schminck
Το βιβλίο του Σμινκ και δεξιά η κατάθεση Πουλμέντη (1945)
Αίθουσα ΣύνταξηςΒιβλίοΕπικαιρότηταΙστορίες

Λιγκιάδες – η πλευρά των δραστών και πώς δεν τιμωρήθηκαν

Δεύτερο άρθρο-αφιέρωμα στην καταστροφή των Λιγκιάδων. Πώς σκέφτονταν οι δράστες και πώς το γερμανικό κράτος φρόντισε (με επιμέλεια!) να μείνουν ατιμώρητοι.

Στο πρώτο μέρος του άρθρου μας για τους Λιγκιάδες είδαμε πώς ο δάσκαλος Κώστας Α. Παπαγεωργίου και ο καθηγητής (και διερμηνέας των Γερμανών στην Κατοχή) Δημήτρης Ν. Πουλμέντης έκαναν εκείνο που περνούσε από το χέρι τους για να μην ξεχαστεί το έγκλημα στους Λιγκιάδες. Θα δούμε τώρα ορισμένες λεπτομέρειες για τους πρωταγωνιστές της άλλης πλευράς, δηλ. τους δράστες, μέσα από την έρευνα του Christoph U. Schminck-Gustavus και το βιβλίο του «Μνήμες Κατοχής ΙΙΙ – Οι Λυγκιάδες στις φλόγες» των εκδόσεων Ισνάφι (2011).

Ο Σμινκ μετά την ολοκλήρωση της έρευνάς του στα Ιωάννινα, όπου συνομίλησε με τους επιζώντες των Λιγκιάδων και τους απογόνους τους, επέστρεψε στην πατρίδα του και αναζήτησε γραπτά στοιχεία στα αρχεία του γερμανικού στρατού και της Δικαιοσύνης, ώστε να γίνει σαφέστερη η «επιμέλεια» στο σχεδιασμό των εγκλημάτων πολέμου και -μεταπολεμικά- στην ατιμωρησία των δραστών. Θα παραθέσω το «ποιόν» ορισμένων από τους δράστες, ξεκινώντας από τα χαμηλά σκαλιά της ιεραρχίας και θα συνεχίσω ανεβαίνοντας.

 

Ο Γερμανός ιερέας

Στο Φράιμπουργκ που φυλάσσονται σχετικά αρχεία, ο Σμιντ ανέσυρε αναφορά του ευαγγελικού ιερέα της 1ης Ορεινής Μεραρχίας. Η παρουσία ιερέων στα στρατεύματα είναι παλιά ιστορία. Από κανέναν σχεδόν στρατό δεν λείπουν οι ιερείς, αφού η ιεραρχία, στρατιωτική και πολιτική, γνωρίζει ότι πολλοί στρατευμένοι χρειάζονται θρησκευτική εμψύχωση για να πολεμήσουν. Πώς εκλογικεύεται η «ευλογία» των αρμάτων κάθε πλευράς από θρησκείες που υποτίθεται ότι έχουν μια οικουμενική (ή πάντως, μη εθνική) διάσταση, μπορεί να συζητηθεί αλλού.

Εδώ θα μείνουμε στο περιεχόμενο της αναφοράς που υπέβαλε από τα Ιωάννινα στους ανωτέρους του, ο ιερέας της 1ης Ορεινής Μεραρχίας: «Για πολλούς στρατιώτες, ακόμα και αξιωματικούς, το γεγονός ότι κατά τις επιχειρήσεις εναντίων των συμμοριτών πρέπει να σκοτώνουν γυναίκες και παιδιά, αποτελεί βαριά εσωτερική επιβάρυνση της συνείδησής τους. Για αυτό παραπονούνταν συχνά στον ιερέα (σ.σ. εννοεί σε εκείνον τον ίδιο). Η συνειδησιακή σύγκρουση συνίσταται στο ότι από τη μια πλευρά δεν μπορούν να αρνούνται να εκτελέσουν τις διαταγές που τους δίνονται και από την άλλη δεν θέλουν να παραβαίνουν τη θεία εντολή».

Δεν γνωρίζω αν στην πρωτότυπη αναφορά που είναι γραμμένη στα γερμανικά οι λέξεις έχουν διαφορετική χροιά, αλλά αυτό το «πρέπει» του ιερέα τρυπάει το μυαλό και αποκαλύπτει το όριο του ηθικού ενδοιασμού: αξιωματικοί και στρατιώτες εμφανίζονται προβληματισμένοι σε συγκεντρώσεις μικρού κύκλου, και δηλώνουν ότι η δολοφονία γυναικόπαιδων δεν είναι της αρεσκείας τους. Έτσι, απενοχοποιούνται για να κοιμηθούν το βράδυ και το άλλο πρωί, σφαγιάζουν αμάχους στο επόμενο χωριό που έχει επιλεγεί για καταστροφή. Τον δε ιερέα, δεν φαίνεται να απασχολούν οι δολοφονίες αμάχων καθαυτές, αλλά οι συνέπειές τους στην ψυχική κατάσταση των στρατιωτών. Είναι άγνωστο αν μια κραυγή διαμαρτυρίας ενός ιερέα από το πεδίο άλλαζε έστω και ελάχιστα την τακτική των ναζί, ωστόσο δεν μπορεί να πει κανείς ότι το δοκίμασε.

Εκείνο που δεν μαθαίνουμε από την επιδέξια ιερή αναφορά, είναι τι συμβούλευε τους στρατιώτες ο ιερέας σχετικά με την θεία εντολή: «να την παραβαίνουμε, πρέπει ή δεν πρέπει»;

 

Ο λοχαγός επικεφαλής

Η διοίκηση της 1ης Ορεινής Μεραρχίας έστειλε στους Λιγκιάδες τη μονάδα της με τίτλο Εφεδρικό Τάγμα 79 (Feldersatzbataillon 79) με έμπειρη και «δοκιμασμένη» ηγεσία: επικεφαλής του ήταν ο Άλφρεντ Σρέπελ (Alfred Schröppel) που είχε μόλις επιστρέψει από την Κεφαλονιά όπου είχε πάρει μέρος στη σφαγή της ιταλικής Μεραρχίας Άκουι. Το συμβάν είναι ένα άλλο κεφάλαιο της εγκληματικής δράσης των ναζί στην Ελλάδα, αφού στην Κεφαλονιά εκτελέστηκαν εν ψυχρώ πέντε περίπου χιλιάδες Ιταλοί στρατιώτες, αιχμάλωτοι και άοπλοι. Όταν εκτελείς σωρηδόν πρώην συμμάχους σου στο πεδίο της μάχης, απλώς και μόνο επειδή η κυβέρνησή τους συνθηκολόγησε, σημαίνει ότι έχεις σκληρύνει τόσο, που δεν έχει μείνει μέσα σου ηθικό έρεισμα να σε εμποδίσει να πυροβολήσεις μάνα και μωρό τη στιγμή του θηλασμού (το μωρό ήταν ο Παναγιώτης Μπαμπούσικας που γλίτωσε με ουλή από ξιφολόγχη αφού νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο του ΕΛΑΣ στο Γρεβενίτι).

Σύμφωνα με τον Σμινκ ο Σρέπελ πρέπει να ήταν ο αξιωματικός που έδινε οδηγίες με ένα μπαστουνάκι (βέργα;) στο χέρι, στους Γερμανούς στρατιώτες στην πλατεία των Λιγκιάδων. Τη μορφή του περιέγραψε στον Σμινκ ο επιζών των Λιγκιάδων Χαρίλαος Λιούρης. Αν σκεφτεί κανείς ότι οι μάχες στην Κεφαλονιά σταμάτησαν γύρω στις 23 Σεπτέμβρη και χρειάστηκαν μερικές μέρες για να ολοκληρωθεί η δολοφονία των Ιταλών στρατιωτών, είναι εντυπωσιακό ότι ο Σρέπελ ήταν έτοιμος για υπηρεσία τα ξημερώματα της 3ης Οκτώβρη στα Ιωάννινα. Δεν πρέπει να ξεκουράστηκε ούτε μέρα. Με το αίμα των Ιταλών στα χέρια, ανέβηκε πρόθυμα στο Μιτσικέλι.

Ένας επικεφαλής μονάδας που δολοφονεί εν ψυχρώ άοπλους αμάχους  δεν μπορεί να επικαλεστεί μπέρδεμα ανάμεσα σε θείες και υπηρεσιακές εντολές. Ούτε εγκλημάτησε μόνο στην Κεφαλονιά και στους Λιγκιάδες ο Σρέπελ (χρειάζεται χωριστό άρθρο η εκτεταμένη δράση του σε πολλά ακόμα χωριά της Ηπείρου).

Κι όμως, δεν δικάστηκε ποτέ με την επιστροφή του στη Γερμανία. Το γιατί είναι λίγο πολύ γνωστό. Η πρώτη μεγάλη δίκη στη Νυρεμβέργη έφερε θανατικές καταδίκες που εκτελέστηκαν αμέσως. Σταδιακά, όσο οι ποινικές διαδικασίες «κατέβαιναν» στην ιεραρχία, οι ποινές μαλάκωσαν, έως ότου οι δίκες διακόπηκαν τελείως. Ο Ψυχρός πόλεμος άλλαξε τις προτεραιότητες των συμμάχων, που πλέον νοιάζονταν να δημιουργήσουν μια ισχυρή Δυτική Γερμανία, απέναντι στο Ανατολικό Μπλοκ. Έτσι, αφενός επέλεξαν να σταματήσουν τις διώξεις, αφετέρου η πυραμίδα της Δικαιοσύνης στη Γερμανία στελεχώθηκε πολύ γοργά από πρώην ναζί ή συμπαθούντες, που προτεραιότητα είχαν την αθώωση των πρώην αξιωματούχων ώστε να αξιοποιηθούν στους κρατικούς θεσμούς. Όχι πολύ διαφορετικά όλα αυτά από τις συνθήκες που οδήγησαν στην ατιμωρησία των δοσίλογων στην Ελλάδα. (Σημειωτέον, ανάλογα καλή μεταχείριση και αξιοποίηση ναζί στελεχών συνέβη στην Ανατολική Γερμανία, με πιο γνωστό παράδειγμα τον ενεργό από το 1933 ναζί στρατηγό Vincenz Müller που μετά την «κάθαρση» και αθώωση κατέληξε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού της Ανατολικής Γερμανίας και βουλευτής).

Στον Σρέπελ δεν ασκήθηκε καν κάποια δίωξη. Ζούσε ανενόχλητος το 2006 σε ηλικία 89 ετών, όταν προσπάθησε να τον προσεγγίσει ο Σμινκ.

 

Ο επιτελικός αξιωματικός

Παρών στο χωριό στις 3 Οκτώβρη ήταν και ένας ακόμα αξιωματικός, ο Karl-Heinz Rothfuchs: Επιστρέφοντας στο επιτελείο της Μεραρχίας στα Ιωάννινα, όφειλε να συντάξει την τυπική αναφορά. Έγραψε: «Οι Λιγκιάδες κατελήφθησαν μετά από ασθενή αντίσταση του εχθρού (…) Τουφεκίστηκαν 50 πολίτες οι οποίοι εν μέρει παρέμειναν κρυμμένοι στις οικίες τους».

Το σύνολο της αναφοράς είναι ψευδές και παραπλανητικό. Καταρχάς, οι Λιγκιάδες δεν «κατελήφθησαν» καθώς ουδέποτε είχαν αποτελέσει έδαφος έξω από τον κατοχικό έλεγχο. Ως ρήμα το «κατελήφθησαν» θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιηθεί για χωριό με μόνιμη παρουσία ανταρτών. Ο Ρότφουκς, γνωρίζοντας ότι οι Γερμανοί στρατιώτες φτάνοντας στο χωριό δεν είχαν αντικρίσει ούτε μια υψωμένη τσουγκράνα (που λέει ο λόγος) επιχειρεί να δώσει την εικόνα μάχης, ή έστω συμπλοκής («ασθενής αντίσταση»), συνθήκη που θα έκανε το θάνατο ορισμένων αμάχων αναπόφευκτο.

Και βέβαια μετρά «πενήντα πολίτες», όρος που πέρα από την αριθμητική υποβάθμιση, έφερνε στο νου ενήλικες άνδρες -και όχι βρέφη, μικρά παιδιά ή και γυναίκες, που εμείς γνωρίζουμε ότι τελικώς την πλήρωσαν. Αλλά και το «τουφεκίστηκαν» παραπλανεί, γιατί δίνει την εικόνα συντεταγμένης εκτέλεσης: ανθρώπους που οδηγούνται από τους στρατιώτες στην πλατεία, στέκονται απέναντι σε απόσπασμα και με τη διαταγή «πυρ!» εκτελούνται. Ενώ από τις περιγραφές των λιγοστών επιζώντων γνωρίζουμε ότι αυτό που συνέβη ήταν άτακτη σφαγή, με τους Γερμανούς να πυροβολούν κατά βούληση, όποιον αντίκριζαν. Όπως τη μάνα με το μωρό στο βυζί, μέσα στο σπίτι τους.

Θα ήταν λάθος να αντιτάξει κανείς «εκτελέσεις και οι μεν και οι δε, μικρή η διαφορά». Η διαφορά είναι κρίσιμη και για αυτό ο Ρότφουκς μπαίνει στο κόπο. Η άτακτη εκτέλεση δείχνει μπουλούκι κακοποιών και όχι συντεταγμένο στρατό, για τον οποίο οι Γερμανοί ήταν περήφανοι. Το κυριότερο, η εικόνα του άτακτου μπουλουκιού ενοχοποιεί τους επικεφαλής αξιωματικούς.

 

Ο τιμημένος στρατηγός

Η περίπτωση του ανώτατου διοικητή των ναζί στην Ήπειρο, Χούμπερτ Λαντς (Hubert Lanz) είναι η πιο κρίσιμη. Είναι η πιο αποκαλυπτική των μεταπολεμικών συνθηκών, η πιο κραυγαλέα στις προσπάθειες να μην αποδοθεί δικαιοσύνη.

Ο Λαντς είχε πολεμήσει στο ανατολικό μέτωπο και είχε μετατεθεί στην Ελλάδα, όπου οι εξελίξεις το έφεραν να συμπέσει με την συνθηκολόγηση των Ιταλών (8 Σεπτεμβρίου 1943). Μετά τη σφαγή στην Κεφαλονιά (δεύτερο 15μερο του Σεπτεμβρίου 1943), στην οποία είχε μεταβεί εσπευσμένα ως διοικητής του 22ου Σώματος Στρατού, επέστρεψε αμέσως στα Ιωάννινα (όπως ο Σρέπελ). Εκεί βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα άλλο συμβάν, την απώλεια του αντισυνταγματάρχη Γιόζεφ Ζάλμινγκερ (Josef Salminger) μετά από συμπλοκή κοντά στην Πρέβεζα. Ο Ζάλμιγκερ δεν ήταν ένας τυχαίος υψηλόβαθμος αξιωματικός, αλλά φανατικός και παρασημοφορημένος ναζί με σχέσεις με το Βερολίνο και υπεύθυνος για πλήθος σφαγών στην Ήπειρο. Μόλις πληροφορήθηκε το συμβάν ο Λαντς εξέδωσε διαταγή (1η Οκτώβρη 1943) στην οποία έγραψε: «η παραδειγματική και θαρραλέα προσωπικότητα αυτού του ηγέτη θα ζήσει αιώνια στις καρδιές των καταδρομέων του». Αξίζει να διευκρινιστεί ότι η πιο πρόσφατη «ηγετική» συνεισφορά του Ζάλμινγκερ ήταν η οργάνωση της σφαγής στο Κομμένο της Άρτας, με ~317 άμαχους νεκρούς (16 Αυγούστου 1943). Και συνέχιζε στη διαταγή του ο Λαντς: «Περιμένω ότι η 1η Μεραρχία Καταδρομών θα πάρει εκδίκηση από τους συμμορίτες (…) με μέτρα αντιποίνων». Δεν εξέδωσε δηλαδή μια κοινή διαταγή με στρατιωτικούς στόχους, αλλά χρησιμοποίησε γλώσσα που φανάτιζε και χαλύβδωνε («…περιμένω ότι θα εκδικηθείτε τον άνανδρο φόνο…»).

Για τα αντίποινα που διέταξε ο Λαντς επιλέχτηκαν οι Λιγκιάδες, αν και παντελώς άσχετες με τη συμπλοκή που οδήγησε στο θάνατο του Ζάλμινγκερ. Σε μια ειρωνεία της (καλής τους) τύχης, να απολαμβάνουν όλο το Λεκανοπέδιο από ψηλά, πιθανότατα τους «έτυχε ο κλήρος» επειδή η «εκδίκηση» θα ήταν ορατή από ολόκληρα τα Γιάννενα. Το πρωί της Κυριακής 3 Οκτώβρη κάηκαν ολόκληρες, μαζί με τους κατοίκους τους.

Μεταπολεμικά ο Λαντς ήταν από τους λίγους που δικάστηκαν (το 1949). Όχι όμως για τα εγκλήματα της 1ης Ορεινής Μεραρχίας στην Ήπειρο, αλλά για την εγκληματική εκτέλεση πέντε χιλιάδων (το λιγότερο…) Ιταλών αιχμαλώτων στην Κεφαλονιά. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση 12 ετών και εξέτισε μόλις 4 (δηλαδή έμεινε περίπου 5 ώρες στη φυλακή για κάθε εκτέλεση αμάχου ή αιχμαλώτου υπό τις διαταγές του). Από το 1951 που αφέθηκε ελεύθερος ως το θάνατό του έζησε μια ενεργή πολιτική ζωή, με τιμές και δημόσια αναγνώριση. Εργάστηκε ως σύμβουλος του νέου γερμανικού στρατού (!) και έγινε μέλος του φιλελεύθερου FDP. Πιστεύω όμως ότι η πιο χαρακτηριστική μεταπολεμική δραστηριότητά του ήταν η ίδρυση του Σωματείου Συμπολεμιστών Ορεινών Καταδρομέων, στις τάξεις του οποίου οι πρώην σύντροφοι στις μάχες θυμόντουσαν τους νεκρούς τους και αναβίωναν την ιεραρχία. Για αυτό στην κηδεία του Λαντς, το 1962, έσπευσαν να τον τιμήσουν πάνω από 600 πρώην υφιστάμενοί του.

 

Οι διώξεις ανατέθηκαν σε δύο μεταφραστές…

Αναρωτιέται κανείς γιατί δεν δικάστηκε ποτέ για τους Λιγκιάδες και τα υπόλοιπα κατεστραμμένα χωριά ο Λαντς. Ο Σμινκ με την επίπονη έρευνά του ανασυστήνει την «επαγγελματική» προσπάθεια της γερμανικής Δικαιοσύνης να μείνουν ατιμώρητοι όλοι οι δράστες των εγκλημάτων στην Ήπειρο. Δεν μπορεί να συμπυκνωθεί η έρευνά του (είναι απαραίτητο να αναγνωστεί το βιβλίο) αλλά σε γενικές γραμμές η εισαγγελία έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να μην ασκηθούν διώξεις. Με αποκορύφωμα την ανάθεση της αξιολόγησης (!) των χιλιάδων εγγράφων της δικογραφίας σχετικά με την Ήπειρο σε δύο μεταφραστές (!), για τους οποίους δεν προκύπτει ότι διέθεταν νομική κατάρτιση. Η εντολή που πήραν από τον πρωτοδιόριστο Γερμανό εισαγγελέα ήταν να διερευνήσουν αν προκύπτουν ποινικές ευθύνες. Ο δεύτερος μεταφραστής μάλιστα ανέφερε ολοκληρώνοντας: «Σε καμία κατάθεση δεν εμπεριέχεται η κατηγορία ότι ο Λαντς εφόνευσε ανθρώπους εκ προθέσεως, ιδιοχείρως ή δίνοντας άμεση εντολή προς τούτο»!

Απίθανη διαπίστωση, αν σκεφτεί κανείς ότι έδωσε ακριβώς αυτή την εντολή με την Ημερήσια Διαταγή της 1ης Οκτώβρη 1943, δυο μέρες πριν το έγκλημα στους Λιγκιάδες.

Το ελληνικό κράτος συνέβαλε και αυτό στη μη δίωξη του Λαντς και των υπολοίπων αφού για πολύ καιρό δεν έκανε αξιόλογη νομική προσπάθεια. Κάποια στιγμή απέστειλε την κατάθεση του Χιώτη διερμηνέα Δημήτρη Πουλμέντη (βλ. πρώτο μέρος αυτού του άρθρου) και άλλων. Ο Πουλμέντης με προσοχή και επάρκεια περιέγραψε στην ένορκη γραπτή του κατάθεση ό,τι γνώριζε. Ούτε αυτή η κατάθεση αξιολογήθηκε ως σημαντική από τη γερμανική Δικαιοσύνη.

 

Η αναγέννηση των δοσίλογων

Σήμερα η εγκληματική δραστηριότητα των ναζί στην Ήπειρο και αλλού, είναι αρκετά καλά τεκμηριωμένη (όχι πάντως πλήρως, αφού ένα μόνο μέρος των αρχείων έχει μελετηθεί). Για δεκαετίες, το αίτημα των αποζημιώσεων και της τιμωρίας των ενόχων, παρέμενε ζωντανό. Προκαλεί όμως κατάπληξη ότι τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται όλο και περισσότεροι Έλληνες απολογητές των ναζιστικών εγκλημάτων. Τα social media με την ασύδοτη λειτουργία τους, έχουν γεμίσει (ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια) πολιτικούς απογόνους των ναζί και των δοσίλογων, που έχουν φτάσει να χρεώνουν στην Εθνική Αντίσταση τους φόνους αμάχων από τους Ναζί.

Σύμφωνα με τους νεο-δοσίλογους, οι Έλληνες έπρεπε να μείνουν σιωπηλοί στην Κατοχή, να μετρούν τα θύματα από λιμό (όπως για παράδειγμα στη Σύρο, όπου το 12% του πληθυσμού πέθανε το 1941-1943 από την πείνα) και να περιμένουν την Απελευθέρωση να πέσει από τον ουρανό. Το 1982 νιώθαμε ως έθνος περηφάνια για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, αλλά σήμερα ορισμένοι λένε «η αντίσταση έφερε τα αντίποινα». Πόση πνευματική και ηθική παρακμή χωράει σε μια 40ετία;

Στον αντίποδα των απολογητών του δοσιλογισμού, οι περισσότεροι Έλληνες παραμένουν περήφανοι για την Εθνική Αντίσταση, ξεχωριστή μέσα σε όλη την Ευρώπη. Τη δε δολοφονική δραστηριότητα των ναζί κατά αμάχων και αιχμαλώτων θα την καταδικάζουμε ηθικά, απαιτώντας οι επίγονοί τους να μην επιστρέψουν ποτέ στην εξουσία.

Σχετικά άρθρα

Λιγκιάδες – η συνεισφορά δύο ανθρώπων στη συλλογική μνήμη (μέρος Ι)

Νίκος Αλμπανόπουλος

Παρουσίαση του νέου βιβλίου της Κωστούλας Μάκη στα Ιωάννινα

Ηπειρωτικός Αγών

Ιστορίες ανθρώπων στη ρωγμή του χρόνου

Κατερίνα Βρατσίστα