Βούληση είναι η έξοδος της νοητής υπόστασής μας. Διεγείρεται από κάποια αιτία, αλλά, ειδικά στους ανθρώπους και για κάποιο σκοπό. Μόνον οι άνθρωποι μπορούν να σχηματίζουν σκοπούς. Η βούληση αφορά την τροποποίηση του περιβάλλοντος έτσι που να συνάδει με την προσωπικότητα ή και ύπαρξη του ατόμου. Τα ζώα έχουν ικανότητες να προσαρμόζονται στις συνθήκες του περιβάλλοντός τους. Ειδικά όμως οι άνθρωποι επιπλέον προσαρμόζουν το περιβάλλοντός τους στις δικές τους συνθήκες. Τέτοια ικανότητα έχουν μόνο πολύ στοιχειωδώς τα υπόλοιπα ζώα, όπως όταν χτίζουν τη φωλιά τους. Την έχουν σε μέγιστο βαθμό τα κοινωνικά ζώα, όπως οι μέλισσες με την κηρήθρα τους, τα μυρμήγκια που σχηματίζουν τη φωλιά τους κλπ. Οι άνθρωποι όμως εκδηλώνομε τέτοια ικανότητα όχι μόνον απέναντι στο φυσικό, άλογο, περιβάλλον μας, αλλά και στο έλλογο, στην κοινωνία. Το «θέλω» μας αντιπαρατίθεται με το «πρέπει», που Είναι το «θέλω» της κοινωνίας.
Για να επιβάλει τη βούλησή του, ιδίως σε άλλους ανθρώπους, ο άνθρωπος χρησιμοποιεί ποικιλία μέσων. Αυτά κυμαίνονται από την απόλυτη βία ως τις ανεπαίσθητες επιδράσεις. Φυσικά, ό,τι ισχύει για κάθε άνθρωπο σε σχέση με το κοινωνικό περιβάλλον του ισχύει και για κάθε κοινωνία σε σχέση με τις υπόλοιπες κοινωνίες. Η πιο κοινή μορφή κοινωνικής βίας είναι ο πόλεμος. Γίνεται για ποικίλες αιτίες, ή, καλύτερα, δικαιολογίες: Για ιδεολογίες, θρησκείες, εδάφη με υπέργειο ή υπόγειο πλούτο, γλωσσικές επιβολές, για ό,τι βάλει καθένας στο νου του. Πίσω από όλες αυτές τις προφάσεις βρίσκεται αυτή καθαυτή η ουσία της κοινωνίας. Τα κοινωνικά ζώα μαζεύουν τροφές όχι μόνο για να χορτάσουν την πείνα που νιώθουν, αλλά και όταν δεν πεινάνε, για να τις αποθηκεύσουν έτσι που να μπορούν να τις χρησιμοποιούν όποτε υπάρχει ένδεια, από απρόβλεπτες συνθήκες (ξηρασία, πλημμύρες, παγετό κλπ). Τέτοιες γεμάτες αποθήκες είναι εύλογος στόχος για άλλες κοινωνίες από ζωντανά του ίδιου είδους. Ο πόλεμος είναι αναγκαστική συνέπεια της κοινωνικής οργάνωσης ενός είδους. Μέλισσες εναντίον μελισσών, μυρμήγκια εναντίον μυρμηγκιών, άνθρωποι εναντίον ανθρώπων.
Καθώς η αιτία των αντιπαραθέσεων είναι κρυμμένη πίσω από ποικίλες δικαιολογίες, συχνά αυτές παίρνουν όχι λογική μορφή, αλλά μορφή πίστης. Η λογική στηρίζει την επιστήμη, όπου αναζητείται μια αλήθεια εκεί όπου διασταυρώνονται το νοητό με το αισθητό, η θεωρία με την εμπειρία, η υπόθεση με την παρατήρηση. Η πίστη δεν έχει παρά μόνο νοητό μέρος. Η Αλήθεια της είναι απόλυτη, σημειακή, χωρίς σφάλμα, αιώνια. Αντίθετα η επιστημονική γνώση αποσκοπεί σε μια αλήθεια που περιβάλλεται από μια άλω σφάλματος, η οποία εξελίσσεται με το χρόνο, καθώς συρρέουν διαρκώς νέα σχετικά δεδομένα. Έτσι, «απόδειξη» της πίστης είναι ότι πηγάζει από μια αδιαμφισβήτητη αυθεντία, και ότι την αποδέχονται όλοι. Κάνω πόλεμο για να επιβάλω στους άλλους την πίστη μου. Είμαι σταυροφόρος ή τζιχαντιστής (τζιχάντ = ιερός πόλεμος) ή καθολικός εναντίον διαμαρτυρομένων τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου ή εικονοκλάστης εναντίον εικονολατρών για ένα αιώνα ή σιίτης εναντίον σουνιτών κλπ. Λέω λοιπόν στον άλλο: ή ομολογείς (δηλαδή ορκίζεσαι) την πίστη μου ή σε σκοτώνω. Εφόσον λοιπόν έχω την ισχύ, όλοι οι αντίπαλοί μου ομοπιστούν με εμένα και δεν μένει κανένας άπιστος. Και η βούληση όσων αλλαξοπίστησαν υποτάσσεται στη δική μου βούληση. Ένα μειονέκτημα της βίαιης επιβολής είναι ότι καταστρέφει το κατακτώμενο. Θέλω να κατακτήσω τη γειτονική χώρα, διότι έχει μεγάλο πλούτο. Κάνω πόλεμο, νικάω, αλλά, η βία που εφάρμοσα για να νικήσω κατέστρεψε τον πλούτο που λιμπιζόμουν. Έκανα πόλεμο για να αρπάξω ανθρώπους να τους κάνω δούλους. Ναι, αλλά 9 στους 10 έφτασαν ζωντανοί στον προορισμό τους. Η βία, τελικά, δεν είναι η πιο συμφέρουσα μέθοδος. Υπάρχει εναλλακτική λύση;
Στην κοινωνία επικοινωνούμε οι άνθρωποι κυρίως (όχι μόνο) με το λόγο, με λέξεις. Και, αρχίζοντας την εξειδίκευση, αρχίζουμε και την ιδιαίτερη ορολογία που οι μη ειδικοί δεν την πολυκαταλαβαίνουν. Σε τι διαφέρουν π.χ. λέξεις όπως στάση, εξέγερση, επανάσταση, τρομοκρατία; Ή λέξεις όπως αυτονομία, ανεξαρτησία ή δεν ξέρω ποιες άλλες; Η κοινωνική αναταραχή την εποχή του Ιουστινιανού που κατέληξε σε σφαγή δεκάδων χιλιάδων πολιτών ήταν, λέει, στάση, ενώ η δική μας αναταραχή σε μια γωνιά του κράτους της Οθωμανικής Αυτοκρατορία ήταν, λέει, Επανάσταση.
Η βία, γενικά καταδικαστέα, μπορεί, ωστόσο, να είναι νόμιμη. Εξορισμού νόμιμα μπορεί να εφαρμόζει βία μόνον η εξουσία ενός κράτους στους πολίτες του. Μπορεί όμως να αποφεύγεται, διότι στη βία ποτέ δεν μπορείς να είσαι απόλυτα βέβαιος ποιος θα επικρατήσει. Και τότε η εξουσία εφαρμόζει τη βούλησή της με το μαλακό. Χωρίς φυσικά να απεμπολεί το δικαίωμα της νόμιμης χρήσης βίας. Όπως είπαμε, πίσω από τέτοια βούληση μπορεί να υποκρύπτεται μια ιδεολογία. Ας πούμε δεξιά ή αριστερά, από τις πιο γνωστές μας. Μια αριστερή ιδεολογία επιδιώκει όλη η οικονομία να υπάγεται σε ένα κεφαλαιούχο, το κράτος. Επιχειρήθηκε και σε μεγάλο βαθμό απέτυχε. Ένας λόγος είναι ότι το κράτος είναι κύριος των μέσων παραγωγής, ενώ καθένας μένει ιδιοκτήτης των προσωπικών αντικειμένων του, της οδοντόβουρτσάς του, των παπουτσιών του κλπ. Φυσικά τα σύνορα δεν είναι πολύ σαφή. Το σπίτι που μένω είναι προσωπική περιουσία ή μέσο παραγωγής, αφού νοικιάζεται; Οι κρατικές επιχειρήσεις έχουν το μειονέκτημα ότι είναι συνήθως λιγότερο αποδοτικές. Οι ιδιωτικές ότι συνήθως δεν ικανοποιούν τις ανάγκες. Για παράδειγμα, ένα ιδιωτικό ταχυδρομείο μπορεί να αναπτύσσεται στα πλαίσια μιας πόλης μόνο και να είναι έτσι πιο φτηνό και ανταγωνιστικό από το δημόσιο που πρέπει να ικανοποιεί εξίσου και τους κατοίκους της «άγονης» γραμμής. Μια έξυπνη δεξιά κυβέρνηση λοιπόν κάνει τη μετάβαση από τη δημόσια στην ιδιωτική επιχείρηση με το μαλακό. Δεν σταματά τη δημόσια, αλλά την κάνει ανεπαρκή. Δεν απολύει υπαλλήλους, αλλά δεν προσλαμβάνει άλλους όταν κάποιοι συνταξιοδοτούνται. Με λιγότερο προσωπικό, οι ανάγκες των πολιτών δεν καλύπτονται ικανοποιητικά και από μόνοι τους αρχίζουν να ζητούν την ιδιωτική εξυπηρέτηση. Όλοι ικανοποιημένοι. Όλοι; Ασφαλώς, κάποιοι ιδιοκτήτες ιδιωτικών ταχυδρομείων και όσοι άλλοι έχουν συμφέροντα από αυτούς. Για ρωτήστε όμως και τους κατοίκους του Καστελόριζου ή της Γαύδου. Καμιά βία. Οι ίδιοι οι πολίτες το ζήτησαν, η πλειοψηφία τους τουλάχιστον. Οι λίγοι που μένουν ανικανοποίητοι, δεν πειράζει, είναι δεύτερης κατηγορίες πολίτες. Ας φύγουν από κει που μένουν και ας εγκατασταθούν σε πιο πολιτισμένα μέρη. Και τους τόπους τους ας τους αφήσουν χέρσους να τους καταλάβουν επίβουλοι γείτονες. Για το Καστελόριζο και τη Γαύδο θα μιλάμε τώρα;
