο Μινέϊκο εντόπισε έναν αρχαιολογικό χώρο, στον οποίο θα επέστρεφε αργότερα για ανασκαφές: την αρχαία Δωδώνη. Ακολούθησαν στο διάστημα 1875-76 οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές στο χώρο αυτό. Η ανασκαφή χρηματοδοτήθηκε σε τέσσερις φάσεις. Στην πρώτη, η οποία είχε πενιχρά αποτελέσματα, ο Μινέϊκο χρηματοδοτήθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραπάνο. Στη δεύτερη, ο Μινέϊκο συνέχισε μόνος του με μεγαλύτερη επιτυχία. O Νταβιτσόν Εφέντης και ο Αλκιβιάδης Λιάμπεης συμμετείχαν στη χρηματοδότηση της τρίτης φάσης, με πλούσια ευρήματα όπως νομίσματα, κοσμήματα, χάλκινα αναθήματα και επιγραφές. Στην τέταρτη φάση, ο Καραπάνος επέστρεψε με νέα άδεια από τον σουλτάνο και οι ανασκαφές οργανώθηκαν μεθοδικά από τον υπάλληλό του Σπυρίδωνα Λεκατσά. O αναγνώστης θα βρει λεπτομερή περιγραφή στη μελέτη του Γρηγόρη Μανόπουλου, Η Πρώτη Συστηματική Ανασκαφή της Δωδώνης (1875–1876).
Το Δεκέμβριο του 1881, λίγο μετά την προσάρτηση της Άρτας στο Ελληνικό βασίλειο, διαβάζουμε: «Ὁ Σουλτάνος, ὅπως δώσῃ καταφύγιον εἰς ὅσους τῶν μουσουλμάνων κατέλειπον τὀ χορηγηθὲν τῇ Ἑλλάδι ἔδαφος, δημιουργήσῃ δὲ νέον κέντρον, έξουδετεροῦν ὁπωσοῦν τὴν ἀπώλειαν τῆς Ἄρτης, παρεχώρησε δύο ἐκ τῶν ἐαυτοῦ χωρίων, Φιλιππιάδα καὶ Ἐλευθεροχώρι. Τὸ σχέδιον εἶναι ἐν τῳ ἐκτελεῖσθαι· ὁ τὸ σχέδιον τῆς νέας πόλεως φιλοπονήσας μηχανικός Μινέικος, τῃ συνεπινεύσει τῆς κυβερνήσεως, ἀπῆλθεν εἰς Φιλιππιάδα, ὅπως τὸ ἐκτελέσῃ. Μετὰ τὴν τελείωσιν τῶν ἐργασιῶν θὰ ἐγκαινισθῇ τὸ καϊμακάτον τῆς Ἄρτης καὶ θὰ κληθῆ Χαμιδιέ, πρὸς τιμὴν τοῦ Σουλτάνου» (ΝΕΑ ΗΜΕΡΑ). Στη συνέχεια, ο αρθρογράφος εκφράζει την ανησυχία πως οι κάτοικοι εκείνης της περιοχής απέναντι από το ποτάμι η οποία είχε παραμείνει στην οθωμανική κυριαρχία, αντί να κατεβαίνουν για να πουλήσουν τα προϊόντα τους στην Άρτα, θα πηγαίνουν στην νέα αυτή πόλη.
Το 1880, ο Μινέϊκο παντρεύτηκε την Περσεφόνη, κόρη του γυμνασιάρχη της Ζωσιμαίας Σπύρου Μάναρη.
Ο Νταβιτσόν Εφέντης

Ο Νταβιτσόν Εφέντης Λεβής (1832-1913) ήταν μέλος της ελληνόφωνης Ρωμανιώτικης Εβραϊκής κοινότητας των Ιωαννίνων. Η εποχή του, που συνέπεσε με το Τανζιμάτ και τις μεταρρυθμίσεις του οθωμανικού κράτους στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, του επέτρεψε να διακριθεί στη σταδιοδρομία του στο οθωμανικό δημόσιο όπου διετέλεσε βουλευτής στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο και μέλος του ανώτατου εμπορικού δικαστηρίου (Εικόνα 4).
Ζούσε με την σύζυγο του και τα έξη παιδιά τους σε μέγαρο στη γωνία των οδών Κουντουριώτου και Ζάππα που κτίστηκε το 1866.
Οι πυρετώδεις προετοιμασίες
Πριν φτάσει στα τουρκοκρατούμενα Γιάννενα το Μάιο του 1884, ο Βερνάρδος είχε επισκεφτεί αρχαιολογικούς χώρους στο Ελληνικό βασίλειο. Στην Αθήνα φιλοξενήθηκε από τους Σλίμαν. Πέρασε διαδοχικά από την Ελευσίνα, την Ιστιαία (τότε Ξηροχώρι), την Αιδηψό, τη Λαμία, το Πήλιο, τη Λάρισα, τα Τέμπη, και τα Μετέωρα.
Στα Γιάννενα είχαν αρχίσει πυρετώδεις προετοιμασίες. Διαβάζουμε σχετικά: «Πρὸς προϋπάντησιν του κατηρτίσθη ἤδη ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ γενικοῦ τῆς πόλεως διοικητοῦ, τοῦ Δαβιτσόν ἐφένδη καὶ τοῦ κ. Ι. Σακελαρίου, πρωτοδίκου, χρησιμεύοντος καὶ ὡς διερμηνέως, καὶ τὸ διοικητήριον δὲ καταλλήλως διεσκευάσθη» (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ – Σάββατο 19 Μαΐου 1884).
Άλλη μια δημοσίευση σατιρίζει τον πανικό των οργανωτών: «Ἤρξαντο λοιπὸν αἱ προπαρασκευαί. Ἐπιτροπὴ πολυμελὴς ἐκ τῶν ἐγκριτοτέρων ὑπαλλήλων διωρίσθη πρὸς τοῦτο. Πολλὰς κατηνάλωσε συνεδριάσεις ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς εὕρεσιν καταλλήλου οἰκίας· ἐπὶ τέλους ὅμως ἐνεκρίθη τὸ Διοικητήριον. Τὸ δι’ ἄλλου σκοπὸν προωρισμένον ἀτυχὲς τοῦτο μέγαρον κονιοῦται, ἐπιπλοῦται, βάφεται, καθαρίζεται, σαρώνεται αἱ ἐβραῖδες εὗρον ἐργασίαν πλύνουσαι τὰς σεσαρθρωμένας σανίδας αὐτοῦ καὶ αἱ ἀράχναι αἱ συνήθεις αὐτοῦ καὶ φιλήσυχοι κάτοικοι μετ’ ἀπορίας βλέπουσι καταστρεφομένους τοὺς ἰστοὺς των. Οἱ χωροφύλακες μετεβλήφθησαν εἰς Ἀρλεκίνους διὰ τὴν ποικιλίαν τῶν στολῶν των, διότι τινῶν μὲν ἐνεαλώθησαν τὰ φορέματα, ἄλλων, εὐτυχεστέρων, ἀνεκαινίσθησαν τοῦ μὲν ἡ μία χειρίς, τοῦ δὲ τὸ «λαγκιόλι», τοῦ δὲ ἡ «μάνα», τοῦ δὲ τὸ ἥμισυ πανταλόνιον, ἄλλοι ἐδανείσθησαν ὡς ἐορτάσιμα τὰ καθημερινὰ τῶν ἀξιωματικῶν των φορέματα.
Τὸ ζήτημα τῶν παρατεθησομένων τῳ πρίγκιπὶ φαγητὸν ἀπησχόλησε τὰς ἀρχὰς ὁλόκληρα ἡμερονύκτια· καὶ λεπτομέρειαι ἀνεπύχθησαν περὶ ἐθιμοταξίας ἄν ὁ κ. Δήμαρχος πρέπει νὰ φορέσει «φράκον» ἤ «Τζαχοήρη» «μποτίνια» ἢ «Τσαρούχια», ἂν θὰ φορέσῃ γάντια ἢ ὄχι, ἂν θὰ χαιρετήσῃ διὰ χειραψίας ἢ διὰ «τεμενᾶ» καὶ περὶ ἑτέρων σοβαρωτέρων ζητημάτων· καὶ πῶς νὰ μὴ γίνωσι φιλονεικίαι ἀφοῦ δύο κόσμοι ὅλως αντίθετοι συναντῶνται» (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ – Τετάρτη 30 Μαΐου 1884).
Η υποδοχή στα Γιάννενα και το δείπνο το 1884
Το μεσημέρι του Σαββάτου, 19 Μαΐου, ο Βερνάρδος έφτασε στην κορυφή του Ζυγού στα ελληνοτουρκικά σύνορα. Εκεί, Έλληνες αξιωματικοί τον περίμεναν με γεύμα «ἐξ ὁπτῶν ἀμνῶν, κοκορετσίων καὶ ποικίλων ἄλλων είδῶν ἐκ γάλακτος, οἶον τυροῦ γιαουρτίων καὶ τῶν τοιούτων» (ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ, 31 Μαΐου). Μετά το γεύμα, πέρασε τα σύνορα και κατέβηκε στο Μέτσοβο όπου επισκέφτηκε τον ιερό ναό της Αγίας Παρασκευής και το παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου. Το Σάββατο βράδυ φιλοξενήθηκε «ἐν τῆ Ἀβραμιαίᾳ οἰκίᾳ τοῦ κ. Ἀβέρωφ».
Την Κυριακή πήρε το δρόμο από το Μέτσοβο προς τα Γιάννενα. Σταμάτησε για λίγο στο «ἐπί τοῦ χανίου Βαλδούμα, τοῦ κειμένου ἐν τῆ συμβολῆ τῶν δύο εἰρημένων κλώνων τοῦ Ἀράχθου και εἶτα ἤρξατο ν’ ἀνέρχηται τὴν ἀνατολικὴν κλιτύν τοῦ Δρίσκου, ἐν τῆ κορυφῆ τοῦ ὁποίου ἔστη ἐπὶ τοῦ ὁμονύμου χανίου, ἐν ὧ καὶ ἐγευμάτισε». (ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ, 31 Μαΐου). Αυτά γύρω στις 5 αλατούρκα, δηλαδή 1 το μεσημέρι. Τον υποδέχθηκαν εκεί οι αρχές της πόλης και κατευθύνθηκαν όλοι μαζί προς το χάνι στον Κατσικά. Από εκεί ως το κέντρο των Ιωαννίνων, «ἡ μακροτάτη ὁδὸς τῆς Καλούτσεσμης ἔβριθε κόσμου συνωστιζομένου, ἵνα ἴδωσι τὸν πρίγκηπα. Ἦτο ὅλος ὁ χριστιανικὸς λαὸς τῆς πόλεως και τινες ἐβραῖοι καὶ ἐβραῖαι. Ὀθωμανοὶ πλὴν τῶν ἐν τέλει καὶ ὀθωμανίδες δὲν ἐξῆλθον» (ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ Αθήνα 31 Μαΐου). Παρά την λεπτή βροχή που έπεφτε, είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, αφού άλλωστε η αγορά ήταν κλειστή. Το βράδυ της Κυριακής, οι αρχές της πόλης παρέθεσαν δείπνο για το Βερνάρδο στο διοικητήριο, το οποίο συνοδεύτηκε από πυροτεχνήματα στην πλατεία των στρατώνων στα Λιθαρίτσια.
Τη Δευτέρα και την Τρίτη, ο πρίγκηπας συναντήθηκε με τις οθωμανικές αρχές της πόλης και τους πρόξενους της Ελλάδας, της Αυστρίας και της Ρωσίας. Τριγύρισε επίσης στα αξιοθέατα της πόλης και του νησιού. Την Τετάρτη το πρωί πήγε στο αρχαίο φρούριο στο Γαρδίκι και μετά την επιστροφή του στα Γιάννενα, περπάτησε το απόγευμα στην αγορά και παρήγγειλε 3-4 εργόχειρα σε ένα υφαντήριο στη συνοικία των Λακωμάτων.
«Τὸ δὲ ἑσπέρας παρέθετο δεῖπνον αὐτῶ ὁ Ἰουδαῖος Δαβιτσιὼν έφέντη, ἐν ὧ ἦσαν προσκεκλημένοι οἱ διοικηταὶ καὶ ἄλλοι καὶ ὁ μηχανικὸς τῆς δημαρχίας ὁ συνοδεύων αὐτὸν εἰς τὰς ἐκδρομὰς κ. Σιγισμοῦνδος Μενέοικος, Πολωνὸς ἀρχιτέκτων καὶ πινακογράφος ἄριστος». (ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ Αθήνα 31 Μαΐου). «Διαρκοῦντως δὲ τοῦ δείπνου ἐγχώριος μουσικὴ ἐπαιάνιζε διαφόρους ἐντοπίους σκοπούς» (ΒΥΖΑΝΤΙΣ 2 Ιουνίου).
Την Πέμπτη το πρωί αφού είχαν σίγουρα συζητήσει τις πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές στη Δωδώνη στο δείπνο τους, ο δούκας «ἐπορεύθη μετὰ του γερμανοῦ αρχαιολόγου, Μινεοίκου καὶ ἄλλων εἰς Ἀλμποχῶρι καὶ ἐπεσκέφθη τὰ ἐρείπια τῆς Δωδώνης καὶ τὸ μέγιστον ἀρχαῖον θέατρον» (ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ 31 Μαΐου) (Εικόνα 5).

Το βράδυ δόθηκε αποχαιρετιστήριο δείπνο στο διοικητήριο. Παρόντες ήταν πάλι όλοι οι πρόξενοι, εκτός από τον Γάλλο. Το 1870, σε ηλικία 19 ετών, ο Βερνάρδος είχε διακόψει τις σπουδές του στη Χαϊδελβέργη για να καταταγεί στον Πρωσικό Στρατό στον πόλεμο κατά της Γαλλίας. Μάλλον γι’ αυτό το λόγο δεν αισθάνθηκε την υποχρέωση να τον τιμήσει ο Γάλλος πρόξενος.
Νωρίς την Παρασκευή, ο πρίγκηπας αναχώρησε με κατεύθυνση τα Πέντε Πηγάδια και από εκεί Άρτα, Μενίδι, Πρέβεζα, Πάτρα, Ρίο, Πύργο, Ολυμπία, Ζάκυνθο, και τέλος Κέρκυρα.
Τα χρόνια τους μετά το δείπνο στα Γιάννενα
Τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές αργότερα;
Ο μεν Βερνάρδος επέστρεψε στην Αθήνα με τη σύζυγο του Καρλότα το φθινόπωρο του 1889 για το γάμο της αδελφής της Σοφίας με τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Τους φιλοξένησε η οικογένεια Συγγρού. Το ζευγάρι γύρισε πάλι στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1893, την άνοιξη του 1896 για τους Ολυμπιακούς αγώνες, και ξανά στις αρχές του 1907. Ο Βερνάρδος είχε πλέον αναπτύξει έντονη δραστηριότητα στον Ελληνογερμανικό πνευματικό χώρο. Με τη συνεργασία των Ελλήνων συμβούλων του μετάφρασε κλασσικά αρχαιοελληνικά έργα στα Γερμανικά, μελοποίησε τους Πέρσες του Αισχύλου για το Ελληνικό θέατρο και μετέφρασε Γερμανικά λογοτεχνικά κείμενα και στρατιωτικά δοκίμια στα Ελληνικά. Τον τίμησαν πολλοί Ελληνικοί πολιτιστικοί σύλλογοι, ενώ το 1889 το Πανεπιστήμιο Αθηνών του απένειμε τον τίτλο του «Φιλέλληνα». Το ζευγάρι βρέθηκε επίσης στην Αθήνα τις μέρες που γιορτάστηκε η πρώτη επέτειος από την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων, το Φεβρουάριο του 1914 (Εικόνα 6).

Με το θάνατο του πατέρα του τον Ιούνιο του 1914, ο Βερνάρδος Γ’ ανέλαβε τη διοίκηση του δουκάτου λίγες μέρες πριν ξεσπάσει ο Α’ΠΠ. Γρήγορα όμως ήρθε σε διάσταση με τον γαμπρό του τον κάιζερ Γουλιέλμο επειδή επιθυμούσε να του ανατεθεί ένας πιο σημαντικός ρόλος στην ιεραρχία του Γερμανικού Στρατού. Με την ήττα της Γερμανίας το 1918, ο θρόνος του καταργήθηκε μαζί με όλους τους άλλους στη Γερμανία και την κεντρική Ευρώπη. Πέθανε στη γενέτειρα του το 1928. Ως το θάνατο του, διατήρησε στενή σχέση με την αδελφή του Σοφία και την Ελληνική βασιλική οικογένεια.
Για τον Μινέικο, διαβάζουμε στις 30 Δεκεμβρίου 1886: «Πληροφορούμεθα ὅτι παραιτηθέντος τοῦ άρχιμηχανικοῦ τοῦ βιλαετίου Ἰωαννίνων κ. Μινέϊκου διωρίσθη είς τὴν θέσιν αὐτοῦ παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν δημοσίων ἔργων ἀρχιμηχανικὸς τοῦ βιλαετίου ὁ Ἀχμὲτ ἐφέντης, ὅς καὶ ἀφίκετο ἤδη εἰς τὴν πόλιν ἡμῶν» (ΝΕΟΛΟΓΟΣ). Ο Μινέϊκο προσλήφθηκε στο Ελληνικό δημόσιο σαν αρχιμηχανικός και υπηρέτησε με διάκριση. Η κόρη του Σοφία, γεννημένη το 1887, παντρεύτηκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στις αρχές της δεκαετίας του 1910, και απέκτησαν το μοναδικό τους παιδί, τον Ανδρέα το 1919. Ο Σιγισμούνδος Μινέϊκο πέθανε το Δεκέμβριο του 1925. Για την προσφορά του στους Βαλκανικούς, όπου επωφελήθηκε από τη γνώση του της γεωγραφίας της Ηπείρου και των οθωμανικών αμυντικών υποδομών της, τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος. Νωρίτερα, του είχε αποδοθεί η Ελληνική υπηκοότητα.
Όπως περιγράφω με λεπτομέρεια στη βιογραφία του (εκδόσεις Καπόν), ο Νταβιτσόν Εφέντης πέθανε στο σπίτι του το Νοέμβριο του 1913, λίγο μετά την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων.
Επίλογος: Τα παρεξηγημένα αρχαία ιδεώδη
Ωραία όλα αυτά με το θαυμασμό του Γερμανού πρίγκηπα για τα αρχαία Ελληνικά έργα και ιδεώδη. Μόνο που λίγο μετά το θάνατο του, κάπου πήγε στραβά η ιστορία: Διαβάζουμε στην Παρισινή εφημερίδα Le Matin στις 22 Οκτωβρίου του 1933, τη χρονιά που ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία, σε ανταπόκριση από τη Βιέννη: «Μας μεταδίδουν από το Κλάγκενφουρθ, της Καρινθίας, ότι ο πρίγκηπας του Σαξ-Μάινιγγεν, ο οποίος κατέχει στην περιοχή τον πύργο του Πιτσελστέτεν, ανακρίθηκε σήμερα το πρωί από την χωροφυλακή με αφορμή μια σημαία με αγκυλωτό σταυρό την οποία είχε αναρτήσει στο αυτοκίνητο του. Μετά από έρευνα στο αμάξι με την ευκαιρία αυτή, αποκαλύφτηκε χιτλερικό προπαγανδιστικό υλικό. Ο πρίγκηπας κρατήθηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση έξη εβδομάδων». Στο τέλος της φυλάκισης, διατάχθηκε να παραμείνει στο κάστρο του μέχρι νεότερης διαταγής. Κατάφερε ωστόσο να διαφύγει στην Ιταλία. Ο πρίγκηπας αυτός ήταν ανιψιός του Βερνάρδου.
Αυτό που ξεκίνησε λοιπόν από τον Βερνάρδο Γ’ και τον πατέρα του Γεώργιο σαν ένα αισθητικό ενδιαφέρον για τις κλασσικές μελέτες εξελίχθηκε σε πάθος, σε φανατισμό και σε μίσος. Οι Ναζί, τους οποίους θαύμασε ο διάδοχος του δεν αρκέστηκαν στην ανάγνωση, την συγγραφή και την περιήγηση σε αρχαιολογικούς τόπους. Δεν προσπάθησαν να μιμηθούν την αρχαιοελληνική σαν μια ξένη κουλτούρα. Δεν μελέτησαν την αρχαία Ελλάδα για να μάθουν από αυτήν. Την αντιμετώπισαν σαν αντανάκλαση του εαυτού τους. Χρησιμοποίησαν τις μεταφράσεις και τις θεατρικές τεχνικές που προωθήθηκαν από τον Βερνάρδο για να συνδέσουν το βάναυσο καθεστώς τους με την αρχαία Ελλάδα. Αγνόησαν την ελληνική εφεύρεση της δημοκρατίας, της φιλοσοφίας και της τραγωδίας και επιλεκτικά ασπάστηκαν μια αφήγηση φυλετικής καθαρότητας, μιλιταρισμού και αυταρχισμού με πρότυπο την Σπάρτη. Στο νου τους πήραν έτσι «ιστορική εντολή» για τα εγκλήματά τους.
Ο Βερνάρδος Γ’ ήταν ένας γνήσιος μελετητής και φιλέλληνας που διέκρινε μια πνευματική συγγένεια ανάμεσα στη Γερμανία και την Ελλάδα. Πέθανε πριν οι Ναζί καταλάβουν την εξουσία. Ωστόσο, το πνευματικό του έργο άθελά του έθεσε τα θεμέλια για τον «τραγικό» εθνικισμό του Τρίτου Ράιχ. Κάτι είχε διαισθανθεί λοιπόν ο σατιρικός ποιητής Γεώργιος Σουρής, ο οποίος στα χρόνια τους είχε αναφερθεί στον φιλελληνισμό του Βερνάρδου και το παράλληλο ενδιαφέρον του για τις πολεμικές τέχνες. Έγραψε μεταξύ άλλων σε ένα ποίημα με τίτλο «Εἰς τὸν Διάδοχον τῆς Σαξωνίας καὶ ἄνδρα κράτιστον τῆς Γερμανίας»:
«Εἷς πρίγκηψ Ὑψηλότατος νὰ μεταφράζῃ στίχους,
νὰ ἐντρυφᾶ εὶς τῶν Μουσῶν τοὺς φθόγγους καὶ τοὺς ἤχους,
νὰ τοῦ ἀρέσουν αἱ σεμναὶ τῆς Μνημοσύνης κόραι,
καὶ νὰ περνοῦν μὲ γράμματα τοῦ Πρίγκηπος αἱ ὥραι.
Αύτὸ τὸ πρᾶγμα κανενὸς ὁ νοῦς δὲν τὸ χωρεῖ,
Καὶ ο Ρωμῃὸς ἐξίσταται καὶ χάσκων ἀπορεῖ.
Περιφρονεῖτε τῆς ζωῆς τοσαύτας ἡδονάς
καὶ τῆς σοφίας γίνεσθε καὶ τῶν γραμμάτων μύσται,
κι’ ἀφίνοντες τοὺς τίτλους σας καὶ τὰς περγαμηνάς
σπουδάζετε καὶ τέλειοι νὰ εἴσθε ξυλοσχίσται.
Πᾶν’ ἔργον, πᾶσα μάθησις ἡ ἀληθὴς τροφή σας
καὶ σύμβολον τοῦ γένους σας καὶ τῆς ἀνατροφῆς σας.
Ὅταν δ’ ἀκούσετε βοὴν καὶ τοῦ πολέμου κτύπον
γελῶντες ἀνεβαίνετε τὸν δασυχαίτην ἵππον,
ἀτρόμητοι δὲ ρίπτεσθε εἰς τῶν λογχῶν τα πλήθη
καὶ ἄλκιμα προτείνετε πρὸς πόλεμον τὰ στήθη,
καὶ πρῶτοι ὄλων μάχεσθε μὲ κεραυνοὺς Τιτάνων,
χωρὶς ποτὲ νὰ ἔχετε ἀξίωσιν στεφάνων.
Ο ΡΩΜΙΟΣ, 9 Ιουλίου 1888
Για τα ναζιστικά ιδεώδη ξεκληρίστηκε η Ρωμανιώτικη Εβραϊκή κοινότητα των Ιωαννίνων το 1944. Η ευρύτερη οικογένεια Λεβή των Ιωαννίνων θρήνησε πάνω από 80 μέλη της.
Δεν θέλω ωστόσο, όταν γράφω τώρα «ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ» να παρερμηνευτούν τα λόγια μου. Θα επαναλάβω λοιπόν όσα είπα στην ομιλία μου στο Κολλέγιο Αθηνών το Φεβρουάριο του 2019 όταν τιμήθηκε ο Κωνσταντίνος Γιαννίτσης (πατέρας του πρώην υπουργού Τάσου) σαν «Δίκαιος των Εθνών» επειδή βοήθησε στη διάσωση της οικογένειας του παππού μου Ασέρ Μωυσή και της γιαγιάς Γιέτης Μωυσή, το γένος Λεβή: «Το Ολοκαύτωμα με τη βιομηχανική προσπάθεια αφανισμού ενός ολόκληρου λαού είναι σίγουρα μοναδικό ιστορικό φαινόμενο. Αλλά δεν αφορά μόνο Γερμανούς. Και δεν αποτελεί άλλοθι για κανέναν Ισραηλίτη σήμερα».
