germania simaia
Αίθουσα ΣύνταξηςΑπόψεις

Επανεξοπλισμός της Γερμανίας

Τον προβληματισμό του για τη θέση της Ευρώπης στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον και την ανάγκη στρατιωτικής ενίσχυσης της Γερμανίας καταθέτει σε άρθρο του ο Νίκος Κώτσης, συνδέοντας τις διεθνείς εξελίξεις με τις ιστορικές εμπειρίες της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Η κατάσταση, όπως την βιώνει σήμερα ο Γερμανός, θυμίζει αυτήν της περιόδου του μεσοπολέμου (την δημοκρατία της Βαϊμάρης), που έθρεψε τον ναζισμό και δημιούργησε την αιτία του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου.

Η Γερμανία είναι ίσως η πλέον ζημιωμένη χώρα από τους δύο πολέμους που βρίσκονται εν εξελίξει αυτή την στιγμή (ρωσο-ουκρανικός, αμερικανοϊσραϊλο-ιρανικός).

Η ευημερία αυτής της χώρας, παγκόσμιου γίγαντα όσον αφορά τις βιομηχανικές της επιδόσεις, εξαρτάται διαχρονικά από δύο πράγματα.

Πρώτον από την δυνατότητα προμήθειας ενεργειακών πόρων και πρώτων υλών (πετρελαίου, φυσικού αερίου, χάλυβα κοκ) που στηρίζουν την μεγάλη της βιομηχανική παραγωγή.

Δεύτερον από την δυνατότητα ο μεγάλος όγκος, των πράγματι ποιοτικών βιομηχανικών της προϊόντων, να εξάγονται και να καταναλώνονται στην διεθνή αγορά (είναι μία οικονομία καθαρώς εξαγωγική).

Αν οι διεθνείς συνθήκες (πόλεμοι, αυξημένες τιμές υδρογονανθράκων, προβλήματα στην λειτουργία των εμπορικών αλυσίδων, δολιοφθορές στους αγωγούς φυσικού αερίου [όπως έγινε στην Βαλτική, μάλλον από τους Ουκρανούς]) δημιουργούν προβλήματα, τόσο στην παραγωγή όσο και στην διακίνηση των προϊόντων της, τότε η οικονομία της Γερμανίας πάσχει.

Επίσης πάσχει όταν τα προϊόντα της δεν προωθούνται στην διεθνή αγορά, λόγω οικονομικής ύφεσης στις χώρες οι οποίες εισάγουν αυτά τα προϊόντα ή λόγω επιβολής αυξημένων δασμών (κάτι που καθιστά τα προϊόντα μη ανταγωνιστικά), όπως έγινε στην Αμερική προσφάτως με την οικονομική πολιτική του προέδρου Τραμπ.

Όταν συνυπάρχουν, σε διεθνές επίπεδο και σε ποικίλους συνδυασμούς, οι ως άνω συνθήκες (όπως συμβαίνει σήμερα) τότε η Γερμανία αισθάνεται σαν ένα «λιοντάρι σε κλουβί».

Η γερμανική οικονομία σε ασφυκτικό περιβάλλον

Στον μεσοπόλεμο (υπό συνθήκες ενεργειακής ασφυξίας που ασκούσαν τότε οι αποικιοκρατικές δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία) έσπασε τα σίδερα με τον ναζιστικό εθνικισμό και διεκδίκησε διέξοδο προς τις ενεργειακές πηγές, με επεκτατική πολιτική προς ανατολάς (Ρωσία) και προς την μέση ανατολή (στόχος Ιράκ, Λιβύη, Αραβική Χερσόνησος), χρησιμοποιώντας ως ενδιάμεσους σταθμούς τα Βαλκάνια, την Ελλάδα, την Αίγυπτο κοκ.

Οι «παμπόνηρες» παλαιόθεν αποικιοκρατικές δυνάμεις της Ευρώπης (κυρίως Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία), που λόγω της αποικιακής τους ανάπτυξης (εμπορικές-μεταπρατικές κατά βάσιν οικονομίες οι ίδιες εκείνη την εποχή) είχαν υπό τον έλεγχό τους τις ενεργειακές πηγές. Τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο  έβλεπαν με δυσπιστία και καχυποψία την υπεροχή δημιουργικότητας και παραγωγικότητας της γερμανικής οικονομίας, και βέβαια είχαν κάθε λόγο να επιχαίρουν από επιβραδύνσεις η αναστολές αυτής της υπεροχής. Το ίδιο έκαναν, και φαίνεται πως κάνουν ακόμη και σήμερα αναφορικά με την Γερμανία, οι ΗΠΑ ως νεο-αποικιακή δύναμη.

Όμως για την Ευρώπη τα πράγματα άλλαξαν έκτοτε πολύ. Η Γερμανία αποτελεί σήμερα την αδιαμφισβήτητη οικονομική ατμομηχανή της Ενωμένης Ευρώπης. Καθ’ όλη την διάρκεια, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, υπήρξε η κατεξοχήν χώρα της ευρωπαϊκής ηπείρου που θέσπισε, εφάρμοσε και εμπέδωσε το μοντέλο του κοινωνικού κράτους στην βάση μιας σοσιαλ-δημοκρατικής κοινωνικής πολιτικής (το SPD, επί δεκαετίες βρίσκονταν σε κυβερνητική θέση). Το μοντέλο αυτό (το οποίο ακολούθησαν στην συνέχεια και άλλες χώρες της βόρειας κυρίως Ευρώπης) βρήκε σε πολλά σημεία την χρυσή τομή μεταξύ των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας και των επιχειρήσεων-εργοδοσίας, και ιστορικώς αποτελεί ίσως την μοναδική παγκοσμίως περίπτωση επιτυχημένης (μερικής μεν, όχι άτολμης δε) εφαρμογής σοσιαλιστικής πολιτικής, υπό συνθήκες δημοκρατίας.

Από την άλλη πλευρά σήμερα ο γεωπολιτικός χάρτης του πλανήτη τίποτε δεν θυμίζει πλέον την εποχή του ψυχρού πολέμου και την διπολική διάταξη των στρατοπέδων. Νέοι γεωπολιτικοί παίκτες (Κίνα, Ρωσία, Ινδία, Βραζιλία) διεκδικούν όλο και μεγαλύτερο ρόλο στην κατανομή της διεθνούς ισχύος. Νέες πυρηνικές δυνάμεις (Κίνα Ινδία) προστέθηκαν στις παραδοσιακές (ΗΠΑ, Ρωσία [Πρώην ΕΣΣΔ], ΗΒ, Γαλλία) ενώ στην «πυρηνική χορεία» εισήλθαν και κάποιοι μικρότεροι παίκτες (Β.Κορέα, Πακιστάν, Ισραήλ ίσως).

Η ισορροπία του τρόμου έχει αναχθεί σε νέα κανονικότητα, ενώ η μεγάλη υπερατλαντική δύναμη (ΗΠΑ), η οποία μεταπολεμικά εγγυόνταν την ασφάλεια της Δυτικής Ευρώπης, αλλάζει άρδην τις γεωστρατηγικές της προτεραιότητες, προσανατολίζοντας το ενδιαφέρον της, στον δυτικό Ειρηνικό και στον ανταγωνισμό με την Κίνα.

Στα πλαίσια του νέου στρατηγικού της δόγματος υπονομεύει το ΝΑΤΟ, λοιδορεί και απαξιώνει τους «πρώην» προνομιακούς ευρωπαίους συμμάχους («τους αδειάζει κοινώς») και τους προτρέπει να κάνουν ό,τι μπορούν από μόνοι τους για την δική τους ασφάλεια.

Το δίλημμα της ευρωπαϊκής άμυνας

Η Ενωμένη Ευρώπη, υπό την σημερινή της μορφή, στον νέο παγκόσμιο ανταγωνισμό μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας κοκ, δεν έχει κανένα μέλλον. Αυτή την στιγμή εμφανίζεται, κατά οξύμωρο σχήμα, ως ένας οικονομικός (ακόμη) παγκόσμιος γίγαντας και ταυτοχρόνως ως ένας «στρατιωτικός νάνος». Και είναι αυτονόητο πως το επίπεδο της στρατιωτικής της ισχύος, στα πλαίσια του στρατιωτικού ανταγωνισμού, είναι εκείνο που θα καθορίσει μεσο-μακροπρόθεσμα τόσο την έκβαση του οικονομικού ανταγωνισμού όσο και την μελλοντική της θέση στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα.

Μία ενιαία Ευρωπαϊκή άμυνα, με πρώτους πυλώνες τις δύο πυρηνικές της δυνάμεις (ΗΒ, Γαλλία), μαζί με την στρατιωτική  ισχύ των μεσαίου μεγέθους χωρών (Ιταλίας, Ισπανίας) και όλων ημών των μικρότερων, και με μία πλήρως επανεξοπλισμένη και στρατιωτικά ισχυρή Γερμανία, αποκτά σημασία “επείγοντος χαρακτήρα”.

Αν δεν επανεξοπλιστεί η Γερμανία για να προσθέσει στην ενωμένη Ευρώπη, δίπλα στην οικονομική της ισχύ και την στρατιωτική της βαρύτητα (την οποία ταχύτατα μπορεί να αναπτύξει αν αρθούν οι τιμωρητικές ρήτρες από την ήττα στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο), τότε η Ευρώπη ως σύνολο θα συνεχίσει να παραμένει ένας οικονομικός γίγαντας (άγνωστο για πόσο ακόμη) αλλά ένας γεωπολιτικός νάνος, υπό διαρκή διακινδύνευση της οικονομικής της ευημερίας και του αξιοζήλευτου δημοκρατικού και κοινωνικού της κεκτημένου.

ΥΓ: Αξίζει να σημειωθεί πως στο οικονομικό πεδίο (και ως σύνολο) η Ευρώπη, ακόμη και στην σημερινή κακή συγκυρία, είναι χωρίς αμφιβολία μεγάλη οικονομική δύναμη (έξι φορές σχεδόν πιο ισχυρή οικονομικά από την Ρωσία, αθροιστικό ευρωπαϊκό GDP εξαπλάσιο της Ρωσίας), διαθέτει αθροιστικό ευρωπαϊκό GDP υπολειπόμενο κατά ελάχιστο από αυτό της Κίνας, είναι ισχυρότερη οικονομικά της Ιαπωνίας, παράγει πενταπλάσιο GDP από αυτό της Ινδίας κοκ (στοιχεία 2025). Ουσιαστικά είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη. Έχει όλες τις οικονομικές προϋποθέσεις για να καταλάβει και μία αντίστοιχη θέση και στο γεωστρατηγικό πεδίο.

Σχετικά άρθρα

Διαβάθμιση απειλών

Δημήτρης Σιδερής

Δεν είμαστε μόνοι

Προτεραιότητα η αεροπορική σύνδεση με Γερμανία