Στόχος των ρυθμίσεων για το ΑΣΕΠ είναι η σύντμηση των προθεσμιών σε όλη τη διαδικασία των προσλήψεων, από την προκήρυξη των θέσεων μέχρι την κάλυψή τους από τα νέα στελέχη, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι καθυστερήσεις σε όλα τα στάδια του διαγωνιστικού κύκλου, που έχουν ως συνέπεια να παραμένουν υποστελεχωμένες υπηρεσίες, καθώς και επιτυχόντες να παραμένουν αδιόριστοι για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Στο νομοσχέδιο προβλέπεται η ενίσχυση της μοριοδότησης εντοπιότητας υποψηφίων στελεχών του Δημοσίου σε νησιωτικούς, ορεινούς και ηπειρωτικούς δήμους, καθώς είναι μεγάλο το πρόβλημα υποστελέχωσης των τοπικών δημόσιων υπηρεσιών. Για τους μόνιμους κατοίκους ορεινών και νησιωτικών δήμων, ανεξαρτήτως πληθυσμού, προβλέπεται μοριοδότηση με 40 μόρια και 20 μόρια για τους κατοίκους παραμεθόριων περιοχών ή δήμων με πληθυσμό έως 25.000 κατοίκους. Η υποχρέωση να παραμείνουν στον φορέα και στον τόπο όπου διορίστηκαν, αυξάνεται από τα 10 στα 15 χρόνια. Σε σχέση με την υφιστάμενη μοριοδότηση της εντοπιότητας, οι αυξήσεις φτάνουν κατά περίπτωση έως και τον τριπλασιασμό των μορίων, ενώ για πρώτη φορά περιλαμβάνονται και 40 δήμοι που μέχρι σήμερα δεν εντάσσονταν στη ρύθμιση αυτή.
Εισάγεται επίσης απαγόρευση συμμετοχής σε προκηρύξεις του ΑΣΕΠ για τρία χρόνια σε όσους δεν αποδέχονται τον διορισμό τους ή αποδέχονται και δεν προσέρχονται να αναλάβουν υπηρεσία ή παραιτούνται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία πρόσληψής τους. Πενταετή αποκλεισμό από κάθε διαδικασία πλήρωσης θέσεων προβλέπεται για υποψηφίους που υποβάλλουν ψευδή δικαιολογητικά. Για τα δικαιολογητικά δίνεται η δυνατότητα να αντλούνται, με μέριμνα του υποψηφίου, από το ηλεκτρονικό μητρώο υποψηφίων του ΑΣΕΠ, που είναι καταχωρημένα προκειμένου να μην απαιτείται νέα υποβολή τους κατά την αίτηση συμμετοχής σε προκήρυξη κάλυψης θέσεων.
Με άλλη διάταξη αυξάνεται από 5 σε δέκα 10 χρόνια το απαιτούμενο διάστημα, που πρέπει να έχει παρέλθει από τον διορισμό ή την πρόσληψη ενός δημοσίου υπαλλήλου, προκειμένου να έχει δικαίωμα συμμετοχής σε νέα διαδικασία πλήρωσης θέσεων ίδιας ή κατώτερης κατηγορίας από αυτή στην οποία ήδη υπηρετεί.
Προβλέπεται ακόμα η κάλυψη των θέσεων του ετήσιου προγραμματισμού προσλήψεων των ετών 2024 και 2025 από τους επιτυχόντες του πανελλήνιου γραπτού διαγωνισμού της πρόσκλησης/προκήρυξης 2Γ/2022 με βάση τη βαθμολογία τους στη γραπτή εξέταση και το κριτήριο της εντοπιότητας όπου αυτό προβλέπεται.
Παράλληλα, μειώνονται οι προθεσμίες δήλωσης αποδοχής του διορισμού, υποβολής των δικαιολογητικών διορισμού και του ίδιου του διορισμού. Συγκεκριμένα, η προθεσμία δήλωσης της πρόθεσης αποδοχής ή μη του διορισμού/πρόσληψης μειώνεται στις 15 ημέρες από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ των οριστικών πινάκων διοριστέων. Μειώνεται επίσης από 20 σε 15 ημέρες η προθεσμία για την υποβολή των δικαιολογητικών διορισμού υποψηφίου και από 30 σε 20 ημέρες η προθεσμία πρόσληψης ή διορισμού από την υποβολή των σχετικών δικαιολογητικών.
Το μπόνους παραγωγικότητας
Το δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου αφορά την επέκταση του λεγόμενου μπόνους παραγωγικότητας, με τη θέσπιση ενιαίου συστήματος ανταμοιβής δημοσίων υπαλλήλων. Το μέτρο στην πιλοτική του εφαρμογή είχε προϋπολογισμό 9 εκατ. ευρώ και αφορούσε, μεταξύ άλλων, τους υπαλλήλους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, του Ταμείου Ανάκαμψης και του υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων για την απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων, καθώς και εργαζόμενους που σχεδιάζουν τους ετήσιους στόχους των υπουργείων.
Από 1η Ιανουαρίου 2025 στο μέτρο εντάσσονται εν δυνάμει όλες οι δημόσιες υπηρεσίες και τα ΝΠΔΔ, εφόσον έχουν προβεί σε ολοκληρωμένη εφαρμογή της διαδικασίας στοχοθεσίας και αξιολόγησης, με αποτέλεσμα ο σχετικός ετήσιος προϋπολογισμός να αυξάνεται στα 40 εκατ. ευρώ.
Οι προς ανταμοιβή στόχοι των φορέων θα καθορίζονται στις αρχές κάθε έτους από την Επιτροπή Κινήτρων και Ανταμοιβής, με βάση τις εκάστοτε κυβερνητικές προτεραιότητες. Η επιλογή των δικαιούχων υπαλλήλων θα γίνεται με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και θα την αναλάβουν οι προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων, που εμπλέκονται στην επίτευξη του επιλεγέντος προς ανταμοιβή στόχου.
Εάν επιτευχθούν οι στόχοι, το 40% του τελικού ποσού ανταμοιβής που αναλογεί σε κάθε υπηρεσία, κατανέμεται ισομερώς μεταξύ των δικαιούχων κάθε φορέα, ενώ το υπόλοιπο 60% κατανέμεται σε συνάρτηση με την προσφορά κάθε δικαιούχου στη λειτουργία και το έργο της υπηρεσίας, σε σχέση με την επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων που έχουν τεθεί.
Το ποσό της ανταμοιβής καταβάλλεται εφάπαξ το επόμενο έτος. Το ανώτατο ύψος της ανταμοιβής θα φτάνει το 15% του ετήσιου βασικού μισθού κάθε υπαλλήλου και υπόκειται στις ασφαλιστικές εισφορές και λοιπές κρατήσεις των πρόσθετων αποδοχών.
