«Αφήστε τα παιδιά να έρθουν κοντά. Ελάτε κι άλλα, κι άλλα μαζί μου, εδώ μπροστά».
Όταν είσαι δάσκαλος, είσαι δάσκαλος. Δεν σου φεύγει ποτέ από μέσα σου ο ζήλος, το πάθος, ακόμη κι η φροντίδα για τους μαθητές σου. Δεν φεύγει ποτέ αυτή η ανυστερόβουλη αγάπη που διδάσκεσαι από τα παιδιά.
Όσα διαμάντια του ελληνικού πενταγράμμου κι αν τραγούδησε η Φωτεινή Βελεσιώτου με την χαρακτηριστική βραχνή εκείνη χροιά στη φωνή της τη Δευτέρα το βράδυ στην αυλή του Μουσείου Αργυροτεχνίας, όταν είδε τα παιδιά να μαζεύονται γύρω της, να κάθονται στρωματσάδα και με τα κινητά τους να την μαγνητοσκοπούν, πήγε κοντά τους και τα αγκάλιασε. Η δασκάλα άφησε πίσω την τραγουδίστρια και δεν είναι παρακινδυνευμένο να μεταφέρουμε τη γνωστή θεία φράση που ακούστηκε πίσω μας εκείνη την ώρα από το κατά Λουκάν ευαγγέλιο.
Η τραγουδίστρια, την οποία κατά γενική ομολογία αδικεί τα μάλα ο φακός στην εμφάνισή της, δεν άφησε κανένα τραγούδι από τα χαρακτηριστικότερα ελληνικά τραγούδια που σφράγισαν εποχές και συγκινούν αφάνταστα τον κόσμο ως σήμερα και θα τον συγκινούν αιώνια. Στην αρχή καλωσόρισε τον κόσμο κι είπε πως η βραδιά είναι αφιερωμένη στις γυναίκες τραγουδίστριες, που άφησαν το στίγμα τους τραγουδώντας και αψηφώντας το έντονα ανδροκρατούμενο κλίμα της εποχής τους: Εσκενάζι, Χασκίλ, Νίνου, Γεωργακοπούλου, Μπέλλου και άλλες.
Δεν παρέλειπε συνέχεια να αστειεύεται με τους θεατές και να επαινεί τους εξαιρετικούς μουσικούς της. Σαν να επρόκειτο για μια οικογενειακή υπόθεση. Οι Γιαννιώτες κατέκλυσαν τον θαυμάσιο αυτό χώρο, που λαμπρύνει τον τόπο μας, ενώ συμμετείχαν με την καρδιά τους τραγουδώντας τα αθάνατα ελληνικά κομμάτια. Ήταν ένα αφιέρωμα στις γυναίκες, λοιπόν, με τις δυο γυναίκες της μπάντας, την εξαίρετη νεαρή Σοφία Μέρμηγκα με τη φωνή και το κανονάκι της, να δίνει τον καλύτερο εαυτό της. Μπορεί οι σπουδαίοι άνδρες μουσικοί να αδικήθηκαν λιγάκι, αλλά το καλούσε η βραδιά να είναι στη σκιά των γυναικών, οι οποίες είχαν την τιμητική τους.
Το σπάνιο τραγούδι της Ελληνίδας στιχουργού και συνθέτριας Ιωάννας Γεωργακοπούλου (1948), την οποία τραγουδά σαράντα χρόνια, όπως είπε η κ. Βελεσιώτου, ήταν σαν να έβγαινε από τα χείλη όλων στο τέλος της μουσικής αυτής πανδαισίας: «Ας μην τέλειωνε η βραδιά». Όλοι ζητούσαν με το χειροκρότημα ένα ακόμη τραγούδι.
