Η υπόσχεση – Μείνε ήσυχος
Ευτυχώς που δεν χρειάζεται μελάνι. Βοηθά η ηλεκτρονική γραφή. Για την απόσταση που χρειάζεται. Την απόσταση από το αίμα. Πήρες το όνομα του παππού. Ο μόνος. Δώρο Θεού. Ο μόνος και μόνος. Βαλκάνιος κατακτητής. Ασιγούρευτος μα τόσο σίγουρος. Με τη μαγιά του τσελιγκάτου. Με την δροσιά της γκορτσιάς στο Διάσελο. Με εφτά ζωνάρια Ντένισκο και γιαγιά Γραμμουστιάνα. Με ρίζες ρόμπουλου αστραποχτυπημένου. Με ψυχή βουνήσια. Με θέληση βράχου. Βαλκάνιος κατακτητής και πατητής συνόρων. Στα όρια των πραγμάτων. Σε συνεχή κατώφλια στοιχημάτων. Τα κέρδιζες όλα. Έχασες το ευκολότερο. Από περιφρόνηση του κινδύνου; Από ανεξάντλητη πίστη στη δύναμή σου; Τι σημασία; Έφυγες…
Όντας στην κορυφή έβλεπες κι άλλες κορυφές. Όλο κορυφές ήθελες να βλέπεις…
Δεν έλεγες πολλά. Έκανες πολλά. Ένα μονάχα έμεινε ανεκπλήρωτο. Όραμα και όνειρο. Χρέος και οφειλή. Το μοιράστηκες μαζί μου. Με συμπαρέσυρες. Προχωράτε κι εγώ είμαι εδώ. Πού είσαι; Σχεδιάσαμε το πρώτα βήματα. Τα μικρά και εύκολα. Αν κι εσύ όλα εύκολα τα έβλεπες. Και δεν ήταν η οικονομική σου δύναμη. Ήταν το ψυχικό σου σθένος και η αίσθηση του χρέους και της ευθύνης. Είχα πολλές επιφυλάξεις για το μεγάλο σου όραμα. Το απέτρεψα μια φορά μα πειστικά επιχειρήματα για τις αντικειμενικές προϋποθέσεις. Αυτή τη φορά ήσουν αποφασισμένος. Μου μίλησες για μια καθοριστική συνάντηση και προχωράμε…
Βασίλης Νιτσιάκος
(Για το όραμα το σχετικό με τη γλώσσα της μακραίωνης ιστορίας των Βλάχων)
«Ω! λέλε» ή η διαλεκτική της μνήμης και της λήθης
«Ω, παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω πως θα σε συναντήσω σε κάποιο όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο, όταν όλα θα έχουν χαθεί».
Τάσος Λειβαδίτης «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου».
Το 2020 βρίσκεται στην ανατολή του. Η πανδημία κοντοζυγώνει σε τούτη τη μικρούτσικη κουκίδα του χάρτη. Η Γιουνάν γίνεται γνωστή κι οι άνθρωποι που κυκλοφορούν στους δρόμους της μακρινής χώρας με χειρουργικές μάσκες, γίνονται θέαμα στους ανυποψίαστους πολίτες όλου του κόσμου.
Στα Γιάννενα έχουν ήδη γιορτάσει τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά με όνειρα. Στις πρωτοχρονιάτικες πίτες κερδίζονται φλουριά και στα ορεινά πέφτει χιόνι πυκνό. Στο Γράμμο το έχει παγώσει κιόλας. Οι κυνηγοί δεν πτοούνται.
Ο ασυμβίβαστος Θόδωρος Νιτσιάκος χαράματα στις 10 του Γενάρη ξεκινά τον μοιραίο ανηφορικό του δρόμο για την Αετομηλίτσα, το χωριό του. Καρτέρι στο Γράμμο. Η πρωτοχρονιάτική πίτα είναι το πρόσχημά του.
Γεμάτος από την οικογενειακή ζωή που έχει φτιάξει και που έχει πάρει νέα τροπή αυτά τα Χριστούγεννα με επί πλέον μέλη στην οικογένεια, προσβλέπει σε ένα καλύτερο αύριο και γι΄αυτό εργάζεται, όπως πάντα. Αυτή είναι η παρακαταθήκη του.
Είναι πανευτυχής. «Είναι τα πιο ωραία Χριστούγεννα της ζωής μου», τους λέει.
Πάνε δυο χρόνια από κείνο το δευτερόλεπτο της μοιραίας στιγμής στην παγωμένη στροφή. Ωι! λέλεμ’ λέλεμ… θρηνεί κι η μάνα με το μοιρολόι της από ψηλά.
Ο Θόδωρός της φρόντισε με τον δικό του καθοριστικό, γόνιμο τρόπο, να περάσει στην οικογένειά του την ενότητα, την αγάπη για δράση, αλλά και το πάθος του για το όραμα. Το μεγαλύτερο κατόρθωμα του ίδιου είναι ότι κατάφερε ώστε ο θάνατός του, να γίνει γέφυρα για μια καινούρια αρχή. Χωρίς εκείνον, μαζί με εκείνον.
Κι η Μαίρη, η μάνα των παιδιών του, αφού περνά μια περίοδο σιωπής, άφατου πόνου για το ξαφνικό της απώλειας, θύμησης για όλα όσα έφτιαξαν οι δυο τους- τα δύσκολα και τα εύκολα της πολυκύμαντης ζωής τους – ευγνωμοσύνης για την εξασφάλιση των παιδιών, αλλά και ηθελημένης θεραπευτικής λήθης, προσπαθεί να συναντήσει και πάλι τη ζωή. Δυο χρόνια μετά. Μαζί μας, μαζί με τους φίλους, τους πραγματικούς.
Λουκία Τζάλλα
