Όπως αναφέρουν σε δελτίο τύπου, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Επανεκκίνησης Καρδιάς, όπως έχιε καθιερωθεί η 16η Οκτωβρίου, ο διευθυντής της Κλινικής, καθηγητής Λάμπρος Μιχάλης και οι επιστημονικά υπεύθυνοι καθηγήτρια Κατερίνα Νάκα και Ηλίας Γκαρτζονίκας, ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος (ΑΚΘ) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα δημόσιας υγείας. Αντιστοιχεί στο 10-20% των συνολικών θανάτων στην Ευρώπη, και περίπου το 50% αυτών σχετίζεται με καρδιακές παθήσεις. Αυτό καταδεικνύει τη σοβαρότητα του προβλήματος και την ανάγκη για πιο αποτελεσματικές στρατηγικές πρόληψης και αντιμετώπισης.
Ο ΑΚΘ ορίζεται συνοπτικά ως ο μη αναμενόμενος θάνατος, που οφείλεται σε καρδιακή αιτία και δε σχετίζεται με τραυματισμούς ή άλλους μη καρδιακούς παράγοντες. Πολλοί από τους ασθενείς δεν είχαν διαγνωστεί με καρδιακή νόσο πριν το συμβάν, γεγονός που σημαίνει ότι ο ΑΚΘ μπορεί να είναι η πρώτη και μοναδική εκδήλωση μιας καρδιολογικής πάθησης.
Σύμφωνα με τα επιδημιολογικά δεδομένα, ο ΑΚΘ είναι πιο συχνός στους άνδρες και η συχνότητά του αυξάνεται με την ηλικία. Σε άτομα 20-40 ετών, ΑΚΘ εμφανίζεται σε 5-7 ανά 100.000 άτομα κάθε χρόνο, σε άτομα 40-70 ετών φτάνει τους 50 ανά 100.000, και στους ηλικιωμένους (>75 ετών) τους 200 ανά 100.000. Δυστυχώς, η επιβίωση από καρδιακή ανακοπή (που συμβαίνει εκτός Νοσοκομείου) είναι εξαιρετικά χαμηλή. Η πιθανότητα επιβίωσης μέχρι την έξοδο από το Νοσοκομείο κυμαίνεται από 6% έως 22%, ενώ οι περισσότεροι (>80%) επιβιώνουν με σοβαρά νευρολογικά προβλήματα.
Η σημασία της πρόληψης και της εκπαίδευσης του γενικού πληθυσμού είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Δυστυχώς, οι καμπάνιες ευαισθητοποίησης για τον ΑΚΘ δεν αυξάνουν πάντα το ενδιαφέρον του κοινού, παρά μόνο όταν ο ΑΚΘ αφορά κάποιο γνωστό «δημόσιο» πρόσωπο. Γι’ αυτό, η συνεχιζόμενη ευαισθητοποίηση παραμένει πολύ σημαντική.
Σε επίπεδο πρόληψης, σημαντικό ρόλο παίζει ο προσυμπτωματικός έλεγχος για καρδιαγγειακά νοσήματα, ιδιαίτερα σε οικογένειες με κληρονομικές καρδιακές παθήσεις, καθώς και η συνεχής παρακολούθηση ασθενών με γνωστές καρδιολογικές παθήσεις. Έτσι μπορεί να εντοπιστούν τα άτομα υψηλού κινδύνου και να ληφθούν έγκαιρα προληπτικά μέτρα. Για τον ίδιο λόγο, είναι σημαντικό να τονιστεί η ανάγκη διενέργειας νεκροτομικών μελετών σε περιπτώσεις ΑΚΘ, ειδικά σε νέους ανθρώπους.
Ένας τομέας που αναπτύσσεται είναι η χρήση του γενετικού ελέγχου για τον εντοπισμό ατόμων με κληρονομικές καρδιακές παθήσεις. Στην Ελλάδα, λειτουργεί εδώ και τρία χρόνια το Εθνικό Δίκτυο Ιατρικής Ακριβείας για την Πρόληψη ΑΚΘ, που επικεντρώνεται στη μελέτη αυτών των νοσημάτων, στη δημιουργία μιας εθνικής βάσης δεδομένων και στη διενέργεια γενετικών ελέγχων σε οικογένειες υψηλού κινδύνου, με απώτερο στόχο την πρόληψη ΑΚΘ, ειδικά στους νέους.
Στην πρόληψη και αντιμετώπιση του ΑΚΘ, η ανάγκη για ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών είναι επιτακτική. Η τεχνητή νοημοσύνη, τα έξυπνα ρολόγια, τα φορετά (wearable) συστήματα παρακολούθησης μπορούν να βοηθήσουν στην παρακολούθηση του κοινού και τον έγκαιρο εντοπισμό καρδιακών προβλημάτων. Επιπλέον, η αξιοποίηση των δεδομένων αυτών με σύγχρονες μεθόδους, όπως η ανάλυση μεγάλων δεδομένων (big data analysis) μπορεί να οδηγήσει σε πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, μειώνοντας τους ΑΚΘ.
Τέλος, κρίσιμο στοιχείο για την πρόληψη του ΑΚΘ είναι η εκπαίδευση των πολιτών στην Καρδιοπνευμονική Αναζωογόνηση (ΚΑΡΠΑ) και η ευρύτερη διαθεσιμότητα και χρήση των Αυτόματων Εξωτερικών Απινιδωτών. Είναι γνωστό ότι η άμεση εφαρμογή ΚΑΡΠΑ και η χρήση απινιδωτή αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες επιβίωσης των θυμάτων καρδιακής ανακοπής.
«Ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος είναι ένα μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας, που απαιτεί να ευαισθητοποιούμε και να δράσουμε όλοι μας – πολιτεία, ιατροί, αλλά και οι πολίτες», καταλήγει η ανακοίνωση.
Μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος
Περισσότερες από 100 οικογένειες στην περιοχή μας παρακολουθεί το Ιατρείο Κληρονομικών Καρδιαγγειακών Παθήσεων της Β’ Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, μέλος του Εθνικού Δικτύου Ιατρικής Ακριβείας για την Πρόληψη του Αιφνίδιου Καρδιακού Θανάτου, που επικεντρώνεται στη μελέτη αυτών των νοσημάτων, στη δημιουργία μιας εθνικής βάσης δεδομένων και στη διενέργεια γενετικών ελέγχων σε οικογένειες υψηλού κινδύνου, με απώτερο στόχο την πρόληψη, ειδικά στους νέους.
