Πολλά είναι τα περίπτερα της πόλης κι αρκετά απόμειναν ως σήμερα μετά το κλείσιμο κάποιων. Άλλα απομακρύνθηκαν, ενώ μερικά είναι πια κουφάρια να θυμίζουν παλιές ιστορίες στους μεταγενέστερους. Η ύπαρξη περιπτέρων είναι προνόμιο -τρόπον τινά- της χώρας μας, γιατί πουθενά αλλού στον κόσμο δεν θα συναντήσουμε τα δίκην τσαντίρια, όπως μοιάζουν τα κουβούκλια αυτά στη μορφή τους την ελληνική. Όμως το καθένα έχει γράψει την ιστορία του και διαδραμάτισε το δικό του ρόλο, παραμένοντας στον κοινωνικό ιστό της πόλης. Και ας πούμε ότι αποτελούν παράδοση για τα Γιάννενα.
Τα περίπτερα, ως γνωστόν, τα δικαιούνταν οι ανάπηροι πολέμου με σχετική απόφαση τον Σεπτέμβριο του 1922, με αρκετές τροποποιήσεις μετέπειτα για τα άτομα με αναπηρία.
Με την ευκαιρία που όλα αλλά ζουν στην περιοχή της Καλούτσιανης, με την ανακαίνιση του περίφημου μνημείου Τζαμιού, το οποίο αποτελεί κόσμημα για την πόλη και την περιοχή, θα αφηγηθούμε την ιστορία του ιστορικού περιπτέρου, του οποίου η εκμετάλλευση δόθηκε σε έναν συμπολίτη μας τραυματία πολέμου στη Μικρά Ασία τον καταγόμενο από την Κοπάνη Ιωαννίνων. Πρώτος περιπτεράς ο Καλουτσινός Γεώργιος Γεωργιάδης.
Πολεμώντας στη Μικρά Ασία, μια σφαίρα, όπως ο ίδιος διηγούνταν στους οικείους του, πέρασε στο στόμα του, τρύπησε το λαρύγγι του και τον κατέστησε 100% ανάπηρο για όλη του τη ζωή. Από θαύμα γλίτωσε το θάνατο ο πολεμιστής. Ως το τέλος της ζωής του έφερε στο λαιμό του το σημάδι του τρόμου και της ανδρείας του.
Η πατρίδα ευγνωμονούσα του έδωσε το περίπτερο της γειτονιάς του μαζί με την πρώτη κατασκευή του. Ο κυρ-Γιώργος, μορφωμένος άνθρωπος αφού μελετούσε συνεχώς-είχε τελειώσει το σχολαρχείο-ποτέ δεν επέτρεψε στα παιδιά του να συστήνονται με άλλο επάγγελμα πατρός, ούτε ως περιπτεριούχος, ούτε αργότερα ως εργολάβος στη Νομαρχία. «Να γράφετε», τους έλεγε με περηφάνια: «Επάγγελμα πατρός: Ανάπηρος πολέμου». Γι΄αυτό και τη ζωή του όλη την πέρασε παρέα με άλλους Γιαννιώτες τραυματίες πολέμου. Και στο γάμο των κοριτσιών του πρωταρχική θέση είχαν οι ανάπηροι. Μια φορά ο Λευτέρης, ο ανάπηρος διανομέας του Η.Α., αντί να μοιράσει τα προσκλητήρια της Σοφίας στους παραλήπτες, όπως η ίδια η κόρη του διηγείται, τα πέταξε όλα λόγω αδυναμίας σε έναν υπόνομο κι αφού το ομολόγησε, πήγε ο περιπτεράς μαζί με τον εκδότη της εφημερίδας, τα περιμάζεψαν και τα μοίρασαν οι τρεις τους.
Προσωπικά τον θυμόμαστε μέσα στο περίπτερο να μας χαρίζει τσίχλες και καραμέλες λευκού και ροζ χρώματος, παιδιά σαν ήμασταν στην Καλούτσιανη. Θυμόμαστε ακόμη ότι περιτριγυρισμένο ήταν το περίπτερο με σακούλια και τροβάδες από το χωριό του την Κοπάνη, καθώς ξεπέζευαν οι συγχωριανοί του στο περίπτερο και στον πλάτανο. Μάλιστα τους φιλοξενούσε όλους στο σπίτι του στην οδό Αγίας Μαρίνης. Με πολλά τραγελαφικά να συμβαίνουν στον πλάτανο από τη μια μεριά και στο σπίτι του από την άλλη.
Κι όταν έφτανε ο Πίδας, ο εμβληματικός διανομέας της πόλης με τις τοπικές εφημερίδες και τις αθηναϊκές παραμάσχαλα διαλαλώντας το εμπόρευμά του… «εφμερίες», άνοιγε το πορτάκι του να μάθει τα νέα από την ίδια την πηγή. Ο Πίδας, που ήταν φίλος του, είχε μόνο όνομα, το επώνυμό του ήταν για όλους «ο εφημεριδάς».
Μερικές φορές ο ίδιος ο διανομέας εκστόμιζε και ελληνικούρες, όπως τη φράση: «Δημοκρατία κέκληται».
Για την ιστορία, το περίπτερο νοικιάστηκε μετά στον Μπούση σύζυγο της Φωτεινής του σινεμά Γρανάδα κι αμέσως μετά ως τώρα το εκμεταλλευόταν το αδύναμο μέλος της οικογένειας Γεωργιάδη η κόρη του, η αλησμόνητη Βήτα και τα παιδιά της.
