Γιάννενα, Παρασκευή 29/05/2026
cornflakes nutella
Αίθουσα ΣύνταξηςΙστορίες

Τρεις ιστορίες κατά της αϋπνίας, και κατά του αποκεφαλισμού

Ο Θοδωρής Αλεξίου στις σημερινές Ιστορίες της Τάβλας μάς συστήνει μια άυπνη Ιδιοκτήτρια, τρεις απρόσμενες ιστορίες και μια νύχτα που θυμίζει παραμύθι των «Χιλίων και Μίας Νυχτών». Μόνο που εδώ πρωταγωνιστούν η σοκολάτα, η Nutella και τα cornflakes, σε μια ακόμη απολαυστική διαδρομή ανάμεσα στο χιούμορ, την ιστορία και τις μικρές συμπτώσεις που αλλάζουν τον κόσμο.

Η Ιδιοκτήτρια πάσχει από αϋπνίες, αγαπημένε μας αναγνώστη.

Το μάθαμε ένα πρωί, όταν εμφανίστηκε στο γραφείο στις 7:12, ώρα κατά την οποία φυσιολογικά κυκλοφορούν μόνο αρτοποιοί, γάτες με σκοτεινό παρελθόν και άνθρωποι με τους οποίους δεν θες να έχεις σχέση.

Μπήκε μέσα, στάθηκε στη μέση της αίθουσας και μας κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που έχουν οι άνθρωποι όταν δεν έχουν κοιμηθεί καθόλου, αλλά έχουν αποφασίσει ότι φταίει η ανθρωπότητα.

«Δεν κοιμήθηκα», είπε.

«Το κατάλαβα», απαντήσαμε, κάπως άστοχα.

«Πώς

«Έχετε ανοίξει την πόρτα κρατώντας το κλειδί του αυτοκινήτου και είπατε καλημέρα στην καφετιέρα».

Η Ιδιοκτήτρια κοίταξε την καφετιέρα με μια μικρή ενόχληση.

«Κι αυτή δεν απάντησε. Αυτό δείχνει έλλειψη επαγγελματισμού».

Δεν μιλήσαμε. Στις δύσκολες στιγμές αναπτύσσουμε ένας είδος σοφίας που μοιάζει πολύ με το ένστικτο των αντιλοπών όταν περνάει λιοντάρι από δίπλα τους. Μένουμε ακίνητοι και ελπίζουμε ότι θα φάει κάποιον άλλο.

«Ξέρεις τι είναι η αϋπνία;» μας ρώτησε.

«Η δυσκολία να κοιμηθεί κανείς».

Η Ιδιοκτήτρια  μας κοίταξε αργά. Όσο αργό μπορεί να είναι ένα βλέμμα χωρίς να καταστρατηγήσει την φυσική.

«Όχι. Η αϋπνία είναι όταν το σώμα σου ξαπλώνει, αλλά ο εγκέφαλός σου αποφασίζει να κάνει διοικητικό συμβούλιο με όλα τα λάθη που έχεις κάνει από το 1998 μέχρι σήμερα. Και το χειρότερο είναι ότι δεν κρατάει πρακτικά. Τα επαναλαμβάνει κάθε βράδυ από την αρχή».

Κάθισε στο μεγάλο τραπέζι, ακούμπησε τους αγκώνες της πάνω του και μας κοίταξε με την ηρεμία ανθρώπου που έχει χάσει τον ύπνο του, άρα δεν έχει πλέον τίποτα να χάσει.

«Θέλω να μου πεις κάτι για να κοιμηθώ».

«Να σας βάλω χαλαρή μουσική;»

«Όχι. Η χαλαρή μουσική είναι μουσική που έχει παραιτηθεί από τη ζωή. Θέλω ιστορίες».

«Τι ιστορίες;»

«Ιστορίες της Τάβλας. Αλλά καλές. Όχι από αυτές που λες συνήθως. Και, επί τη ευκαιρία, έχεις ακούσει για την Σεχραζάτ;».

Εκεί καταλάβαμε ότι η κατάσταση ήταν σοβαρή.

Στις «Χίλιες και μία νύχτες» ο μόνος τρόπος να μην βρεθεί αποκεφαλισμένη η Σεχραζάτ ήταν να λέει μία ιστορία κάθε βράδυ στον Σουλτάνο, μέχρι να κοιμηθεί.

Η Ιδιοκτήτρια ήθελε ιστορίες. Εμείς θέλαμε να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε, να αναπνέουμε και, ει δυνατόν, να μην βρεθούμε αύριο – μεθαύριο αποκεφαλισμένοι με φυσικό ή επαγγελματικό τρόπο.

Βέβαια, η Σεχραζάτ είχε σουλτάνο. Εμείς έχουμε Ιδιοκτήτρια. Η Σεχραζάτ είχε χίλιες και μία νύχτες. Εμείς έχουμε περίπου δεκαεπτά λεπτά πριν αρχίσει να ρωτάει γιατί το ψυγείο κάνει θόρυβο «σαν να σκέφτεται κάτι εναντίον μας».

«Ξεκινήστε», είπε.

«Έχω τρεις ιστορίες», είπαμε.

«Τρεις

«Ναι».

«Είναι καλός αριθμός. Η τριάδα είναι σημαντική. Τρία γουρουνάκια, τρεις μάγοι με δώρα, τρεις σωματοφύλακες».

Και έτσι, με την Ιδιοκτήτρια να κάθεται απέναντί μας σαν άγρυπνος δικαστής της γαστρονομικής ιστορίας, ξεκινήσαμε.

Τρεις ιστορίες για να τη νανουρίσουμε.

Μία για έναν σοκολατοβιομήχανο που γλίτωσε τον Τιτανικό επειδή έπρεπε να γυρίσει στη δουλειά του νωρίτερα. Μία για έναν ζαχαροπλάστη που πήρε την έλλειψη κακάο και την έκανε φουντουκένια παγκόσμια συνήθεια. Και μία για έναν αυστηρό γιατρό που ήθελε να ταΐσει ασθενείς με άνοστα δημητριακά και κατέληξε, άθελά του, να ανοίξει τον δρόμο για το πιο τραγανό πρωινό της ανθρωπότητας.

«Αν κοιμηθώ», είπε η Ιδιοκτήτρια, «σας συγχωρώ».

«Και αν δεν κοιμηθείτε;»

Μας κοίταξε για λίγο.

«Τότε θα συνεχίσετε με άλλες τρεις».

Και εκεί καταλάβαμε ότι δεν ήμασταν πια στην ψηφιακή μας εφημερίδα. Ήμασταν στην Πρώτη Νύχτα.

Ο άνθρωπος της σοκολάτας που έχασε το ραντεβού του με τον Τιτανικό

Στην Ελλάδα η σοκολάτα Hershey δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή, αλλά για τους λάτρες της σοκολάτες, καθώς και για όσους ταξιδεύουν στο εξωτερικό και την βρίσκουν στα Duty Free, είναι μια σοκολάτα αναφοράς.

Εν πάση περιπτώσει, η σοκολάτα Hershey εξακολουθεί να μαγεύει τους ουρανίσκους μας επειδή ο Milton Hershey άλλαξε εισιτήριο για το πλοίο του!

Η Ιστορία είναι γεμάτη από ανθρώπους που έχασαν το τρένο, το πλοίο ή το μυαλό τους. Αν όμως ο Milton Hershey, ο άνθρωπος που μετέτρεψε το γάλα και το κακάο σε αμερικανική αυτοκρατορία,  δεν είχε χάσει εκείνο το πλοίο, η ανθρωπότητα θα είχε περάσει τον 20ό αιώνα με πολύ περισσότερα νεύρα και λιγότερες δικαιολογίες για να πει «θα φάω μόνο ένα κομματάκι».

Τον Δεκέμβριο του 1911, ο Hershey έστειλε μια επιταγή 300 δολαρίων προς τη White Star Line, ως προκαταβολή για θέση πρώτης θέσης στον Τιτανικό. Η επιταγή σώζεται στα Hershey Community Archives, ένα αντικείμενο που μοιάζει λιγότερο με λογιστικό παραστατικό και περισσότερο με μικρό χαρτί που γράφει «παραλίγο».

Ο Hershey και η σύζυγός του Catherine, γνωστή ως Kitty, περνούσαν συχνά μεγάλα διαστήματα στην Ευρώπη, επειδή η υγεία της Catherine ήταν επιβαρυμένη και το κλίμα της νότιας Γαλλίας τη βοηθούσε. Τον χειμώνα του 1911 προς 1912 βρίσκονταν στη Νίκαια, και το σχέδιό τους ήταν ο Milton να επιστρέψει στην Αμερική τον Απρίλιο με το καινούργιο θαύμα της ναυπηγικής που ονομαζόταν RMS Titanic.

Κάπου εκεί παρενέβη ο από μηχανής θεός της ιστορίας, η δουλειά.

Ο Hershey χρειάστηκε να επιστρέψει νωρίτερα στην Πενσυλβάνια για επαγγελματικούς λόγους. Άφησε λοιπόν τον Τιτανικό να κάνει το παρθενικό του ταξίδι χωρίς εκείνον και ταξίδεψε με το γερμανικό υπερωκεάνιο Amerika. Έφτασε στη Νέα Υόρκη στις 6 Απριλίου 1912, ενώ η Catherine παρέμεινε στην Ευρώπη.

epitagh
Η επιταγή της προκαταβολής των $300 (περίπου 10.000€ σήμερα) ως προκαταβολή του εισητηρίου του Milton Hershey.

Υπάρχει εδώ μια ειρωνεία τόσο καλοστημένη που αν την έγραφε συγγραφέας, θα του έλεγαν να το μαζέψει γιατί παραείναι βολικό. Το Amerika, το πλοίο που πήρε ο Hershey αντί για τον Τιτανικό, φέρεται να έστειλε προειδοποίηση στον Τιτανικό για μεγάλα παγόβουνα στην πορεία του. Δηλαδή, το πλοίο που έσωσε έμμεσα τον σοκολατοβιομήχανο, προσπάθησε να σώσει και το πλοίο από το οποίο εκείνος γλίτωσε. Η ιστορία όμως, όπως ξέρουμε, έχει μερικές φορές το χιούμορ ψυγείου εργένη. Παγωμένο και ποτέ δεν ξέρεις σε ποια κατάσταση είναι τα περιεχόμενά του.

Το δίδαγμα είναι απλό. Όταν η ζωή σου αλλάζει πλάνα τελευταία στιγμή, μπορεί να εκνευριστείς. Μπορεί επίσης να σωθείς από το πιο διάσημο παγόβουνο της νεότερης ιστορίας. Η διαφορά γίνεται σαφής συνήθως εκ των υστέρων, όταν πια έχεις φτάσει ασφαλής, έχεις ξεπακετάρει και διαβάζεις εφημερίδα με το ύφος ανθρώπου που μόλις κατάλαβε ότι η καθυστέρηση ήταν θεϊκή παρέμβαση με μορφή επαγγελματικής υποχρέωσης.

Nutella, ή πώς ο πόλεμος γέννησε την παγκόσμια δικαιολογία για να τρώμε πρωινό με κουτάλι

Αν μελετήσει κανείς την ιστορία των παγκόσμιων πολέμων, θα παρατηρήσει ότι οι άνθρωποι ξοδεύουν απίστευτη ενέργεια στο να ανατινάζουν πράγματα και, στη συνέχεια, στο να παραπονιούνται ότι δεν έχουν αρκετή ζάχαρη για τον καφέ τους.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ιταλική κυβέρνηση εφάρμοσε ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό σύστημα δελτίων, το οποίο εξασφάλιζε ότι το κακάο ήταν περίπου τόσο σπάνιο όσο και η κοινή λογική στον ελληνικό στρατό (τουλάχιστον όταν είμασταν εμείς φαντάροι).

Αποτέλεσμα, οι ζαχαροπλάστες βρέθηκαν σε μια υπαρξιακή κρίση: πώς δημιουργείς γλυκά σοκολάτας χωρίς το βασικό συστατικό τους;

Ο Pietro Ferrero, ζαχαροπλάστης από το Πιεμόντε, βρήκε τη λύση· αξιοποίησε τα φουντούκια της περιοχής του, που φύτρωναν με την επιμονή που φυτρώνουν τα χρέη σε εφορία, ΕΦΚΑ και τράπεζες, και έφτιαξε μια γλυκιά πάστα με φουντούκια, ζάχαρη και λίγο από το σπάνιο κακάο. Το 1946 γεννήθηκε το Giandujot, ο πρόγονος της Nutella, σε μορφή συμπαγούς γλυκού καρβελιού που μπορούσε να κοπεί σε φέτες και να μπει πάνω στο ψωμί.

Nutella
Οι Nutella όταν ήταν ακόμη πλάκες και ράβδοι Giandujot.

Αυτό είναι συγκινητικό, επειδή δείχνει ότι η Nutella δεν ξεκίνησε ως κρέμα. Ξεκίνησε ως φέτα. Δηλαδή ως κάτι που η ανθρωπότητα μπορούσε ακόμη να ΕΛΕΓΞΕΙ. Έκοβες ένα κομμάτι, το έβαζες στο ψωμί και συνέχιζες τη ζωή σου με αξιοπρέπεια. Κανένα κουτάλι δεν είχε ακόμη μπει στο παιχνίδι. Κανείς δεν είχε σταθεί μπροστά σε ανοιχτό ντουλάπι στις δύο τα ξημερώματα λέγοντας «τελευταία κουταλιά» με την αξιοπιστία υπουργικής δήλωσης.

Το 1951 το Giandujot μεταμορφώθηκε σε SuperCrema, μια πιο κρεμώδη και εύκολη στο άπλωμα εκδοχή. Η εξέλιξη αυτή είναι κρίσιμη, διότι από τη στιγμή που κάτι απλώνεται εύκολα στο ψωμί, απλώνεται εύκολα και στη συνείδηση. Η SuperCrema άνοιξε τον δρόμο για το προϊόν που το 1964 πήρε την τελική του μορφή και το όνομα Nutella.

Η επίσημη ιστορία της Nutella αναφέρει ότι το 1964 δημιουργήθηκε το πρώτο βάζο της γνωστής κρέμας φουντουκιού και κακάο, ενώ το 1965 λανσαρίστηκε στη Γερμανία με τον χαρακτηριστικό σχεδιασμό της. Το 1966 έφτασε στη Γαλλία και το 1978 στην Αυστραλία, όπου άνοιξε και το πρώτο εργοστάσιο εκτός Ευρώπης, στο Lithgow κοντά στο Σίδνεϊ.

Και κάπως έτσι, από την έλλειψη του κακάο φτάσαμε στο βάζο που κάθε σπίτι αντιμετωπίζει με αυστηρούς εσωτερικούς κανονισμούς. «Μην το τελειώσεις». «Ποιος το έφαγε;» Ερωτήσεις που δεν απαντώνται ποτέ, γιατί η Nutella έχει δημιουργήσει γύρω της μια σιωπηλή αδελφότητα ενοχής. Όλοι ξέρουν. Κανείς δεν μιλά.

Cornflakes, ή το πιο άνοστο ξεκίνημα μιας μεγάλης εμπορικής αυτοκρατορίας

Η τρίτη ιστορία μάς πηγαίνει στο Battle Creek του Michigan, σε ένα σανατόριο που έμοιαζε με διασταύρωση νοσοκομείου, ξενοδοχείου, πνευματικού αναμορφωτηρίου και κέντρου όπου η λέξη «απόλαυση» μάλλον έμπαινε στην είσοδο και της ζητούσαν να περιμένει έξω.

Κατ’ αρχάς, υπάρχει μια παρεξήγηση ότι τα Cornflakes εφευρέθηκαν για να είναι ένα βολικό πρωινό που τρώγεται ενώ ψάχνεις τα κλειδιά του αυτοκινήτου σου. Στην πραγματικότητα, εφευρέθηκαν για να σταματήσουν την ανθρωπότητα από το να αυνανίζεται.

Kelloggs
Μια διαφήμιση για τα Kellogg’s Corn Flakes από την έκδοση της Morning Oregonian στις 23 Αυγούστου 1919

Ο John Harvey Kellogg ήταν γιατρός, υπέρμαχος της υγιεινής ζωής, χορτοφάγος και συνδεδεμένος με τις αρχές της αίρεσης των «Ατβεντιστών της Έβδομης Ημέρας». Το 1876 έγινε επικεφαλής του Western Health Reform Institute, που αργότερα εξελίχθηκε στο Battle Creek Sanitarium. Εκεί ανέπτυξε διάφορα προϊόντα με ξηρούς καρπούς, λαχανικά και δημητριακά για τη διατροφή των ασθενών του, ανάμεσά τους και τα cornflakes.

Η ιδέα ήταν απλή και, από γαστρονομική άποψη, ελαφρώς ανησυχητική. Οι ασθενείς έπρεπε να τρώνε απλά, υγιεινά, άγλυκα, άνοστα φαγητά. Ο Kellogg πίστευε ότι η διατροφή έπρεπε να υπηρετεί την υγεία, την πειθαρχία και τη σωματική εγκράτεια. Το Smithsonian σημειώνει ότι οι θρησκευτικές και διατροφικές ιδέες των Ατβεντιστών συνέδεαν την πνευματική με τη σωματική υγεία, με έμφαση στη χορτοφαγική διατροφή και στην αποφυγή ερεθιστικών απολαύσεων όπως αλκοόλ, καφές, τσάι, καπνός, πικάντικα και βαριά φαγητά.

Εδώ πρέπει να σταθούμε λίγο.

Τα cornflakes δεν γεννήθηκαν ως χαρούμενο πρωινό με παιδικά χαμόγελα, πολύχρωμα κουτιά και διαφημίσεις όπου το γάλα πέφτει σε αργή κίνηση. Γεννήθηκαν ως εργαλείο πειθαρχίας. Ως τρόφιμο που εμφανίζεται με ράσο και μας κοιτάει σηκώνοντας φρύδι.

Ο Dr. Kellogg ήταν ευτυχισμένος. Το φαγητό ήταν απόλυτα άγευστο, άρα και θεάρεστο. Ο αδελφός του όμως, ο Will, είχε μια ριζοσπαστική, σχεδόν σατανική ιδέα: «Κι αν τους προσθέταμε ζάχαρη;»

Ακολούθησε ένας δικαστικός πόλεμος βιβλικών διαστάσεων μεταξύ των δύο αδελφών. Ο Will κέρδισε, ίδρυσε την Kellogg Company, πρόσθεσε τη ζάχαρη και μετέτρεψε το όπλο κατά της σαρκικής επιθυμίας στο πιο εμπορικό, ζαχαρούχο πρωινό του δυτικού κόσμου. Ο Dr. Kellogg πέθανε πιθανότατα εξοργισμένος, συνειδητοποιώντας ότι το Σύμπαν έχει μια πολύ ξεκάθαρη προτίμηση στη γλυκύτητα έναντι της εγκράτειας.

Από εκεί και πέρα, τα cornflakes έφυγαν από τον κόσμο του σανατορίου και μπήκαν στον κόσμο της κουζίνας. Έγιναν πρωινό. Έγιναν συνήθεια. Έγιναν εκείνο το πράγμα που αγοράζεις με την πεποίθηση ότι θα τρως υγιεινά και μετά το συνοδεύεις με τόση ζάχαρη, μέλι, σοκολάτα ή αποξηραμένα φρούτα, ώστε το αρχικό τους ήθος παραιτείται και πάει να ζήσει μόνο του σε μοναστήρι.

Αν ο John Harvey Kellogg έβλεπε σήμερα ολόκληρο διάδρομο σούπερ μάρκετ αφιερωμένο στα δημητριακά πρωινού, πιθανότατα θα ζητούσε να του φέρουν ένα ποτήρι νερό, τα χάπια του και ίσως έναν εξορκιστή με ειδίκευση στον δαίμονα του καταναλωτισμού.

Σχετικά άρθρα

Καλάμια, τσεκούρια και κομφετί: Η ιστορία της γλυκιάς αμαρτίας!

Το πιπέρι στη μύτη ενός Φαραώ και πώς βοηθάς την Ιδιοκτήτρια της εφημερίδας να εκδικηθεί!

Θοδωρής Αλεξίου

Έργα και ημέρες μιας άλλης εποχής

Θοδωρής Αλεξίου