Όπως αναφέρει, παρά τη διάρκεια της πυρκαγιάς, συνολικά κάηκε έκταση περίπου 250 στρεμμάτων και στο μεγαλύτερο μέρος η φωτιά, έρπουσα, έκαιγε χαμηλή θαμνώδη βλάστηση από κέδρα και πυξάρια και σημεία με αναγέννηση μαύρης πεύκης, ενώ σε ελάχιστα σημεία έγινε επικόρυφη και έκαψε μερικές δεκάδες δέντρα μαύρης πεύκης.
Ο κ. Δαλάτσης σημειώνει πως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να παραλληλιστεί αυτή η πυρκαγιά με εκείνη της Δαδιάς Έβρου. «Αν και είναι απολύτως κατανοητή η ανησυχία και η συντρέχουσα οικολογική ευαισθησία κατοίκων και τουριστών της περιοχής, καθώς η μόνη εικόνα που είχαν, περιοριζόταν σε καπνούς ορατούς από απόσταση αρκετών χιλιομέτρων, χωρίς να γνωρίζουν ότι αυτοί οι καπνοί προέρχονται από κατακείμενους κορμούς, οι οποίοι καίγονται αλλά έχουν εξασφαλισθεί πλήρως για να μην κατρακυλήσουν από τις πυροσβεστικές δυνάμεις με χώμα και με πέτρες μετά από επίπονη και πολύωρη εργασία, οι οποιεσδήποτε αναφορές σε μέσα ενημέρωσης και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ειδικά δε ακραίες που μιλούν για τεράστια καταστροφή, θα πρέπει να έπονται επαρκούς πληροφόρησης από τις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να γίνει σαφές ότι μία έρπουσα πυρκαγιά μερικών στρεμμάτων, ακόμα και αν διήρκησε αρκετά λόγω των εγγενών ιδιαιτεροτήτων που εμφάνιζε, δεν είναι δυνατό να συγκρίνεται με πυρκαγιές που κατέκαυσαν χιλιάδες στρέμματα δάσους ή να παρουσιάζεται αυθαίρετα και με ελαφρότητα ως μια, ανακόλουθη με την πραγματικότητα, καταστροφή», σημειώνει.
Τονίζει δε πως η πυρκαγιά, αν και θεωρείται μικρή ως προς την έκταση που έκαψε αλλά και ως προς την επίδρασή της στο δασικό οικοσύστημα, αντιμετωπίστηκε από την πρώτη στιγμή με ιδιαίτερη σπουδή από την υπηρεσία, ενώ σε πολλά μάλιστα σημεία, στα οποία κάηκε η παρεδάφια βλάστηση, δημιουργούνται ευνοϊκές συνθήκες για τη βλάστηση των σπόρων του πεύκου και την αναγέννηση της περιοχής.
«Η φυσική αναγέννηση των δασών αυτών, σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες και μελέτες, ευνοούνται ιδιαίτερα από την πυρκαγιά με τη βασική προϋπόθεση αυτή να γίνεται με συχνότητα πέραν των τριάντα ετών περίπου. Εάν καίγονται τακτικότερα, τότε οδηγούμαστε σε υποβάθμιση του οικοσυστήματος λόγω κυρίως της καταστροφής της φυσικής αναγέννησης και της έκπλυσης του εδάφους. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα είδη πεύκης αναφέρονται στην δασική ορολογία ως “πυρόφιλα» και αυτό συμβαίνει διότι αυτά τα είδη έχουν προσαρμοστεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, ώστε να μπορούν να ανανεώνονται μετά από μία πυρκαγιά. Το μεγάλο πρόβλημα στις μέρες μας δημιουργείται, ως συνήθως, από την παρουσία του ανθρώπου μέσα σε αυτά τα οικοσυστήματα με έντονο κίνδυνο για άκρως καταστροφικά αποτελέσματα, ειδικά δε σε περιπτώσεις όπου παρατηρείται μίξη οικιστικού ιστού και δάσους», καταλήγει ο εκπρόσωπος της ΕΠΑΥΠΣ Ηπείρου, ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρεται αναλυτικά στην επιχείρηση κατάσβεσης και το έργο των επίγειων και εναέριων δυνάμεων.
Εξηγεί δε πως η χρήση των ελικοπτέρων γινόταν για να ελεγχθεί σε σημεία που έκαιγε πυκνή αναγέννηση πεύκης ή χαμηλή θαμνώδης βλάστηση από κέδρα και πυξάρια, προκειμένου εν συνεχεία να επέμβουν τα πεζοπόρα τμήματα. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις από αέρος σε περιοχές με πολύ μεγάλες κλίσεις εδάφους έχουν ένα σημαντικό μειονέκτημα, καθώς η ρίψη νερού από μεγάλο ύψος έχει ως αποτέλεσμα πολλές φορές να μετακινούνται κομμάτια από φλεγόμενους κορμούς και κουκουνάρια, τα οποία κατρακυλούν προς τα κάτω και μεταδίδουν την πυρκαγιά, με αποτέλεσμα να απαιτείται η συνεχής μετακίνηση των πυροσβεστικών δυνάμεων σε πολλά διάσπαρτα σημεία, γεγονός που παραδοσιακά προκαλεί μεγάλη καταπόνηση στο προσωπικό και καθυστερεί την επιχείρηση κατάσβεσης.
Δε συντελέστηκε οικολογική καταστροφή στη Βωβούσα
Απαντήσεις σε δημοσιεύματα και αναφορές για οικολογική καταστροφή στη Βάλια Κάντα και ολιγωρία στην επιχείρηση κατάσβεσης της πυρκαγιάς, δίνει ο αντιπύραρχος – δασολόγος, περιφερειακός εκπρόσωπος της Ένωσης Πτυχιούχων Αξιωματικών και Υπαξιωματικών Πυροσβεστικού Σώματος Ηπείρου Κωνσταντίνος Δαλάτσης.
