Σε μια σειρά από αριθμούς π.χ. από το 1 ως το 10, μπορώ να κάνω 9 είδη κινήσεων από οποιονδήποτε αριθμό στο διπλανό του. Σ΄ αυτό το συλλογισμό στηρίζονται οι βαθμοί ελευθερίας στη στατιστική. Πόσους «βαθμούς ελευθερίας» έχει ο καθένας μας μέσα σε μια κοινωνία; Πάνω σ΄ αυτό το ερώτημα θα προσπαθήσω να σκεφτώ σ΄ αυτό το άρθρο.
Η ύπαρξή μας έχει τρεις όψεις, ανάλογα με το από ποια σκοπιά θα τη δούμε. Είναι το αισθητό Εγώ, η φυσική όψη μαςꞏ το νοητό Εγώ, η υποκειμενική όψη μας, που μόνο εγώ ο ίδιος μπορώ να το αντιληφθώ, σαν την «ψυχή» του Πλάτωνα, μόνο που δεν είναι αθάνατο. Τις δύο αυτές όψεις τις έχουν και όλα τα ανώτερα ζώα. Οι άνθρωποι έχομε επιπλέον και το κοινωνικό Εγώ, τις σχέσεις μας με την κοινωνία, το έλλογο περιβάλλον μας δηλαδή. Το καθένα από αυτά έχει διαφορετικούς βαθμούς ελευθερίας.
Το νοητό Εγώ, έχει απεριόριστους βαθμούς ελευθερίας στηριζόμενο στη φαντασία που είναι μοναδική για τον καθένα. Μπορώ να φαντάζομαι τα πάντα, χωρίς υποχρεώσεις ούτε περιορισμούς. Κανένας και τίποτε δεν μπορεί να με αναγκάσει να φαντάζομαι οτιδήποτε ούτε με περιορίζει να μη φαντάζομαι ό,τι θέλω.
Τη στιγμή που γεννιέμαι, ενεργώ αποκλειστικά όπως ορίζουν τα φυσικά αντανακλαστικά με τα οποία γεννήθηκα, κι εννοώ πρωταρχικά εκείνα που ορίζουν τους αυτοματισμούς μου, που έχουν περιοδικότητα ανεξάρτητα από το περιβάλλον μου, όπως είναι η αναπνοή, ο θηλασμός, η ούρηση κλπ, αλλά και αισθητηριακές αντιδράσεις όπως η απομάκρυνση ενός επώδυνου ερεθίσματος. Από την πρώτη στιγμή αρχίζει ο μηχανισμός του σχηματισμού εξαρτημένων αντανακλαστικών στη βάση των φυσικών. Η συμπεριφορά μας όσο ζούμε, υπόκειται στους φυσικούς νόμους. Κάνω ό,τι μου επιτάσσουν και ενεργώ όπως με τη φαντασία μου θέλω ως ένα όριο, εκείνο στο οποίο με περιορίζουν οι φυσικοί νόμοι.
Οι φυσικοί περιορισμοί δεν παραβιάζονται. Δεν μπορώ να τους καλοπιάσω ούτε να βάλω μέσο για να τους παραβώ. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τους αντισταθμίσω κάπως επιστρατεύοντας άλλους, πάλι φυσικούς, νόμους. Αντιμετωπίζω το κρύο με τη φωτιά, την τριβή με τον τροχό κλπ.
Η αντιμετώπιση των φυσικών περιορισμών γίνεται χάρη στο κοινωνικό Εγώ μας. Γίναμε κοινωνία από τη στιγμή που επιβάλαμε περιορισμούς στους εαυτούς μας, βασικά διατροφικούς και γενετήσιους. Δηλαδή από τη στιγμή που οι Πρωτόπλαστοι βίωσαν την απαγόρευση του καρπού – και την ανυπακοή τους – και τους γενετήσιους περιορισμούς που εκδηλώθηκαν με την κάλυψη της γύμνιας τους με φύλλα συκιάς, λέει. Με άλλα λόγια, η δημιουργία βαθμών ελευθερίας στο αισθητό Εγώ μας έχει σοβαρό τίμημα, τη δημιουργία βαθμών ανελευθερίας στο κοινωνικό Εγώ μας. Σήμερα, ειδικεύομαι σε ένα τομέα, και μπορώ να κάνω κάτι που δεν μπορούν να κάνουν άλλοι, με τίμημα ότι για να απολαύσω ελεύθερα κάτι εξαρτώμαι από κάποιους άλλους ειδικούς.
Μετά τη γέννησή μας, στη νηπιακή ηλικία, είμαι εξαρτημένος από τους γονείς μου, τα ζώα ιδιαίτερα από τη μητέρα τους. Χωρίς αυτήν πεθαίνουν είτε από την πείνα είτε από την επιθετικότητα ποικίλων θηρίων. Αυτή είναι μια «ελευθερία» βιολογική, αφού απαντά σε όλα τα ανώτερα (θερμόαιμα σπονδυλωτά) ζώα. Με αντίστοιχη εξάρτηση του μικρού ζώου από το μεγάλο. Μετά την έναρξη της κοινωνικής ζωής, οι άντρες, χάρη στη μυϊκή υπεροχή τους έναντι των γυναικών, επιβάλλουν την πατριαρχία, με την οποίαν οι γυναίκες ανταλλάσσουν ένα μέρος της κοινωνικής ελευθερίας (υποταγή στους άντρες) με μια πιο άνετη βιολογική (πιο άκοπη εξασφάλιση διατροφής για την οποίαν φροντίζουν οι άντρες).
Μετά τη νηπιακή περίοδο, η κοινωνία επεμβαίνει πιο άμεσα με το σχολείο. Στις σύγχρονες κοινωνίες το σχολείο είναι υποχρεωτικό. Αν οι γονείς δεν θέλουν να το στείλουν στο σχολείο, τιμωρούνται. Στο σχολείο το παιδί αναπτύσσει νέα εξαρτημένα αντανακλαστικά, δηλαδή μαθαίνει, ό,τι η πολιτεία θέλει να μάθει. Θα συνηθίσει να είναι ένας υπάκουος πολίτης ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, ένας δημιουργός ή ό,τι άλλο. Τις περισσότερες γνώσεις που έχει αποκτήσει στο σχολείο θα τις ξεχάσει. Πολύ πιο δύσκολα θα ξεχάσει τις στάσεις που έμαθε να τηρεί απέναντι σε ποικίλα ερεθίσματα. Αν ο δάσκαλος τιμωρεί το μαθητή που δεν απομνημόνευσε ό,τι έλεγε το πρόγραμμα, σημαντικό μέρος από όσα έμαθε θα τα ξεχάσει, όχι όμως τόσο εύκολα το να μην υπακούει στο κελεύσματα της οποιασδήποτε εξουσίας.
Οι αναγκαστικές υποχρεώσεις όμως δεν σταματούν στις σχολικές όσο ό μέλλων πολίτης είναι ακόμη παιδί. Συνεχίζονται μόλις ενηλικιωθεί. Για ένα διάστημα (θητεία) θα υπηρετήσει την πατρίδα του (στις περισσότερες χώρες τουλάχιστον). Στο διάστημα της θητείας του, όπως όταν ήταν μαθητής, αναγκάζεται να κάνει ό,τι τον διατάζουν οι ανώτεροί του, αλλιώς θα τιμωρηθεί. Μετά την απόλυσή του, η κοινωνία εξακολουθεί να ασκεί πάνω του ποικίλους περιορισμούς, συνοδεύοντάς τους με ανάλογη ευθύνη και ανταπόδοση. Οι περιορισμοί είναι δύο ειδών κυρίως, επαγγελματικοί και πολιτικοί. Ως επαγγελματίας είναι υποχρεωμένος να εργάζεται για να προσφέρει αγαθά ή υπηρεσίες στους συμπολίτες του. Υποχρεωμένος σημαίνει ότι αν δεν το κάνει θα πεινάσει. «Εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω» (Παύλος). Ωστόσο, δεν τιμωρείται από την πολιτεία (κοινωνία). Και, αντίθετα από τη θητεία, μπορεί όποτε θέλει να σταματήσει ή να αλλάξει επάγγελμα. Όσον αφορά την πολιτική του δραστηριότητα μπορεί αυτή να είναι ημιυποχρεωτική. Π.χ. δεν υποχρεώνεται να θέσει υποψηφιότητα, αλλά μπορεί να απέχει από την ψηφοφορία, αν και το δικό μας Σύνταγμα επιβάλλει ποινές στον απέχοντα.
Στην υπερήλικη φάση της ζωής μας επανερχόμαστε σε μια κατάσταση που θυμίζει τη νηπιακή. Κανονικά ο υπερήλικος είναι συνταξιούχος, επομένως, όπως το νήπιο, δεν φροντίζει ιδιαίτερα για τη διατροφή του και λοιπά αναγκαία. Οι δυνατότητές του όμως είναι περιορισμένες. Ανεπάγγελτος, δεν προσφέρει τίποτε σημαντικό στην κοινωνία για να το ανταλλάξει με κάτι ιδιαίτερο που επιθυμεί και που το διαθέτουν άλλοι. Ακόμη, ανεπάγγελτος, έχει χάσει το ισχυρότερο μη βίαιο όπλο των εργαζομένων, την απεργία, για να επιδιώξει τα δικαιώματά του.
Η υποχρεωτική προσφορά στην πολιτεία, κατά τη θητεία του πολίτη, απαιτεί αντιστάθμισμα. Εξ όσων γνωρίζω, αυτό δεν υπάρχει σε καμιά σύγχρονη πολιτεία. Υπήρχε όμως στην αρχαία δημοκρατία. Στη θητεία του ο πολίτης ήταν υποχρεωμένος να εκτελεί ό,τι τον διέτασσαν. Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία όμως οι άρχοντες, βουλευτές και δικαστές, κληρώνονταν από το σύνολο των πολιτών αφού είχαν υπηρετήσει ως οπλίτες. Θα ερχόταν η στιγμή που θα κληρωνόταν ο πολίτης άρχοντας. Και τότε αυτός θα διέτασσε και οι υπόλοιποι θα υπάκουαν.
