Με την αδελφή Μαξίμη της μονής Δουραχάνης, έχεις πολλά να πεις. Μα κι εκείνα που θα πεις, τα λίγα, θα έχουν νόημα. Δυο ήρεμες, σταράτες κουβέντες ανταλλάσσεις, όπως θα τις έλεγες και με τον γέροντα της αγάπης, τον γνωστό ως παπα-Θανάση της Ντουραχάνης.
Ο κατά κόσμον Σωτήριος Χατζής από τη Βωβούσα ορμώμενος, ο πρώην ξυλουργός της οικογενειακής του επιχείρησης ήταν άνθρωπος, που αφοσιώθηκε στην προσφορά, το γνωρίζουν όχι μόνο οι παροικούντες, αλλά και όλη η Ελλάδα. Ξεκίνησε από το μηδέν και όλα όσα έπραξε με τα ίδια του τα χέρια και την ψυχή του, τον δικαιώνουν σήμερα μερικά χρόνια από το θάνατό του, που συνέβη το 2021. Δεν άφησε μόνο πίσω το τεράστιο έργο του, αλλά κληροδότησε τα νάματα σε όλες τις αδελφές, στις πρώην φοιτήτριες, στους νέους που εργάστηκαν εθελοντικά μαζί του και που ασχολούνται σήμερα με το μοναστήρι και τα παιδιά. Είναι παρούσες και παρόντες, ξέρουν πολύ καλά γιατί είναι εκεί και πώς είναι εκεί, συνεχίζοντας το έργο του. Είναι έτοιμες οι μοναχές για καινούριες διαδρομές, που τις ελευθερώνουν, όπως ισχυρίζονται. Έχουν μια καθάρια ματιά για τα πράματα, μια λεπτότητα και μια γενναιότητα, που τις γαληνεύει.
«Διαθέτουμε σήμερα οικοτροφείο, δημοτικό, γυμνάσιο και μερικά παιδιά στο λύκειο», μας λέει η αδελφή Μαξίμη με εκείνη την πραότητα, την αταραξία, που αφοπλίζει τον συνομιλητή. «Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές είναι οι ίδιοι», απαντά στην ερώτησή μας «και ήταν κοντά στον παππούλη μας πολλοί από αυτούς. Δοκιμάστηκαν οι αντοχές τους». Της είπαμε ότι νιώθουμε ενοχές που δεν ανταποκριθήκαμε στην πρόσκληση της θεατρικής ομάδας του γυμνασίου να παραβρεθούμε στην παράστασή τους «Να ζει το Μεσολόγγι» στις 27 Μαρτίου, για λόγους ανώτερους της θέλησής μας. Κι εκείνη μας προσκάλεσε για έναν καφέ, καθώς γνωρίζει ότι ήμασταν καλοί φίλοι με τον παπα-Θανάση.
Αφορμή για τούτη την ελάχιστη αναφορά στο μοναστήρι και στα εκπαιδευτήρια της Ντουραχάνης, μου έδωσε μια μικρή καρτέλα πάνω σε ένα κουτί-κουμπαρά τοποθετημένο στον πάγκο μικροβιολογικού εργαστηρίου της οδού 28ης Οκτωβρίου, στο οποίο μπορεί ο καθένας συνάνθρωπος να ρίξει μέσα τον οβολόν του για την προσφορά του. Υπήρχε εκεί ακόμη από όταν ζούσε ο καλός ιερέας και συνεχίζει να υφίσταται ως σήμερα.
Δεύτερος στη σειρά, ως αφορμή, για να πραγματοποιήσω αυτή την οφειλόμενη αναφορά, στάθηκε ο Θωμάς και μια λάθος τηλεφωνική κλήση. Πρόκειται για τον ευγενέστατο οδηγό του μικρού βαν της μονής, ο οποίος μου τηλεφώνησε κατά λάθος, λίγες μέρες μετά την επίσκεψη στο σπίτι μας, που είχε έρθει για να πάρει όσα του είχαμε υποσχεθεί για τα παιδιά.
Τόση αβρότητα και τέτοια ευπροσήγορη συμπεριφορά από τον ίδιο που υπήρξε μαθητής του σχολείου, όσο και από τους τωρινούς μαθητές που τον βοηθούσαν στη μεταφορά, δεν έχουμε συναντήσει σε νέους ανθρώπους. Είναι όλα εκείνα τα ωραία κι αληθινά, που κουβαλούν ως παρακαταθήκη, σκέφθηκα.
Όταν είδε ο νεαρός μαθητής τον όγκο των βιβλίων στη βιβλιοθήκη, τα κοιτούσε με θαυμασμό, στάθηκε μπροστά σε ένα από αυτά, που φέρνει τον τίτλο: «Από την πανούκλα του Καμύ ως τον Βαρδιάνο στα σπόρκα του Παπαδιαμάντη. Οι επιδημίες στη λογοτεχνία».
«Από επιδημία έφυγε ο παππούλης», του είπα. «Ναι, από τον κορωνοϊό», απάντησε.
Ο άλλος, ο μεγάλος, πήρε στα χέρια του τις Ιστορίες από το «Δεκαήμερον» του Βοκάκιου σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη.
Την επόμενη φορά θα πάρουμε τα βιβλία, όχι σήμερα, δεν τα χωράει το μικρό βαν, είπε ο Θωμάς, έκανε μια υπόκλιση για ευχαριστώ κι έκλεισε ευγενικά την πόρτα.
