Ίσως αυτό το άρθρο δεν λέει πολλά σε ορισμένους από τους νεότερους αναγνώστες μας, αλλά οι δύο άνθρωποι που μνημονεύει είναι ψηφίδα στην ιστορία της πόλης. Ας το διαβάσουν λοιπόν κι οι νεότεροι. Αν μη τι άλλο, σαν αφορμή για να κοιτάνε πιο προσεκτικά τους ανθρώπους γύρω τους. Δεν φαντάζονται πόσο γρήγορα το σήμερα γίνεται απόηχος και χάρτινη μνήμη. Το νομίζεις στην άκρη του χεριού σου, και πριν το καταλάβεις τεντώνεσαι και δεν το φτάνεις.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 ο Τόλης Ρούσσης και ο Χάρης Αναστασίου είχαν φτιάξει ένα αχτύπητο δίδυμο στο ουζερί «Σούσουρο», πίσω από την Ακαδημία. Το 1997 σε ένα άρθρο του – περιήγηση στους χώρους με ζωντανή μουσική στα Γιάννενα, ο Γιώργος Κοκκώνης, σημείωνε (περιοδικό Μικρόπολις, τ. 3): «πρόκειται για μικρό χώρο, που μπορεί κανείς ν’ ακούσει καλή λαϊκο-ρεμπέτικη μουσική χωρίς πολλούς νεωτερισμούς και, το σημαντικότερο, σε υποφερτά ντεσιμπέλ».
Ο Τόλης ήταν αυτοδίδακτος. Αγαπούσε το μπουζούκι και τα ρεμπέτικα. Δεν ήταν Γιαννιώτης, στα Γιάννενα είχε έρθει 15 χρονών από την Καρδίτσα, με τον επιπλοποιό πατέρα του. Στην αρχή δούλεψε πλάι του, αλλά μετά τα τριάντα του άρχισε να εργάζεται επαγγελματικά σαν μουσικός. Έλεγε στον Γιώργο Κοκκώνη, σε μια συνέντευξη το Φεβρουάριο 1998 (πάλι στο Μικρόπολις, τ. 10) «όταν ήμουν δέκα χρονών (σ.σ. γύρω στο 1955 δηλαδή) άρχισα να παίζω τα τραγούδια που ακούγαμε τότε, τα παλιά ρεμπέτικα, Τσιτσάνη, Βαμβακάρη. Τότε άρχιζε το λαϊκό, που διαφέρει και στον στίχο, αλλά και τον ήχο, πχ. το ‘Έμαθα πολλά μικρό μου’ βγαίνει μέσα από την ψυχή».
Η Φραγκοσυριανή ήταν ξεχασμένη
-Πώς ήταν η κατάσταση στα Γιάννενα το ‘78; τον ρώτησε ο Κοκκώνης.
«Τότε υπήρχαν κυρίως τα μαγαζιά που λέμε ‘μπουζούκια’, με τραγουδίστριες κλπ., όπου παίζονταν τα σουξέ της εποχής και κάποια λίγα παλιά, γιατί η νοοτροπία του κόσμου που πήγαινε στα μπουζούκια δεν ήθελε το παλιό ρεπερτόριο, ‘Φραγκοσυριανή’ κλπ. αυτό ήταν ξεχασμένο. Το πρόγραμμα ξεκίναγε μεσάνυχτα με μία η ώρα, το μπουκάλι, τα λουλούδια, το σπάσιμο, τα γνωστά, μέχρι το πρωί».
-Δεν υπήρχε ούτε ένα ρεμπετάδικο; Κανένα κουτούκι;
«Όχι (…) Μετά το ‘85 ξεκίνησε από την Αθήνα να ανεβαίνει το παλιό τραγούδι, το ρεμπέτικο. Ξεκίνησαν ορισμένα μαγαζάκια κι εδώ, αυτό που τώρα είναι το Μοσκέτο, ένα άλλο μετά στην Πλατεία Πάργης (σ.σ. εννοεί τον υπόγειο Καϊξή, μάλλον) και άλλα με καλούς μουσικούς, ντόπιους. Για να ζήσω είχα παίξει κι εγώ στα μπουζουξίδικα, αλλά έφυγα μόλις άνοιξαν τα ρεμπετάδικα, γιατί με τραβούσε το παλιό».
Χάρη στους φοιτητές
-Τι κοινό πήγαινε στα ρεμπετάδικα;
«Πάρα πολλοί φοιτητές. Ήταν μαγαζιά που ήταν προσιτά και ως προς το οικονομικό. Γι’ αυτό και στα Γιάννενα θα μπορούσε ένα ρεμπετάδικο με σταθερή γραμμή να επιζήσει».
-Εσύ θα έπαιζες σε σκυλάδικα;
«Αν είμαι άνεργος, θα κάνω αναγκαστική προσγείωση, αλλά ο χώρος μου είναι άλλος… Δεν θέλω να προδίνω το ρεμπέτικο, αλλά δεν κατακρίνω και κανέναν».
-Είπες τη λέξη προδίνω. Τι εννοείς; Γιατί η λέξη αυτή δεν αντιπροσωπεύει και πολύ τους σημερινούς μουσικούς.
«Εννοώ ότι δεν θέλω να τα χαλάω τα τραγούδια. Θέλω να τα παίξω από την αρχή ως το τέλος, να σεβαστώ την ευαισθησία του καλλιτέχνη, το ύφος, τον τονισμό, χωρίς περιττά πράματα».
Διδάσκεται η ευαισθησία;
-Η λαϊκή μουσική μπορεί να διδαχθεί σε νέους που δεν την έχουν βιώσει από πρώτο χέρι;
«Μπορείς να διδάξεις τους δρόμους, αλλά όχι την ευαισθησία και την υπομονή, πρέπει να τις έχει το παιδί»…
Είχε άραγε δίκιο ο Τόλης; Ίσως, αλλά η ευαισθησία είναι και επίκτητο αγαθό, ανάλογα με το περιβάλλον που μεγαλώνει κάποιος. Το σίγουρο είναι ότι ο Τόλης πίστευε απόλυτα αυτό που έλεγε. Αν χρειάζεται απόδειξη, ακούστε τον να ερμηνεύει τις «χάρτινες σκάλες» των Γιάννη Γαβαλά – Βαγγέλη Ατραΐδη και αποφασίστε μόνοι/ες σας.
Από το Σούσουρο και μετά, ο Τόλης Ρούσης είχε γίνει δίδυμο με τον Χάρη Αναστασίου. Αλλιώς τον είχα γνωρίσει τον Χάρη, ηθοποιό στο ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων και το Πολυθέαμα (το ξεκίνημά του στον ΟΗΘ δεν το είχα προλάβει) κι αλλιώς τον συνάντησα ξαφνικά στα τραπέζια του Σούσουρου, πλάι στον άγνωστο ως τότε σε μένα, Ρούσση.
Ήταν τόση η έλξη που μου ασκούσαν, που για μεγάλο διάστημα τράβαγα εκεί συχνά την παρέα μου. Πρώτη και μάλλον τελευταία φορά στη ζωή μου που ακολουθούσα δύο μουσικούς.
Το πέρασμα στον ενισχυτή
Ένα χρόνο αργότερα, το Σούσουρο που ξέραμε έκλεισε και το δίδυμο μετακινήθηκε στη Δομπόλη, απέναντι από το παλιό Πανεπιστήμιο. Η σκηνή στο νέο Σούσουρο ήταν διαφορετική, η αγάπη του κόσμου, ίδια. Έγραψα τότε στον Ηπειρωτικό Αγώνα (12.12.98): «Για όσους είχαν συνηθίσει στο παλιό, θα βρούνε το νέο Σούσουρο πολύ μεγάλο. Βεβαίως αυτό έχει τα θετικά, αλλά έχει και τα αρνητικά του. Σε ένα μεγάλο χώρο αναγκάζεσαι να στήσεις ηχητική εγκατάσταση για να τον καλύψεις, όπως και τις ομιλίες τόσων θαμώνων. Οι οποίοι με τη σειρά τους μιλούν πιο δυνατά για να ακουστούν στην παρέα τους πάνω από τον ενισχυτή, οπότε ο ήχος πρέπει να ανέβει ακόμα πιο δυνατά -φαύλος κύκλος έντασης και ντεσιμπέλ. Μέχρι τη στιγμή που ο Τόλης Ρούσσης αποφασίζει να πει τα δικά του κομμάτια. Σκύβει πάνω από το μικρόφωνο, στο μαγαζί γίνεται ξαφνικά ησυχία, κι εκείνος με την γλυκιά του φωνή, το εξαίρετο παίξιμο του μπουζουκιού, παίζει και τραγουδά ως γνήσιος ρεμπέτης, που εξάλλου είναι».
Τότε η αίθουσα ή οι επιχειρηματικές συνήθειες της εποχής, απαιτούσαν ορχήστρα με πέντε μουσικούς. Πρώτη φορά έβλεπα τον Τόλη με τόσο κόσμο γύρω του. Δεν πρέπει να κράτησε πάνω από χρόνο αυτό, γιατί το ίδιο καλοκαίρι ο Τόλης με τον Χάρη (δίδυμο ξανά) μετακόμισαν στη λίμνη, στη Λιμνοπούλα. Στον Όμιλο, όπου νομίζω δεν ευδοκίμησε. Κατόπιν έχασα τα ίχνη τους.
Ο Τόλης με το Χάρη συνέχισαν σε κάποια μαγαζιά, ως το τελευταίο τους στην Χατζή Πελλερέν. Εκεί ένα βράδυ ο Τόλης άργησε να φτάσει, πράγμα ασυνήθιστο για αυτόν. Βρέθηκε να έχει φύγει, μόνος του, στο σπίτι. Ήταν Μάιος 2011.
Οι ρόλοι του Χάρη
Τον Χάρη τα Γιάννενα τον γνώριζαν ως ηθοποιό. Τον είχα δει πρώτη φορά στο Πολυθέαμα, δεν θυμάμαι σε ποιες από τις παραστάσεις που είχε συμμετάσχει. Στο «Τέλος του Παιχνιδιού» ίσως, με τον Κωνσταντίνο Τζούμα, ή στο «Περιμένοντας τον Γκοντό». Μπορεί και στους Εμιγκρέδες του Μρόζεκ. Σίγουρα τον θυμάμαι εκεί στη σκηνή ενός παιδικού έργου, αλλά ποιου; Μήπως στα «Γουρουνάκια Κουμπαράδες»; Δεν είμαι βέβαιος.
Τον παρακολούθησα και στο ΔΗΠΕΘΕ, όπου συμμετείχε σε τέσσερις παραγωγές και 197 παραστάσεις (όπως διαβάζω στην επίσημη ιστοσελίδα) στα Γιάννενα και σε περιοδείες. ´Ισως η καλύτερη εμφάνισή του να ήταν στο «Φωνάζει ο Κλέφτης» σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη.
Πολλά χρόνια μετά, δώσαμε ραντεβού σε ένα μπαρ στην περιφέρεια της πόλης, αγαπητός και γελαστός ανάμεσα στην παρέα του. Την άφησε και βγήκαμε στο ανεκτό κρύο του Οκτώβρη να τα πούμε λίγο. «Ο φίλος μου ήρθε από την άλλη άκρη της Ελλάδας να με δει» έλεγε σε όποιον γνωστό του έμπαινε στο μαγαζί. Υποτίθεται ότι χαιρετηθήκαμε για να τα πούμε ξανά το ερχόμενο Πάσχα ή καλοκαίρι, αλλά εκείνος πρόλαβε να φύγει στο ενδιάμεσο. Ήταν Μάρτης 2018. Αναπάντεχα, ακριβώς όπως και ο Τόλης.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο πρώτο Σούσουρο, ένα βράδυ του 1997, για τις ανάγκες της συνέντευξης στο Μικρόπολις. Αριστερά ο Χάρης, δεξιά, κάτω από τον Ατάκα ο Τόλης.
