Προφητικό το ποίημα κι όλα εκείνα που το συνοδεύουν, του σπουδαίου ποιητή Νίκου Καρούζου με τις πολλές στροφές και με τον τίτλο «Σχέδιο για το μέλλον του ουρανού», που δημοσιεύτηκε σε ένα από τα τεύχη του περιοδικού Ενδοχώρα, το οποίο εκδιδόταν στα Γιάννενα το 1965.
Αναρωτιέται ο ποιητής «Έφυγαν τα πουλιά μου το χειμώνα, δεν προσμένω σ΄αυτούς τους τόπους να τα ελευθερώσω». Κι αλλού γράφει: «Πού είναι τα χρόνια των υακίνθων… Ο ουρανός είναι στον βαθυκύανο χειμώνα».
Κι άλλοτε συζητώντας με τους απλούς ψαράδες της Λέσβου, τη φορά που βρέθηκε στο νησί, λίγο πριν το 1990, που άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο, τους χαρακτήριζε μεταξωτούς ανθρώπους, αναλύοντας την απλή, όμορφη, άδολη τη συμπεριφορά τους.
Το Σάββατο το πρωί-πρωί, το είδα κι εγώ το μελαψό αγόρι κάπου εκεί κοντά στο ξενοδοχείο Αλέξιος, απέναντι από το Άλσος, που είχε πλαντάξει στο κλάμα. Στεκόταν ακριβώς στο σημείο όπου βρισκόταν παλιά το βενζινάδικο του Γιώργου Δαβαρτσίκη. Έφερνε τα βρώμικα χέρια στο πρόσωπό του, τραβούσε τα μάγουλά του, χωρίς να βγάζει μια λέξη, παρά μόνο κλάμα γοερό. Είναι αλήθεια πως στάθηκα και το ρώτησα, όμως βιαστικά και ξέγκαρδα… πού είναι οι γονείς του. Σαν να έπρεπε να έχω ήσυχη τη συνείδησή μου, ότι έπραξα το καθήκον μου κι ύστερα συνέχισα το δρόμο από την Πουκεβίλ, στην Παύλου Μελά, κατευθυνόμενη προς τον προορισμό μου. Το ίδιο έκαναν όλοι. Ούτε ένας δεν σταμάτησε να δει τι συμβαίνει, ενώ το κλάμα του παιδιού έγινε ουρλιαχτό σπαραχτικό. Ούτε ένας ένοικος ή υπεύθυνος του ξενοδοχείου δεν βγήκε να το περιμαζέψει. Προxωρούσε λίγο και στάθηκε έξω από τα θεόκλειστα την ώρα εκείνη, μαγαζιά του στενού δρόμου πιο κάτω, στη γωνία όπου έγραφε την ξενική επιγραφή Foodie.
Εκεί τον βρήκε ο κατάλληλος άνθρωπος, όπως μου τα διηγήθηκε μετά η, εθελόντρια στο νοσοκομείο Χατζηκώστα και στην εκκλησία, της οποίας σημείωσα την απουσία, γιατί δεν ήρθε στο καθιερωμένο Σαββατιάτικο επί χρόνια ραντεβού μας. Προτίμησε να χάσει το λεωφορείο, πήρε τον μικρό, τον καθησύχασε με σοκολάτα. Και αφού πέρασε ώρα αρκετή, ώσπου φάνηκε ο πατέρας του- μάνα πουθενά-το παρέδωσε το αγόρι στο προσωρινό κατάλυμά τους, που της υποδείχτηκε από τον μικρό, σε μια γωνιά του Άλσους. Έκτοτε δεν τους ξαναείδε, αν και τους αναζήτησε πηγαίνοντας στο ίδιο μέρος.
Την έπιασαν τα κλάματα, όταν μου μιλούσε, γιατί είχε τύψεις, αν έπραξε σωστά που το πήγε στον υποτιθέμενο πατέρα του ή έπρεπε να το οδηγήσει στο αστυνομικό τμήμα.
Είναι από αυτά που προσπερνούμε στη ζωή ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί ποτέ δεν μας απασχόλησαν οι εκφάνσεις της μεταξωτής συμπεριφοράς -κατά Καρούζο- ορισμένων συνανθρώπων μας.
