Ετούτες οι λέξεις με τον ιδιόχειρο χαρακτήρα του γιατρού Θόδωρου Γεωργιάδη, ενός εστέτ της πολιτικής, που πριν λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του το αποτύπωμά του, δεν σκιαγραφούν μόνο την ιστορία μιας παλιάς γιαννιώτικης οικογένειας, αλλά την ίδια την ιστορία της πόλης σε ένα κομμάτι της, την οδό Τσιριγώτη και τα περίχωρα. Γι’ αυτό φρονούμε ότι θα διαβαστεί με ενδιαφέρον, καθώς αυτό το γραπτό, λιτό στην περιγραφή του και εν πολλοίς ανθρώπινο και μνημειώδες για τα σημερινά δεδομένα, αποτελεί ένα λαογραφικό κείμενο. Άνθρωποι και άγνωστα επαγγέλματα, μαγαζιά και χάνια, που απόμειναν σκιές του παρελθόντος στην πόλη μας και πάνω από όλα η αθωότητα εκείνων των ανθρώπων, που πάλεψαν σκληρά με την καθημερινότητα.
Σήμερα θα πάμε στην οδό Τσιριγώτη και με τη βοήθεια του λόγου, που δεν δεσμεύεται από το χρόνο, όπως έλεγε ο παλιός συνεργάτης του Η.Α. ο επίμονος Γεώργιος Βαβαρέτος, θα ταξιδέψουμε στα Γιάννενα του καιρού με τα χάνια και τους καλαντζήδες.
Ο ίδιος ο γιατρός, λοιπόν, όταν του ζητήθηκε, έγραψε περιληπτικά την ιστορία της οικογένειάς του δίνοντας και το στίγμα της περιοχής που περιγράφει, αλλά και τη ζωή των ανθρώπων μαζί με τα επαγγέλματα της εποχής. Αντιγράφουμε τα λόγια του, καταγεγραμμένα με πένα μελάνης και τυλιγμένα σε μια κόλλα χαρτί, σαν μια παρακαταθήκη για τους νεότερους:
«Οι γονείς μας Γεώργιος Γεωργιάδης και Αναστασία Νικολαΐδου κατάγονταν από τη Μικρά Ασία και συγκεκριμένα από το Δενιλή που βρισκόταν Ν.Α. της Σμύρνης.
Το 1922 ήρθανε εδώ ως πρόσφυγες. Ο πατέρας είχε μάθει ραπτική στην Κωνσταντινούπολη κι όταν ήρθε στα Γιάννενα αγόρασε μια μικρή μηχανή κι εγκαταστάθηκε σε ένα μαγαζί με άλλους δύο. Ο ένας έραβε, ο άλλος στην άλλη γωνιά πωλούσε κάρβουνα κι ο τρίτος ήταν κουρέας.
Αργότερα με την εργατικότητά του και την τιμιότητά του νοίκιασε ένα μικρό μαγαζί μόνος του. Μετά παντρεύτηκε την Αναστασία Νικολαΐδου κι απέκτησε τέσσερα παιδιά, τον Κωνσταντίνο, την Ελένη, τον Θεόδωρο και το Λουκά.
Εργάστηκε σκληρά. Ήταν άριστος τεχνίτης και καθιερώθηκε πολύ γρήγορα στην πόλη με αποτέλεσμα να έχει πολλούς υπαλλήλους (καλφάδες). Κάποιο διάστημα είχε 32 καλφάδες μαζί με τις γυναίκες που εργάζονταν στα σπίτια κι έκαναν ειδικές εργασίες.
Έκανε περιουσία και μεταξύ των άλλων αγόρασε από τον Εβραίο Μαραμένο το μερίδιό του. Ήταν ένα μεγάλο χάνι, που έπιανε το μεγαλύτερο μέρος της Τσιριγώτη. Ξεκίναγε αυτό από το βιβλιοπωλείο-τυπογραφείο των αδελφών Ιωαννίδη κι έφτανε μέχρι το χάνι του Κλείτσα. Ήταν παραδοσιακό χάνι με 16 μαγαζιά με θόλο και πρόσοψη κι από πάνω ήταν τα δωμάτια.
Σε τρία δωμάτια από αυτά είχε το εργατικό προσωπικό. Ήταν δε τόσο μεγάλο, που πίσω είχε δυο στρέμματα ακάλυπτο χώρο, ενώ γύρω υπήρχαν και άλλα μαγαζιά όπως πεταλωτήδες, καλαντζήδες και λοιποί και έφθανε μέχρι την οικία Φίλιου και του Κατσαούνη επίσης το σπίτι στην οδό Αραβαντινού.
Από το προσωπικό του πατέρα βγήκανε πολλοί και καλοί τεχνίτες που άνοιξαν δικά τους μαγαζιά αργότερα. Ήταν μεταξύ άλλων ο Βασίλης Μπασάς, ο Δημήτρης Σιαπάτης, Ανέστης Νικολαϊδης, Παντελής Τζιαφάς, Γεράσιμος Μελισσόβας και ο γιος ου, Πρόδρομος Παπαδόπουλος, Δημήτριος Σακκάς, Ηλίας Μαϊδάτσης και πολλοί άλλοι που δεν θυμάμαι τα ονόματά τους και ζητώ συγνώμη γι’ αυτό.
Στο χάνι ιδιοκτήτες ήταν ο Παναγιώτης Χρήστου που είχε τρία παιδιά την Αθηνά, το Βασίλη και τον Κωνσταντίνο και ο πατέρας μας.
Ο πατέρας πούλησε το μερίδιό του στον Κωνσταντίνο Χρήστου κι έγιναν τα δυο ξενοδοχεία το “Διώνη” και το “Ελ Γκρέκο”».

