Το 1947 ο δάσκαλος Κώστας Α. Παπαγεωργίου εξέδωσε ένα βιβλίο που η ιστορική του σημασία ξεπερνούσε το ελάχιστο μέγεθός του. Το θέμα του ήταν η καταστροφή των Λιγκιάδων, στις 3 Οκτωβρίου 1943, από το γερμανικό στρατό κατοχής. Ο Παπαγεωργίου έγραψε κοντά στα γεγονότα (τον Μάιο 1945, 18 μήνες μετά δηλαδή) διασώζοντας λεπτομέρειες και αφηγήσεις από ορισμένους πρωταγωνιστές, λέξη προς λέξη. Ό,τι κατέγραψε, θα είχε χαθεί σήμερα από την συλλογική μνήμη.
Ολοκληρωτικός πόλεμος
Το ίδιο το γεγονός της καταστροφής των Λιγκιάδων είναι λίγο-πολύ γνωστό. Οι Γερμανοί μετά τις ήττες στη βόρειο Αφρική και το Στάλινγκραντ (1942) σκλήρυναν τη στάση τους προχωρώντας σε έναν «ολοκληρωτικό» πόλεμο, μέρος του οποίου αποτελούσε η μαζική εξόντωση αμάχων. Σε αυτό το πλαίσιο, που «νομιμοποιούνταν» από διαταγές του Χίτλερ και των ανώτατων στρατηγών του, ο γερμανικός στρατός ενέτεινε τις δολοφονίες αμάχων σε αρκετές περιοχές της Ευρώπης. Την ίδια περίοδο συστηματοποιήθηκε η εξόντωση των Εβραίων. Πάντως τα εγκλήματα κατά αμάχων είχαν ξεκινήσει νωρίτερα, ενώ ακόμα ο γερμανικός στρατός σημείωνε μόνο νίκες. Τέτοιο πρώιμο παράδειγμα ήταν οι μαζικές εκτελέσεις στην Κρήτη, τους πρώτους μήνες μετά τη Μάχη της Κρήτης. Με δυο λόγια, δεν μπορούν να αποδοθούν όλα τα γερμανικά εγκλήματα σε αντίποινα για πράξεις αντίστασης.
Στην εισαγωγή του βιβλίου του, ο Παπαγεωργίου αποσαφηνίζει το κίνητρό του: «Το βιβλιαράκι αυτό γράφτηκε το Μάη του 1945. Η έκδοσή του σήμερα γίνεται χωρίς καμιάν αξίωση, παρά με την επιθυμία να ριχτεί λίγο φως στην τραγωδία των Λιγκιάδων. Κι ακόμα να προσθέσει ένα Κατηγορώ κοντά στ’ άλλα, στη νέα δίκη της Νυρεμβέργης που δικάζονται οι υπόλοιποι εγκληματίες πολέμου και μαζί μ’ αυτούς και ο στρατηγός Λαντς, διοικητής του Γερμανικού Σώματος Στρατού που ρήμαξε τότε την Ήπειρο. Στο δίπτυχο του Κομμένου και της Μουσιωτίτσας μπαίνουν και οι Λιγκιάδες με τα 82 θύματά τους. Στις σελίδες αυτές θα ξετυλιχτεί η ζωή ως το μαρτυρικό τους τέλος, αντικειμενικά, με στοιχεία που εξακριβώθηκαν στον τόπο και επαληθεύτηκαν από αξιόπιστες πηγές». Οι σελίδες, ήταν όλες κι όλες 36 μικρού σχήματος. Η εκτύπωση είχε γίνει στο τυπογραφείο Γ. Τ. Ρούσσα, στα Ιωάννινα, το 1947. Το εξώφυλλο κοσμούσε ξυλογραφία του Χάρη Μέξη, σε σχέδιο του συγγραφέα. Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου ήταν: «Λυγγιάδες (σ.σ. όπως γραφόταν τότε το χωριό) Το χωριό που ρήμαξαν οι Γερμανοί, 3 Οκτώβρη 1943 / Σελίδες από την ιστορία της Ηπείρου και της Κατοχής».
Ο Χιώτης Δημήτρης Πουλμέντης
Μετά την εξιστόρηση του ίδιου του περιστατικού, με πληροφορίες που είχε συλλέξει από τους λιγοστούς επιζώντες, ο Παπαγεωργίου έδινε το λόγο σε ένα πρόσωπο που μπορούσε να συμβάλει στην καταδίκη των ναζί εγκληματιών αξιωματικών: τον καθηγητή στην Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία προπολεμικά και διερμηνέα των Γερμανών στη διάρκεια της Κατοχής, του Χιώτη Δημήτρη Ν. Πουλμέντη. Ο Παπαγεωργίου, όπως πολλοί άλλοι, διέβλεπαν ότι οι δράστες θα έμεναν ατιμώρητοι. Το 1945-1947 οι πρώην δοσίλογοι και συνεργάτες των Ναζί καταλάμβαναν δημόσιες θέσεις, ενώ όσοι είχαν συμμετάσχει στην Εθνική Αντίσταση διώκονταν ή έχαναν τη δουλειά τους. Στη Γερμανία, μετά την καταδίκη των κορυφαίων ναζί, τα αμέσως πιο κάτω ανώτατα στελέχη είτε αθωώνονταν είτε καταδικάζονταν σε «μαλακές» ποινές. Ίσως για αυτό πήρε την απόφαση ο Παπαγεωργίου να εκδώσει τη δουλειά του δυο χρόνια μετά που την ολοκλήρωσε, ίσως πάλι να μην είχε νωρίτερα τους οικονομικούς πόρους. Δεν πρέπει να ήταν σύμπτωση πάντως η έναρξη της δίκης του Λαντς (Karl Hubert Lanz) την ίδια περίοδο στην Νυρεμβέργη.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν σημαντική η διάσωση (ειδικά) της μαρτυρίας του Πουλμέντη, που είχε εργαστεί ως διερμηνέας στην Φελντ Ζανταρμερί της Βέρμαχτ τα κρίσιμα κατοχικά χρόνια. Γιατί ο Πουλμέντης μπορούσε να καταθέσει και πράγματα που είδε και άκουσε «από μέσα». Η Feldgendarmerie, δηλ. η στρατιωτική αστυνομία, είχε εμπλακεί στο έγκλημα στους Λιγκιάδες.
Ο Πουλμέντης εξηγεί ότι λίγες μέρες αργότερα μια επιτροπή Γιαννιωτών επισκέφθηκε τον Λαντς και διαμαρτυρήθηκε για τη σφαγή. Ο Λαντς προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε τίποτα και τους ζήτησε να επιστρέψουν αργότερα. Τη δεύτερη φορά δεν αρνήθηκε γνώση, αλλά απέδωσε το συμβάν στην παρουσία παρτιζάνων στους Λιγκιάδες. Ό,τι έλεγε ο Λαντς ήταν ψέμα. Τα θύματα και το χωριό δεν είχα καμιά επαφή με την Αντίσταση. Και φυσικά ο ίδιος γνώριζε από την πρώτη στιγμή τα πάντα, αφού είχε εκδώσει τις διαταγές και είχε διαβάσει την αναφορά του επικεφαλής που την έφερε με «επιτυχία» σε πέρας. Το επιβεβαίωσε εξάλλου στον Πουλμέντη ο Τομ Κόβιακ διοικητής της Feldgendarmerie, λέγοντάς του «αυτή η φωλιά (nest) καλά καταστράφηκε δια παραδειγματισμό. Ξετσιπώθηκαν οι αντάρτες και ήρθαν στη μύτη μας». Αλλά περισσότερα για τον Λαντς και τον Κόβιακ, στο δεύτερο μέρος αυτού του άρθρου.
«Κολοκύθια ογδόντα»
Ένα μήνα μετά τη σφαγή, δόθηκε εντολή στον Κόβιακ με τρεις ακόμα της στρατιωτικής αστυνομίας να ανέβουν στις Λιγκιάδες για «ανακρίσεις». Το πιθανότερο, εννοεί να ανακρίνουν τους επιζώντες για να επιβεβαιώσουν τις (ανύπαρκτες) σχέσεις τους με τους αντάρτες. Συνεχίζει με την αφήγησή του ο Πουλμέντης: «…δεν βρήκαμε κανέναν. Ήταν όλα έρημα. Τα σπίτια μαύρα ερείπια. Στο δρόμο σκορπισμένα ανθρώπινα κόκαλα, φαγωμένα από τα σκυλιά. Σε μια μεριά είδα δύο παιδικά κεφαλάκια γδαρμένα και ξεραμένα. Βρωμούσε πτωμαΐνη όλο το χωριό (…) ο Κόβιακ με γερές κλωτσιές έσπασε την πόρτα του σπιτιού του Δ. Λώλη και μπήκε. Απ’ εκεί πήρε τουλούπες και μερικά κουβάρια μαλλί. Πήρε κι ένα κουδουνάκι, ‘για το μπούμπι μου’» είπε. Έτσι, δεν έγινε καμιά ανάκριση.
Πήγαν ξανά σε μια βδομάδα, αυτή τη φορά με εντολή να καταμετρήσουν τα θύματα. Έπρεπε να ξεθάψουν τους νεκρούς και να μετρήσουν τα κεφάλια τους. Ήταν σαφές ότι είχε δοθεί κάποια εντολή από ψηλά για «διερεύνηση» του συμβάντος, που φυσικά δεν μπορούσε να έχει ίχνος αντικειμενικότητας. Περιγράφει ο Πουλμέντης: «Σκοπός όπως κατάλαβα ήταν αλλάξουν το αποτέλεσμα και να παραστήσουν υπερβολές αυτά που κατάγγειλαν (οι Έλληνες) γιατί μια στιγμή ένας είπε ‘κολοκύθια ογδόντα, ούτε δέκα δεν είναι’». Αυτή τη φορά βρήκαν τρεις χωριανούς ανάμεσα στα καμμένα και τους έβαλαν να σκάψουν. «Ήταν όμως αδύνατο να γίνει τίποτε, γιατί η πτωμαΐνη σ’ έπνιγε. Ένας απ’ αυτούς μάλιστα έκανε εμετό και ζαλίστηκε. Άφησαν την προσπάθεια αυτή γιατί χρειαζόταν συνεργείο και φύγαμε».
Η λεπτομερής περιγραφή καθιστούσε κρίσιμη τη μαρτυρία του Πουλμέντη, καθώς αποδείκνυε ότι οι «αυτο-αθωωτικές» αναφορές των Γερμανών μετά τη σφαγή αποτελούσαν προσχήματα και δικαιολογίες. Για αυτό ο Παπαγεωργίου κρίνει σκόπιμο να προσθέσει ότι ο Πουλμέντης ως γνώστης της γερμανικής υποχρεώθηκε να εργαστεί ως διερμηνέας «και δεν έβγαλε κανένα κέρδος από αυτό». Ας μείνει λοιπόν αυτό στη μνήμη του ανθρώπου. Στο δεύτερο μέρος του άρθρου, θα δούμε ποια ήταν στη συνέχεια η προσφορά του.
Η ώρα του Σμινκ
Εδώ κλείνει ο πρώτος κύκλος της ιστορικής καταγραφής του εγκλήματος, που γίνεται μέσα από τις γραμμές του Παπαγεωργίου. Μένει ο δεύτερος και ακόμα πιο συγκλονιστικός, μέσα από την έρευνα του Christoph U. Schminck-Gustavus και το βιβλίο του «Μνήμες Κατοχής ΙΙΙ – Οι Λιγκιάδες στις φλόγες» των εκδόσεων Ισνάφι. Ο Σμινκ χάρη στην πρόσβαση στα γερμανικά αρχεία, έρχεται όχι απλώς να διασταυρώσει και να επιβεβαιώσει τα περιστατικά αλλά να τα φωτίσει περισσότερο, βοηθώντας μας να καταλάβουμε το ρόλο που έπαιξαν συγκεκριμένοι άνθρωποι και την ακάματη προσπάθεια της γερμανικής Δικαιοσύνης μεταπολεμικά να μείνουν ατιμώρητοι οι άνθρωποι που διέταξαν και επέβλεψαν το έγκλημα. Για να το πω απλά, με τιμές κηδεύτηκε ο Λαντς στην πατρίδα του.
Αλλά για αυτό το μέρος θα επανέλθουμε, ώστε οι αναγνώστες του Ηπειρωτικού Αγώνα να έχουν στη διάθεσή τους όλο το ιστορικό πλαίσιο, όταν ανηφορίσουν να αφήσουν δυο λουλούδια στο μνημείο του χωριού, στις 3 Οκτώβρη 2026.
