Ιστορίες

Η Πατρίς ευγνωμονούσα… και ενίοτε αγνωμονούσα

Τι απέγιναν οι ήρωες του 1821; Ο Απόστολος Κατσίκης γράφει για όλους εκείνους που συμμετείχαν στον απελευθερωτικό αγώνα της πατρίδας τους, οι περισσότεροι, ωστόσο, είχαν άδοξο και ταπεινωτικό τέλος.

«Τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομε να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ».

Στρατηγός Μακρυγιάννης

Το «εμείς» δια στόματος του αγωνιστή και ιστορήσαντος τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 Γιάννη Μακρυγιάννη, αναφέρεται σε όλους εκείνους που πιστοί στα ιδανικά και στις αξίες του έθνους σήκωσαν ψηλά το ιδεολογικό, καταρχήν, «λάβαρο της επανάστασης» και μετά από αγώνες και θυσίες έδιωξαν το δυνάστη και δημιούργησαν το νεοελληνικό κράτος. Επώνυμοι και ανώνυμοι, πολιτικοί, εκπρόσωποι του κλήρου, διανοούμενοι και βέβαια οι αγωνιστές στα πεδία των μαχών, κλέφτες, αρματωλοί και καπεταναίοι που κατέχουν την ψηλότερη θέση στην πυραμίδα των πρωτεργατών της παλιγγενεσίας. Όλοι αυτοί, που δεν πρόδωσαν ιδέες και ιδανικά και που, για τις υπηρεσίες προς την Πατρίδα, δεν ζήτησαν αξιώματα και δεν έλαβαν χρήματα, αντιθέτως μάλιστα, ξόδεψαν την περιουσία τους και ορισμένοι, έχασαν ακόμη και την ίδια τους τη ζωή.

Μερικοί από τους πρωτεργάτες του ’21 δεν είχαν την τύχη να επιζήσουν και να απολαύσουν το όνειρο της ελεύθερης πατρίδας. Κατέκτησαν όμως, κυριολεκτικά με το σπαθί τους, μια θέση στο Πάνθεον των ηρώων του έθνους μας. Ορισμένοι ευτύχησαν να δουν τη πατρίδα ελεύθερη, κάποιοι άλλοι, πολλοί λίγοι δυστυχώς, έλαβαν εν ζωή προνόμια και τιμήθηκαν. Αντιθέτως αρκετοί γεύτηκαν την πίκρα έως και τον εξευτελισμό, την αγνωμοσύνη και την αχαριστία από τους κρατούντες και έχοντες την ισχύ στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Είναι πραγματικά ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε τι επεφύλαξε η νέα τάξη πραγμάτων για ορισμένους από τους γνωστούς και επωνύμους αγωνιστές, τόσο κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, όσο και κυρίως μετά από αυτόν. Τα γεγονότα, στις περισσότερες των επιπτώσεων, εκπλήσσουν, αναδεικνύοντας τα τρωτά της φυλής αλλά και την αγνωμοσύνη του κράτους…

Στους ελάχιστους αγωνιστές που ευτύχησαν να δουν ελεύθερη την πατρίδα και να απολαύσουν στη συνέχεια μια ήρεμη και χωρίς περιπέτειες ζωή, συγχρόνως δε να τιμηθούν όσο ακόμη ζούσαν, ανήκουν οι Κων/νος Κανάρης και Ανδρέας Μιαούλης.

Ο μπουρλοτιέρης από τα Ψαρά Κωνσταντίνος Κανάρης, μετά την απελευθέρωση επανήλθε στο προσκήνιο με την έλευση του Όθωνα και χρημάτισε υπουργός Ναυτικών. Κατόπιν, ως αντιμοναρχικός, πέρασε στην αντιπολίτευση, αναμείχθηκε ενεργά στον πολιτικό βίο, διετέλεσε μάλιστα πέντε φορές πρωθυπουργός του νεοσύστατου κράτους (1844,1848-49,1864,1864-65 και 1877). Αποσύρθηκε τελικά στο σπίτι του στην Κυψέλη, όντας ένας ζωντανός θρύλος της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, και τον Σεπτέμβριο του 1877 έφυγε από τον κόσμο.

Ο Ανδρέας Μιαούλης, ο καραβοκύρης που έγινε ηγέτης του ελληνικού στόλου και διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην Επανάσταση του 1821, με την έλευση του Όθωνα, έλαβε τιμητική σύνταξη και ένα κομμάτι γης, προβιβάστηκε σε αντιναύαρχο και έφυγε τιμημένος από τη ζωή το 1835.

Στο Πάνθεον των αγωνιστών του ’21, προφανώς και δικαιολογημένα, την ψηλότερη θέση κατέχουν αυτοί που έδωσαν ό,τι πολυτιμότερο είχαν: τη ζωή τους. Ο πρόδρομος του ξεσηκωμού Ρήγας Φεραίος δεν πρόλαβε ν΄ ακούσει τις πρώτες ντουφεκιές του επαναστημένου γένους: δολοφονήθηκε άνανδρα το 1798. Ο πρωτεργάτης του εθνικού μας ξεσηκωμού Αθανάσιος Διάκος έφυγε νωρίς-νωρίς και μαρτυρικά τον Απρίλιο του 1821 και ο Μάρκος Μπότσαρης, μια από τις ηρωικότερες και εμβληματικές μορφές του αγώνα, σκοτώθηκε στη Μάχη του Κεφαλόβρυσου το 1823.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο ήρωας της μάχης στο χάνι της Γραβιάς, αρχιστράτηγος του αγώνα στην ανατολική Στερεά Ελλάδα και αρχηγός της φρουράς Ακροπόλεως, λόγω της έντονης προσωπικότητάς του ήρθε σε σύγκρουση με σημαντικούς πολιτικούς της εποχής του. Κατηγορήθηκε για συνεργασία με τον εχθρό, φυλακίστηκε και τελικά δολοφονήθηκε (1825) με βάναυσο τρόπο και μάλιστα από το παλιό πρωτοπαλίκαρό του τον Γκούρα!

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο αποκαλούμενος και «γιος της καλογριάς», αρχιστράτηγος της Ρούμελης, μετά από συνεχείς επιτυχίες κατά των Τούρκων, έπεσε ανήμερα της γιορτής του στις 23 Απριλίου του 1827, στο Φάληρο, μαχόμενος κατά του Κιουταχή (έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο θάνατος του Καραϊσκάκη οφειλόταν σε δολοφονική ενέργεια είτε με υποκίνηση των Άγγλων, που ήθελαν τον περιορισμό της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, είτε του μεγάλου αντιπάλου του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου).

Για πολλούς από τους πρωταγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα η δικαίωση ήλθε αργά, για άλλους δεν ήλθε ποτέ…

Ο πρίγκιπας και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας Αλέξανδρος Υψηλάντης, ύψωσε τη σημαία της επανάστασης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες τον Φεβρουάριο του 1821 και κράτησε ζωντανό το κίνημα, πολεμώντας επικεφαλής του Ιερού Λόχου μέχρι τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς. Ο αγνός και ιδεολόγος της εθνεγερσίας Υψηλάντης, μετά την αποτυχία της εξέγερσης, παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε και δεν απελευθερώθηκε παρά τον Νοέμβριο του 1827. Με βεβαρημένη και επισφαλή υγεία πέθανε στη Βιέννη τον Ιανουάριο του 1828 πάμφτωχος και πικραμένος. Τελευταία του επιθυμία: να σταλεί η καρδιά του εκεί όπου πραγματικά ανήκε, στην ελεύθερη Ελλάδα…

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο αγέρωχος «Γέρος του Μοριά», υπήρξε εξαρχής η ψυχή του αγώνα. Πρωταγωνίστησε σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις (Βαλτέτσι, άλωση Τριπολιτσάς, καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια). Οι επιτυχίες αυτές τον ανέδειξαν σε αρχιστράτηγο της Πελοποννήσου. Παρά το κύρος που διέθετε δεν απέφυγε τις διώξεις και ταλαιπωρίες. Διώχτηκε επανειλημμένα από τους πολιτικούς του αντιπάλους και φυλακίστηκε. Μάλιστα μετά την απελευθέρωση, το 1833, λόγω αντίθεσης με την Αντιβασιλεία, κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία (1834) και καταδικάστηκε σε θάνατο! Έλαβε χάρη μετά την ενηλικίωση του Όθωνα το 1835, οπότε ονομάστηκε στρατηγός και έλαβε το αξίωμα του «Συμβούλου της Επικρατείας».

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο μεγάλος οπλαρχηγός του 1821, σήκωσε το λάβαρο το πολέμου στη Μάνη και μετατράπηκε σε έναν από τους ηγέτες τής Επανάστασης, διατηρώντας εξέχουσες θέσεις στις εθνοσυνελεύσεις και τα όργανά της. Μετά την απελευθέρωση όμως, ηγήθηκε της κίνησης κατά του Καποδίστρια, εγκαινιάζοντας την αντιπαλότητα κυβερνήτη και Μαυρομιχαλαίων που θα κατέληγε τραγικά: στη δολοφονία του Καποδίστρια από τον Κωνσταντίνο, αδελφό και τον Γεώργιο, γιο του Πετρόμπεη. Ο πρώτος σκοτώθηκε επί τόπου από τους φρουρούς του Καποδίστρια, ο δεύτερος συνελήφθη, δικάστηκε και εκτελέστηκε λίγες μέρες αργότερα. Παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος ο Πετρόμπεης φυλακίστηκε, όταν ήρθε ο Όθωνας απελευθερώθηκε και γνώρισε τιμές και προνόμια. Ονομάστηκε αντιστράτηγος, διετέλεσε αντιπρόεδρος του νεοσύστατου Συμβουλίου της Επικρατείας και έλαβε εθνική γη στο «πλαίσιο της ευγνωμοσύνης του έθνους». Έφυγε από τον κόσμο τον Ιανουάριο του 1848 στην Αθήνα.

Ο μεγάλος αγωνιστής του έθνους Ιωάννης Μακρυγιάννης έζησε πάμπολλες τραγικές περιπέτειες στα μετεπαναστατικά χρόνια, μια περίοδο που χαρακτηρίστηκε αρχικά από τη σταδιακή ρήξη του με τον Καποδίστρια. Επί βασιλείας Όθωνα αποκτά το βαθμό του ταγματάρχη, σύντομα όμως ο οπλαρχηγός θα εναντιωθεί και κατά της μοναρχίας, προσχωρώντας στις τάξεις των αντιφρονούντων. Κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε ανατροπή του Όθωνα, πέρασε από στρατοδικείο, καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά η ποινή του μετατράπηκε κατόπιν σε ισόβια και τελικά αποφυλακίστηκε. Το 1862 η προσωρινή κυβέρνηση αποκατέστησε το όνομά του και τον προβίβασε σε υποστράτηγο και αντιστράτηγο. Πέθανε λίγο μετά, στο μόνο πράγμα που του απέμεινε, το σπίτι του κάτω από την Ακρόπολη.

Ο οπλαρχηγός Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστός ως «Νικηταράς ο τουρκοφάγος»

Ο οπλαρχηγός Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστός ως «Νικηταράς ο τουρκοφάγος», που πολεμούσε από τα 16 του τους Τούρκους, πέρασε στα μετεπαναστατικά χρόνια στο κόμμα των ρωσόφιλων, κάτι που θα τον οδηγούσε σε περιπέτειες. Το 1839 φυλακίζεται από την ελληνική κυβέρνηση για μια φανταστική συνωμοσία κατά του Βαυαρού μονάρχη και περνά 1,5 χρόνο στη φυλακή, από την οποία βγαίνει ράκος λόγω των βασανιστηρίων. Λέγεται ότι η μία του κόρη τρελάθηκε από θλίψη με τον εκτοπισμό και εγκλεισμό του πατέρα της. Έχοντας χάσει σχεδόν τελείως την όρασή του από τις κακουχίες και πικραμένος από την αγνωμοσύνη του κράτους, έλαβε όχι μια τιμητική σύνταξη για τους άθλους του αλλά μια κατάπτυστη άδεια «επίσημης επαιτείας», να ζητιανεύει δηλαδή νόμιμα(!) κάθε Παρασκευή, στο σημείο όπου βρίσκεται η εκκλησία της Ευαγγελίστριας στον Πειραιά. Ένα πενιχρό βοήθημα θα πάρει το 1843, όταν ο Όθωνας αναγκάστηκε να του απονείμει τον βαθμό του υποστρατήγου. Έτσι πέθανε το 1849, παραγνωρισμένος και ταπεινωμένος ο αγωνιστής, που αν και πένης είχε τη μεγαλοψυχία να χαρίσει το λάφυρο που του προσφέρθηκε -ένα αδαμαντοστόλιστο σπαθί- σε έρανο που είχε κάνει η προσωρινή κυβέρνηση της Ύδρας για να αρματώσει τον ελληνικό στόλο! Μόνη του «ανταμοιβή» μετά θάνατον να ταφεί δίπλα στον Κολοκοτρώνη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

(Το Σάββατο 23 Μαρτίου, 170 χρόνια μετά το θάνατό του, ο Δήμος και η Μητρόπολη Πειραιά, τιμώντας τη μνήμη του ήρωα της Επανάστασης, πραγματοποιούν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Νικηταρά που στήθηκε παραπλεύρως του ναού της Ευαγγελίστριας, εκεί δηλαδή που ζητιάνευε ο μέγας αγωνιστής. Κάλλιο αργά…)

Ο αγώνας για την απελευθέρωση ξεκίνησε με έναν Υψηλάντη, τον Αλέξανδρο και έκλεισε με επίσης ένα Υψηλάντη, τον αδελφό του Δημήτριο. Ο τελευταίος μετά την ήττα στο Δραγατσάνι ήλθε κρυφά στην Ελλάδα και συνέδραμε τον αγώνα μέχρι το τέλος του. Με την έλευση του Καποδίστρια ο Υψηλάντης διορίστηκε στρατάρχης και ο Κυβερνήτης του ανέθεσε την αρχηγία του στρατού της Ανατολικής Ελλάδας. Τον Σεπτέμβριο του 1829 ο Δημήτριος Υψηλάντης διηύθυνε την τελευταία μάχη του Αγώνα στη μάχη της Πέτρας της Βοιωτίας.

Η Μαντώ Μαυρογένους

Το όνομα του Δημητρίου Υψηλάντη συνδέεται και με μία ρομαντική αλλά με τραγικό τέλος ιστορία: αυτήν του δεσμού του με την Μαντώ Μαυρογένους, την ευγενική και ρομαντική ηρωίδα του αγώνα, η οποία με πλοία εξοπλισμένα με δικά της έξοδα έλαβε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις στην επαναστατημένη Ελλάδα. Συγχρόνως  βίωσε έναν θυελλώδη έρωτα με τον Δημήτριο Υψηλάντη στα πεδία των μαχών, ο οποίος όμως έληξε άδοξα μετά από συκοφαντίες των πολιτικών της αντιπάλων. Βυθισμένη στην κατάθλιψη για την υπαναχώρηση του Υψηλάντη και ενώ είχε διαθέσει για τον αγώνα ολόκληρη την περιουσία της, η Μαντώ Μαυρογένους αποσύρθηκε στο σπίτι που της παραχώρησε ο Καποδίστριας. Αναγκάστηκε να περάσει εκεί τα τελευταία χρόνια της ζωής της πάμπτωχη, ξεχασμένη και παραγκωνισμένη ακόμα και από την ίδια της την οικογένεια. Ο ίδιος ο Κυβερνήτης της απένειμε, για τη συνολική της προσφορά στην Επανάσταση, το αξίωμα του επίτιμου αντιστράτηγου, τιμή μοναδική σε γυναίκα.

Το αφιέρωμα στους αγωνιστές του ’21 θα κλείσει με αναφορά στο τραγικό τέλος της μεγάλης καπετάνισσας και ηρωίδας Μπουμπουλίνας, η οποία έδωσε την περιουσία της για τον αγώνα, και θρήνησε ένα γιο στην επανάσταση. Θύμα και αυτή των μηχανορραφιών και αντεγκλήσεων κατά τη διάρκεια του αγώνα αποσύρθηκε στις Σπέτσες, πικραμένη από τους πολιτικούς και την εξέλιξη της Επανάστασης. Στις Σπέτσες ο μικρότερος γιος της, ερωτεύεται την κόρη της πολύ πλούσιας οικογένειας των Κουτσαίων, οι οποίοι όμως δεν ενέκριναν τον γάμο, διότι η Μπουμπουλίνα είχε παραπέσει οικονομικά (είχε ξοδέψει όλη την τεράστια περιουσία της για τον Αγώνα). Κατά την διάρκεια πολύ μεγάλης λογομαχίας o Ιωάννης Κούτσης πυροβολεί την Μπουμπουλίνα, το βόλι την πετυχαίνει στο μέτωπο και την αφήνει νεκρή. Το άδοξο αυτό τέλος ασφαλώς και δεν ταίριαζε στον βίο και στα κατορθώματα της καπετάνισσας που το όνομά της έγινε συνώνυμο της γυναικείας συμβολής στην Επανάσταση του 1821. Η ίδια, είναι βέβαιο, ότι θα επιθυμούσε να πεθάνει πάνω σε ένα από τα πλοία της πολεμώντας για την απελευθέρωση της Πατρίδας!

Σχετικά άρθρα

Πληθώρα εκδηλώσεων

Λουκία Τζάλλα

Εικόνα πριν την παρέλαση

Η τελευταία γιορτή