Ήπειρος και Δυτική Μακεδονία είναι οι μοναδικές περιφέρειες, που διατήρησαν και αύξησαν κατά τι τις βροχοπτώσεις, καθώς σε όλες τις άλλες καταγράφηκε σημαντική μείωση της συνολικής βροχόπτωσης από Οκτώβριο του 2023 έως και Απρίλιο του 2024, δηλαδή την περίοδο που εκδηλώνονται οι περισσότερες βροχές στη χώρα μας.
Η εφημερίδα «Καθημερινή» επεξεργάστηκε τα δεδομένα πολλών μετεωρολογικών σταθμών του δικτύου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών σε συνεργασία με την επιστημονική ομάδα του meteo.gr.
Μεγάλη είναι η πτώση στη Στερεά Ελλάδα, με τη Λαμία να έχει φέτος μόλις το 55% του μέσου όρου της βροχής της περασμένης δεκαετίας, την Αθήνα το 57%, ενώ κάπως καλύτερα αλλά χαμηλά είναι οι ορεινοί σταθμοί στην Πάρνηθα με 66% και τη Στενή Ευβοίας με 64%. Στην Πελοπόννησο, πολύ χαμηλά είναι η αγροτική Νεμέα (49%), αλλά και ο Πύργος (51%), ενώ κοντά στους μέσους όρους είναι η Σπάρτη (93%) και η Τρίπολη (91%). Πηγαίνοντας πιο βόρεια, πολύ χαμηλή βροχόπτωση είχε η Θεσσαλονίκη, με μόλις 52%, ενώ χαμηλά είναι και το Νευροκόπι (62%). Αρκετά καλύτερα η Ορεστιάδα (87%), ενώ υψηλότερη από την «κανονική» για την περίοδο βροχόπτωση είχε η Πτολεμαΐδα (141%) και τα Ιωάννινα (108%), που έτσι κι αλλιώς πέφτει πολλή βροχή. Στα Τρίκαλα, όπως και στην υπόλοιπη Θεσσαλία, μετά τον κατακλυσμό του «Daniel», το μέγεθος της βροχής ήταν περιορισμένο (73% του μέσου όρου της προηγούμενης δεκαετίας). Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση στα νησιά, ειδικά των Κυκλάδων, που η βροχόπτωση και φέτος ήταν μικρή. Στην Τήνο δεν ξεπέρασε το 65% του μέσου όρου 2012-2022, ενώ στη Νάξο έφτασε το 75%. Ανάλογη εικόνα και στην Κρήτη, όπου στις Βρύσες Αποκορώνου Χανίων (παρότι έβρεξε πολύ, το λέει εξάλλου και το όνομα του τόπου), η συνολική ποσότητα ήταν μόνο το 65% του μ.ό. της προηγούμενης δεκαετίας. Στην ανατολική Κρήτη, ακόμη πιο… στεγνά τα πράγματα, καθώς στις Μοίρες έπεσε μόλις το 41% της βροχής που έπεφτε τα προηγούμενα χρόνια και στον Άγιο Νικόλαο το 56%!
Πρόκειται για μια πολύ ανησυχητική εξέλιξη, που επηρεάζει αρνητικά τα αποθέματα ύδατος, τον υδροφόρο ορίζοντα, τις καλλιέργειες, αλλά και την υγρασία του εδάφους, διαμορφώνοντας πιο ευνοϊκές συνθήκες για δασικές πυρκαγιές, ειδικά εάν επικρατήσουν πολύ υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι.
Την αρνητική εικόνα της φετινής χρονιάς, όσον αφορά τον εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα, έρχεται να ενισχύσει και το χαμηλό επίπεδο χιονοπτώσεων που είχαμε φέτος. Από το διάγραμμα με τις εκτάσεις χιονοκάλυψης στην Ελλάδα προκύπτει ότι η φετινή καμπύλη κινήθηκε συνολικά πολύ πιο χαμηλά από την καμπύλη του μέσου όρου της 20ετίας 2004-2023. Ειδικά από τις αρχές Φεβρουαρίου και μετά είχαμε ελάχιστες χιονοπτώσεις και η χιονοκάλυψη υποχώρησε με γρήγορους ρυθμούς, λόγω των αυξημένων θερμοκρασιών. Έτσι, μόλις το 3% της χώρας είχε χιόνια, ενώ η μέση τιμή είναι πάνω από 10%-15% για τον Φεβρουάριο, 7%-10% τον Μάρτιο, ενώ χιόνια σε κορυφές υπήρχαν ακόμη και τον Απρίλιο.
Από βροχές πάμε καλά στην Ήπειρο
Την εξαίρεση, που επιβεβαιώνει τον κανόνα, αποτελούν οι περιοχές της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας σε ό,τι αφορά τη βροχόπτωση, με τη μείωση στην Ελλάδα να φτάνει κατά τους προηγούμενους μήνες και το 50% σε σχέση με τον μέσο όρο της προηγούμενης δεκαετίας.
