Η Ιδιοκτήτρια κρατούσε ένα μισοφαγωμένο τοστ και το κοιτούσε με την έκφραση ανθρώπου που έχει μόλις αμφισβητήσει την ίδια τη δομή του Σύμπαντος.
«Δεν με ενδιαφέρει το πρωινό», ανακοίνωσε. «Δεν με ενδιέφερε ποτέ. Όλη μου τη ζωή με αναγκάζουν να φάω το πρωί επειδή ο ήλιος ανατέλλει. Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει το ένα με το άλλο.»
Κοιταχτήκαμε. Δηλαδή η ιδιοκτήτρια με κοιτούσε και κοιτούσε να δει αν την κοιτούσα.
Την κοιτούσα.
Γιατί η Μεγαλειότητά της, χωρίς να το γνωρίζει και κατά πάσα πιθανότητα χωρίς να το επιθυμεί, είχε μόλις διατυπώσει με μεγάλη σαφήνεια μια θέση που για χίλια χρόνια τη συμμεριζόταν το σύνολο του δυτικού Χριστιανισμού, πολλοί Έλληνες φιλόσοφοι, και ένας αρκετά εκνευρισμένος Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης.
Της το είπαμε.
Έλαμψε. «Ωραία», είπε. «Χαίρομαι που όλοι αυτοί οι φιλόσοφοι συμφωνούν μαζί μου. Για λέγε περισσότερα…»
Της εξηγήσαμε ότι το ζήτημα του πρωινού είναι, ίσως απρόσμενα, ένα από τα πιο τραβηγμένα στο χρονικό τους μήκος γεύματα της ανθρώπινης ιστορίας. Το πρωινό υπήρξε αμαρτία, ταπείνωση, επέφερε εξορία, προκάλεσε επανίδρυση, διέπραξε προπαγάνδα, και έγινε τελικά ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα διαφημιστικής χειραγώγησης του εικοστού αιώνα. Κι όλα αυτά για ένα κομμάτι ψωμί που, για λόγους ηθικής, υγιεινής, τάξης ή κέρδους, κάποιος έκρινε ότι όφειλε ή δεν όφειλε να μπει στο στόμα της.
«Για λέγε νέε μου», είπε ξανά. Είχε αφήσει το τοστ.
Κι έτσι, Αγαπημένε μας αναγνώστη, μαζί με την Ιδιοκτήτρια, θα έχεις κι εσύ τη χαρά να ακούσεις μια σύντομη ιστορία του πρωινού!
Τηγανίτες και κρασί
Στην αρχαία Ελλάδα το πρωί δεν τρώγαμε. Πίναμε. Η αρχαία λέξη για το πρωινό γεύμα ήταν ακρατισμός, και προερχόταν από τον άκρατο οίνο, δηλαδή το κρασί χωρίς νερό. Ο ακρατισμός ήταν λοιπόν, η παπάρα ενός κομματιού κριθαρένιου ψωμιού σε κρασί. Αν είχες όρεξη για κάτι παραπάνω, πρόσθετες ένα ξερό σύκο ή λίγες ελιές. Αν είχες όρεξη για πολύ παραπάνω, σου έφτιαχναν τηγανίτες, ναι, ακριβώς αυτό που βλέπεις στο νου σου, ένα είδος ζύμης ψημένης σε τάγηνον, δηλαδή σε τηγάνι. Η λέξη τηγανίτης μαρτυρείται από τον πέμπτο αιώνα π.Χ. στους ποιητές Κρατίνο και Μάγνη. Άλλος τύπος ονομαζόταν σταιτίτης, από τη λέξη στάις που σήμαινε αλεύρι όλυρας, και ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές του τον περιγράφει με μέλι, σουσάμι και τυρί από πάνω. Με άλλα λόγια οι αρχαίοι Έλληνες, εδώ και δυόμισι χιλιάδες χρόνια, έτρωγαν για πρωινό τηγανίτες με μέλι. Είναι ωραίο να ξέρει κανείς ότι έχει αλλάξει λιγότερα πράγματα από όσα νομίζει.
Οι Ρωμαίοι το πρωινό τους το έλεγαν ientaculum. Περιλάμβανε ψωμί, τυρί, ελιές, σταφίδες, και ό,τι κρέας είχε περισσέψει από το βραδινό. Συνοδευόταν συνήθως από κρασί, καμιά φορά αναμειγμένο με μέλι και μπαχαρικά, που το έλεγαν mulsum. Δεν υπάρχει συμφωνία ως προς το πότε ακριβώς το έτρωγαν. Ο Μαρτιάλης γράφει ότι το ientaculum γινόταν στις τρεις ή τις τέσσερις τη νύχτα, ενώ ο λόγιος του δέκατου έκτου αιώνα Κλάουδιος Σαλμάσιος υποστηρίζει ότι γινόταν στις εννέα ή δέκα το πρωί. Η ανθρωπότητα, με άλλα λόγια, δεν έχει συμφωνήσει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια ούτε καν το πότε είναι πρωί.

Υπήρχε εν τω μεταξύ ακόμη και ο Αριστοτέλης, ο οποίος είχε γνώμη και για αυτό το θέμα, όπως και για όλα τα άλλα. Έγραφε ότι το να τρώει κανείς πολύ το πρωί, και να ξανατρώει σύντομα μετά, είναι σημάδι λαιμαργίας και αμετροέπειας. Ο Αριστοτέλης γενικά πίστευε ότι η εγκράτεια ήταν η μήτρα των αρετών. Είναι όμως ιδιαίτερα κωμικό να σκεφτεί κανείς ότι, αν ο Αριστοτέλης ζούσε σήμερα και επισκεπτόταν ένα οποιοδήποτε ξενοδοχείο πέντε αστέρων στις δέκα το πρωί, θα κατέρρεε στον μπουφέ.
Όμως το πιο διάσημο πρωινό ήταν ο κυκεώνας. Λεγόταν κυκεών, από το ρήμα κυκάω, που σημαίνει «ανακατεύω». Επρόκειτο για ένα παχύρευστο μείγμα από κριθάλευρο, νερό και διάφορα μυρωδικά, το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες κατανάλωναν από το πρωί ως πηγή ενέργειας για τη μέρα. Ήταν, για να το διατυπώσουμε με σύγχρονους όρους, ένα είδος πρωινού smoothie προ Χριστού.
Δεν υπήρχε μία και μοναδική συνταγή. Ο κυκεών των αγροτών και των αθλητών της Ολυμπίας ήταν λιτός, νερό και κριθάλευρο με λίγο φλισκούνι από πάνω. Ο κυκεών των Ομηρικών ηρώων ήταν πλουσιότερος. Στην Ιλιάδα, στο ενδέκατο βιβλίο, η Εκαμήδη ετοιμάζει για τον Νέστορα και τον Πάτροκλο έναν κυκεώνα με Πράμνειο οίνο, τριμμένο κατσικίσιο τυρί και λευκό κριθάλευρο, ανακατεμένα μαζί. Στην Οδύσσεια, στο δέκατο βιβλίο, η Κίρκη προσθέτει στην ίδια βάση μέλι και μια συγκεκριμένη βοτανική προσθήκη, και μετατρέπει με αυτή τη συνταγή τους ναύτες του Οδυσσέα σε χοίρους.
Αν μάλιστα ήσουν τυχερός, αγαπημένε μας αναγνώστη, ίσως στο σιτάρι που χρησιμοποιούσες να υπήρχε λίγο ερυσιβώδης όλυρα, ένα μύκητας του σιταριού, η οποία περιέχει αλκαλοειδή ψυχοδραστικά συγγενή του LSD, εάν καταλαβαίνει τι εννοώ!
Πρωινό ως αμαρτία
Στον δυτικό Μεσαίωνα το πρόβλημα του πρωινού δεν αφορούσε πια το τι έτρωγες αλλά το αν έπρεπε καν να φας. Ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης που επηρέασε αιώνες θεολογίας, στη Summa Theologica που έγραψε γύρω στα 1265 με 1274, αφιερώνει μια ολόκληρη συζήτηση στο λεγόμενο praepropere, την «πρόωρη βρώση», και την κατατάσσει στις παραλλαγές της λαιμαργίας. Αν τρως πριν να είναι ώρα να φας, μας λέει ο Ακινάτης, παραβιάζεις την αρετή της εγκράτειας. Η εγκράτεια ήταν, στη μεσαιωνική σκέψη, μια θεμελιώδης χριστιανική αρετή. Άρα το πρωινό ήταν, με κάποια ευγενική στρογγυλεμένη διατύπωση, αμαρτία.

Η Καθολική Εκκλησία ενέκρινε αυτή τη θέση και τη βελτίωσε με μια ιδιαίτερα κωμική προέκταση. Σύμφωνα με τη λογική των μεσαιωνικών ηθικολόγων, αν κάποιος έτρωγε πρωινό πιθανότατα είχε και άλλες λάγνες ορέξεις, ίσως σχετικές με την μπύρα ή το κρασί, ή και για χειρότερα, Θεός φυλάξει, πράγματα. Η αλυσίδα αιτιότητας πήγαινε κάπως ως εξής. Φαγητό το πρωί υποδείκνυε αδυναμία ελέγχου της όρεξης. Αδυναμία ελέγχου της όρεξης υποδείκνυε αδυναμία ελέγχου των παθών. Άρα ο άνθρωπος που έτρωγε πρωινό ήταν, πιθανότατα, και ηθικά ξεπεσμένος.
Το πρωινό επιτρεπόταν σε λίγες κατηγορίες ανθρώπων. Στους εργάτες, που είχαν ανάγκη ενέργειας. Στους αρρώστους, που είχαν ανάγκη φαγητού. Στα παιδιά, που δεν είχαν αναπτύξει ακόμη την ικανότητα της αυτοσυγκράτησης. Στους ηλικιωμένους, που είχαν εν πολλοίς ξεμείνει από αμαρτίες. Σε όλους τους υπόλοιπους, η ηθική επιταγή ήταν να φάνε γύρω στο μεσημέρι ένα γεύμα που ήταν τότε το πρώτο επίσημο γεύμα της ημέρας, και αργότερα ένα πιο ελαφρύ δείπνο. Στους ευγενείς που έτρωγαν πρωινό κρυφά, η εξομολόγηση το συγχωρούσε.
Υπήρχε μία ευτυχής εξαίρεση. Όταν κάποιος ευγενής ταξίδευε, το πρωινό επιτρεπόταν για πρακτικούς λόγους. Όταν ένας βασιλιάς ταξίδευε, το πρωινό αποκτούσε σαφώς πιο δραματικές διαστάσεις. Τον Μάρτιο του 1255, σύμφωνα με τα αρχεία, ο βασιλιάς Ερρίκος Γ’ της Αγγλίας έκανε στάση στο αββαείο του Αγίου Αλβανού, και η αυλή του παρέλαβε για τις πρωινές του ώρες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού χίλια πεντακόσια δώδεκα γαλόνια κρασί, δηλαδή κάπου πέντε χιλιάδες επτακόσια λίτρα. Αν αυτό δεν είναι πρόωρη βρώση, δύσκολα ορίζεται η έννοια.
Από τα δύο γεύματα στα τρία

Από τον δέκατο έκτο αιώνα και μετά κάτι αρχίζει να αλλάζει. Το πρωινό σταματά να είναι ένδειξη χαμηλής τάξης, και γίνεται σταδιακά αποδεκτό σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Παραμένει όμως απλό. Ψωμί, λίγη μπύρα ή κρασί, ίσως λίγο κρύο κρέας ή τυρί. Στην Αγγλία του δέκατου έβδομου αιώνα, το πρωινό ήταν μια λιτή υπόθεση πέντε λεπτών, που γινόταν συνήθως όρθια. Στη Γαλλία η νέα λέξη για το γεύμα του μεσημεριού, déjeuner, σήμαινε ακριβώς αυτό που έλεγε, «αφαίρεση της νηστείας». Όταν αργότερα προστέθηκε ένα μικρότερο γεύμα νωρίτερα, ονομάστηκε petit déjeuner, δηλαδή «μικρή αφαίρεση της νηστείας», παρά το γεγονός ότι με αυτό αφαιρούνταν η νηστεία. Εντάξει, ίσως αφαιρούνταν λίγο, και μετά, με το καλό γεύμα, αφαιρούνταν περισσότερο. Αυτά είναι εκκλησιαστικά μαθηματικά, πού να ξέρουμε!
Η Βιομηχανική Επανάσταση τα άλλαξε όλα. Όταν οι εργάτες έπρεπε να φτάσουν στο εργοστάσιο στις έξι το πρωί, το πρωινό έπαψε να είναι θέμα ηθικής συζήτησης και έγινε θέμα ωραρίου. Όλος ο πληθυσμός των πόλεων άρχισε να τρώει την ίδια ώρα, όπως και να δουλεύει την ίδια ώρα, και όπως να σχολάει με το ίδιο εργοστασιακό κουδούνι. Η ηθική του πρωινού, που είχε απασχολήσει την Καθολική Εκκλησία για επτακόσια χρόνια, ηττήθηκε με αξιοπρέπεια από το ρολόι.
Το βικτωριανό πρωινό

Όταν ο δέκατος ένατος αιώνας προχώρησε και τα μεσαία στρώματα στην Αγγλία πλούτισαν, το πρωινό μετατράπηκε από αναγκαίο κακό σε καθεστώς δημόσιας επίδειξης. Το λεγόμενο full English breakfast, που πολλοί φαντάζονται σήμερα ως μεσαιωνικό κατάλοιπο, είναι στην πραγματικότητα μια βικτωριανή κατασκευή. Επάνω στο τραπέζι του αστού της Αγγλίας του 1870 υπήρχε μια ολόκληρη σειρά ασημένιων σκευών που περιείχαν αυγά, μπέικον, λουκάνικα, καπνιστές ρέγγες, νεφρά μαριναρισμένα, φρυγανισμένο ψωμί, μαρμελάδα από πορτοκάλι, και μία μεγάλη τσαγιέρα. Ολόκληρο το γεύμα είχε το φιλόδοξο όνομα breakfast, δηλαδή, και πάλι, το σπάσιμο της νηστείας, και ένας Μεσαιωνικός μοναχός που θα έπεφτε πάνω του θα είχε ταυτόχρονα ζαλιστεί από τη μυρωδιά και βεβαιωθεί ότι η Αποκάλυψη ήταν πια πολύ κοντά.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες της ίδιας περιόδου το πρωινό ήταν εξίσου εντυπωσιακό. Μπέικον, αυγά, ντόνατς, πίτες, καφές. Η ιστορία της Νέας Υόρκης του δέκατου ένατου αιώνα είναι γεμάτη εστιατόρια που σερβίρανε πρωινό από τα ξημερώματα, για να ταΐσουν εργάτες, εφημεριδοπώλες, ιερείς, και ασθενείς συναλλάγματος. Όλο αυτό όμως άρχισε να φθίνει στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Η μετάβαση σε λιγότερο χειρωνακτικά επαγγέλματα και η μόδα του λεπτού σώματος έσπρωξαν το πρωινό προς το ευρωπαϊκό μοντέλο, δηλαδή μια φέτα ψωμί, ένα ποτήρι χυμό πορτοκαλιού και έναν καφέ. Στις αρχές του 1925 το πρωινό στην Αμερική ήταν, για πρώτη φορά μετά από έναν αιώνα, ξανά απλό.
Εδώ μπαίνει ο Έντουαρντ Μπερναίη.
Ο ανιψιός του Φρόυντ και τα τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια χαρτονομίσματα
Στην Beech-Nut Packing Company, μια αμερικανική εταιρεία τροφίμων με προϊόντα που ποικίλαν από τσίχλες μέχρι φυστικοβούτυρο, υπήρχε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα. Η αποθήκη με το μπέικον γέμιζε ταχύτερα απ’ όσο άδειαζε. Πολύς κόσμος είχε αρχίσει να τρώει ελαφρύ πρωινό, και το μπέικον δεν πουλούσε. Η εταιρεία ανέθεσε λοιπόν τη λύση σε έναν νεαρό σύμβουλο δημοσίων σχέσεων αυστριακής καταγωγής, ο οποίος έτυχε να είναι ανιψιός του Σίγκμουντ Φρόυντ. Λεγόταν Έντουαρντ Μπερναίη.
Ο Μπερναίη θεωρείται σήμερα ο πατέρας των σύγχρονων δημοσίων σχέσεων, και τέτοιους τίτλους τους δίνουμε συνήθως σε ανθρώπους που έχουν στην πραγματικότητα κάνει την ανθρωπότητα να συμπεριφέρεται αλλιώς από ό,τι θα συμπεριφερόταν αν τους είχαν αφήσει στην ησυχία τους.
Δεν δημιούργησε καμία διαφημιστική καμπάνια, δεν μοίρασε προσπέκτους, δεν έκανε γευστικές δοκιμές σε μαγαζιά. Αντίθετα, πήγε στον γιατρό εργασίας του, δηλαδή στον γιατρό που το διαφημιστικό του γραφείο διατηρούσε για κάποιο λόγο εσωτερικά. Τον ρώτησε, με ύφος ανθρώπου που σκέφτεται απλώς δυνατά, αν ένα χορταστικό πρωινό θα ήταν πιο υγιεινό από ένα ελαφρύ. Ο γιατρός σκέφτηκε για λίγο, και απάντησε ότι ναι, ένα πιο χορταστικό πρωινό αναπληρώνει την ενέργεια που έχει χάσει το σώμα τη νύχτα. Ο Μπερναίη τότε του ζήτησε να γράψει στους πέντε χιλιάδες πιο κοντινούς του φίλους γιατρούς, ρωτώντας τους αν συμφωνούν. Τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιοι από αυτούς απάντησαν θετικά.
Πέντε χιλιάδες γιατροί που δέχονται να απαντήσουν σε ερώτημα ταχυδρομικά σε λιγότερο από μήνα είναι ήδη ένα αξιοθαύμαστο επίτευγμα της αμερικανικής γραφειοκρατίας του 1925. Τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιοι από αυτούς που συμφωνούν με μια συγκεκριμένη γραμμή είναι ένα ακόμη πιο αξιοθαύμαστο επίτευγμα της επιστημονικής ομοψυχίας. Ο Μπερναίη έστειλε τα αποτελέσματα σε εφημερίδες σε ολόκληρη την Αμερική, και οι εφημερίδες δημοσίευσαν, χωρίς ιδιαίτερη ανησυχία, τίτλους όπως «Τέσσερις χιλιάδες πεντακόσιοι γιατροί συνιστούν χορταστικό πρωινό για την υγεία του αμερικανικού λαού». Σε πολλά από τα άρθρα, εντελώς συμπτωματικά, αναφερόταν ότι το μπέικον με αυγά αποτελεί την ιδανική περίπτωση χορταστικού πρωινού. Μέσα σε έξι μήνες οι πωλήσεις μπέικον της Beech-Nut είχαν εκτοξευθεί.
Σήμερα, εκατό χρόνια αργότερα, περίπου το 70% του μπέικον που καταναλώνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες τρώγεται για πρωινό. Η ίδια λογική, του «να ρωτήσουμε ειδικούς να επιβεβαιώσουν αυτό που θέλουμε να ισχύει», έχει επαναληφθεί έκτοτε αμέτρητες φορές, για το βόειο κρέας, το χοιρινό, τη φθορίωση του νερού, τα ποτήρια μιας χρήσης, και σε άλλες δραστηριότητες όπου ο Μπερναίη επίσης βοήθησε. Το σημαντικότερο που έκανε όμως ήταν το πρώτο, αυτό με το μπέικον. Γιατί απέδειξε ότι ένα ολόκληρο γεύμα, αυτό που έτρωγε εκατομμύρια οικογένειες κάθε πρωί, μπορούσε να επανασχεδιαστεί από έναν άνθρωπο σε ένα γραφείο.
