Ζύγιζε την ισορροπία του πάνω σε ένα μπαστούνι, που φάρδαινε στην άκρη του. Δεν χαμήλωσε μια στιγμή το βλέμμα του. Το κρατούσε ψηλά για να συναντά το βλέμμα του νεαρού κλαριντζή απέναντί του. Στα μάτια, ισότιμα. Το χαμόγελό του πλατύ, αβίαστο, καθόλου σφιγμένο. Κανένας μορφασμός ή γογγυσμός. Μόνο λεβεντιά, καμάρι και χάρη δυσεύρετη. Σέρνει πρώτος τον χορό, όπως κάνει πολλά χρόνια τώρα, κι ας τον ζορίζει πια το σώμα του να φύγει μπροστά, να σηκωθεί ψηλά στον αέρα ή να χαμηλώσει ίσα με το χώμα, να σύρει τα βήματά του γονατιστός. Τον κρατά ο πατέρας του. Όρθιος κι εκείνος, χωρίς να λυγίζει ούτε μια στιγμή. Στο τέλος του δεύτερου χορού, οι οργανοπαίχτες και ο τραγουδιστής τον αγκαλιάζουν και τον φιλούν. Ο κόσμος φωνάζει δυνατά: «Μπράβο, Χρήστο!». Ο Χρήστος είναι ένα νέο παιδί, σπουδαίος χορευτής, παίζει κλαρίνο στα Μουσικά Κτίσματα και δεν τον πτοεί η ασθένεια που δυσκολεύει τον τελευταίο καιρό τη βάδισή του.
Είναι η τελευταία εικόνα που κρατάμε την ώρα που φεύγουμε από μια ξεχωριστή γιορτή, δύο μέρες πριν από τον Δεκαπενταύγουστο. Στα Δολιανά, ένα άλλοτε κεφαλοχώρι που διατηρεί ακόμη την αρχοντιά και την πολυμορφία του, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Δολιανών «Ο Γεννάδιος» και η αεικίνητη, πρόσχαρη και ακούραστα δοτική πρόεδρός του, Ευτυχία Κοντογιάννη έχουν οργανώσει ένα ξεχωριστό τετραήμερο εκδηλώσεων: παραμύθι και κουκλοθέατρο για τα παιδιά, εκδήλωση για την τρίτη ηλικία και την άνοια και, ασφαλώς, το καθιερωμένο πανηγύρι. Μια μεγάλη αυγουστιάτικη γιορτή που γεμίζει το χωριό με ντόπιους, Γιαννιώτες με καταγωγή ή δεσμούς με τα Δολιανά, επισκέπτες και ακόμη και… εγχώριες διασημότητες.
Εμείς χαρήκαμε μία από αυτές τις βραδιές, όταν ανηφορίσαμε για πρώτη φορά -παρά την τόσο μικρή απόσταση από τα Γιάννενα- προς τα Δολιανά. Αφορμή για την πρώτη αυτή γνωριμία στάθηκε η συμμετοχή μας στην εκδήλωση για την τρίτη ηλικία, τη μνήμη και την άνοια, εκπροσωπώντας το Κέντρο Ημέρας Ολικής Φροντίδας Ψυχικής Υγείας για την Άνοια/Alzheimer Ιωαννίνων, με μια ομιλία για το πώς μπορούμε να μεγαλώνουμε με ασφάλεια, αξιοπρέπεια και ποιότητα ζωής. Μια αφορμή που έμελλε να μας χαρίσει πολλά περισσότερα από όσα περιμέναμε.
Ήδη μετά το Καλπάκι, το τοπίο αρχίζει να κερδίζει τον επισκέπτη. Πυκνή, πράσινη βλάστηση, ανοιχτός ορίζοντας, βουνά και εκείνη η ιδιαίτερη ηπειρώτικη ομορφιά που δεν αγωνίζεται να εντυπωσιάσει. Είναι απλώς εκεί. Ανεπιτήδευτη, κυρίαρχη, μοναδική.
Κι ύστερα έρχεται το χωριό. Μεγάλο, αρχοντικό, με κοντά 200 μόνιμους κατοίκους όλους κι όλους σήμερα, αλλά με τα σημάδια μιας άλλης εποχής παντού. Κάποτε -όχι πολύ μακριά στον χρόνο- είχε ταχυδρομείο, αστυνομία, δύο κουρεία, πολλά μαγαζιά λίγο πριν την πλατεία και, βέβαια, το Μουσικό Σχολείο, το μεγάλο όραμα του αλησμόνητου Μιχάλη Παντούλα. Αρκετά από τα παλιά μαγαζιά είναι σήμερα ερμητικά κλειστά. Τα σχολεία άδειασαν. Τα παλιά αρχοντικά ερημώνουν. Οι ξενώνες, ευτυχώς, «κρατάνε» ακόμη. Και κρατά γερά κι ένας δραστήριος πολιτιστικός σύλλογος, με τις γυναίκες του να καθαρίζουν, να μαγειρεύουν, να τρέχουν και να φροντίζουν να μην λείψει τίποτε από συγχωριανούς και επισκέπτες.
Και αυτές τις μέρες ολόκληρη η περιοχή αποκτά έναν ξεχωριστό αυγουστιάτικο παλμό. Λίγο έξω από τα Δολιανά, στον δρόμο προς τον Παρακάλαμο, η Μονή Ιακώβου γιορτάζει τον Δεκαπενταύγουστο και γίνεται σημείο αναφοράς για πλήθος πιστών και επισκεπτών, που ανηφορίζουν κάθε χρόνο για τη μεγάλη γιορτή.
Περισσότερο, απ’ όλα όμως, μας εντυπωσιάζουν οι άνθρωποι. Η ζεστασιά τους δεν εξαντλείται σ’ εκείνες τις τυπικές και βιαστικές εκδηλώσεις φιλοξενίας και ένα ξέπνοο «καλώς ήρθατε». Μας χαιρετούν εγκάρδια, μας χαμογελούν σαν να μας ξέρουν από παλιά, μας κάνουν χώρο στο τραπέζι και στην παρέα τους.
Και είναι πολλοί οι νέοι. Κάποιοι φορούν στην αρχή τις παραδοσιακές στολές τους και λίγο αργότερα, με τα καθημερινά τους πια ρούχα, συνεχίζουν να χορεύουν ασταμάτητα. Παίρνουν καμιά φορά το ντέφι από τον μουσικό και το χτυπούν στον ρυθμό άλλοτε του βαριού πωγωνήσιου κι άλλοτε του ανάλαφρου ζαγορίσιου. Δεν παρακολουθούν απλώς την παράδοση, ούτε την κουβαλούν βαριεστημένα. Τη ζουν.
Στο τραπέζι μας καθόμαστε με την κυρία Βούλα και την κυρία Πόπη, παλιές δασκάλες του Δημοτικού Σχολείου Δολιανών, από τα χρόνια που το σχολείο αριθμούσε κοντά 200 παιδιά. Γύρω μας παλιοί μαθητές και μαθήτριες, άνθρωποι που έφυγαν αλλά επιστρέφουν κάθε Αύγουστο, φίλοι και γνωστοί από τα Γιάννενα που έχουν εδώ σπίτι, ρίζες, συγγένειες ή έναν δικό τους λόγο να θεωρούν τα Δολιανά τόπο τους.
Κι αναρωτιόμαστε πώς γίνεται να ζούμε όλα αυτά τα χρόνια τόσο κοντά σ’ αυτήν την ομορφιά και τη γενναιοδωρία και να μην τις έχουμε συναντήσει ποτέ. Πόσα τέτοια μέρη προσπερνάμε, αναζητώντας διαρκώς τα γνωστά, τα πολυσύχναστα και τα δημοφιλή… Κι όμως, λίγα χιλιόμετρα παραπέρα μπορεί να μας περιμένει ένα χωριό πανέμορφο και μια βραδιά σαν κι αυτή: χωρίς στριμωξίδι, χωρίς την υπερβολή των μεγάλων, πολυσύχναστων πανηγυριών. Ένα ανθρώπινο, παρεΐστικο γλέντι, έξω καρδιά.
Φεύγουμε αργά, ευγνώμονες για τη συγκυρία που μας έφερε εδώ και για μια ακόμη γνωριμία με τον τόπο μας, που τόσο συχνά τον αποπαίρνουμε κι εκείνος επιμένει να μας επιστρέφει τόσα…
Και μαζί μας παίρνουμε τον Χρήστο. Όρθιο. Με το μπαστούνι του να φαρδαίνει στην άκρη και το σώμα να δυσκολεύεται, δίχως όμως το βλέμμα του να χαμηλώνει ούτε για μια στιγμή. Ίσως τελικά αυτή να είναι και η πιο όμορφη εικόνα των Δολιανών που θα μπορούσαμε να κρατήσουμε: άνθρωποι που στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλον. Και το βλέμμα ψηλά. Να αγναντεύει και να ονειρεύεται…
