Διεθνής κι ένας από τους σπουδαιότερους παίκτες του Άρη στην ιστορία της μπασκετικής ομάδας. Υπηρέτησε τους «κίτρινους» ως αθλητής – από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 έως και το 1969 – αλλά και παράγοντας κατά την εποχή της αυτοκρατορίας του Άρη.
Όπως σημείωσε σε ανάρτησή του ο Περιφερειάρχης Αλέξανδρος Καχριμάνης, ο Μπουσβάρος είχε καταγωγή από το Μέτσοβο που επισκεπτόταν συχνά, ενώ είχε βοηθήσει σοτο να πηγαίνει ο Άρης για προετοιμασία στοι Μέτσοβο.
Η κίτρινη ΚΑΕ εξέδωσε ανακοίνωση, εκφράζοντας τα συλλυπητήριά της. Αναλυτικά η ανακοίνωση: “Η οικογένεια του ΑΡΗ είναι από σήμερα (03/05) πιο φτωχή, αφού ο Στέργιος Μπουσβάρος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών. Ο εκλιπών ήταν μία από τις μεγαλύτερες μορφές στην ιστορία του μπασκετικού ΑΡΗ. Έκανε το ντεμπούτο του στην ομάδα το 1954 και συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία της πρώτης, μεταπολεμικά, μεγάλης ομάδας του ΑΡΗ, η οποία δημιούργησε το έδαφος για τη μετέπειτα ανέλιξή της στην κορυφή. Αγωνίστηκε με τα κιτρινόμαυρα από το 1954 έως το 1969 και τη σεζόν 1971-72.Εκφράζουμε τα ειλικρινή συλλυπητήριά μας στην οικογένεια και τους οικείους του εκλιπόντος. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάζει…”.

H ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΜΠΟΥΣΒΑΡΟΥ ΣΤΑ ΠΑΡΚΕ
Ο διακεκριμένος βετεράνος δημοσιογράφος της Θεσσαλονίκης Σωτήρης Θεολογίδης, έγραψε για τον Στέργιο Μπουσβάρο τα εξής:
Υπάρχουν απώλειες, όπως αυτή του Στέργιου Μπουσβάρου, για τις οποίες οι λέξεις αποδεικνύονται πολύ φτωχές για να αποδώσουν το κενό που αφήνουν.
Επειδή ο εκλιπών αποτελούσε για δεκαετίες όχι απλά την σημαία αλλά την ίδια την ταυτότητα του καλαθοσφαιρικού Άρη.
Έτσι όπως τον γνώρισαν, αρχικά, ως παίκτη οι φίλαθλοι του, από τις αρχές της δεκαετίας του ΄50, στο πρώτο και μοναδικό γήπεδο που απέκτησε η ομάδα τους, κοντά στην Σχολή Τυφλών, μέχρις ότου, ως έφορος, κατέκτησε το πανελλήνιο πρωτάθλημα την περίοδο 1978-79.
Χαλιναγωγώντας και νουθετώντας τον παρορμητικό νεαρό Γιάννη Ιωαννίδη και δίνοντάς του αργότερα το χρίσμα του Ομοσπονδιακού προπονητή.
Συγκρατώντας με την σειρά μου την θλίψη για τον θάνατο ενός υπερήφανου ανθρώπου και προσωπικού φίλου θα προσπαθήσω να τον αποχαιρετήσω με την τιμή που του αξίζει.
Ο Στέργιος Μπουσβάρος έχει πολλά να θυμάται στην πολύχρονη διαδρομή του που σταμάτησε, μαζί με την καρδιά του, στα 88 του χρόνια.
Περισσότερα, όμως, είναι αυτά που θυμούνται, αντίπαλοι και θεατές όταν διασπούσε τις άμυνες προκαλώντας … ναυτία στους αντιπάλους του.
Ένας από εκείνους, ο Κώστας Καραμανλής της ΑΕΚ, στο πρωτάθλημα του 1958 (το πρώτο από τα πολλά που διεκδίκησε και έχασε ο Άρης), τον είχε παρακαλέσει να μην ξαναεπιχειρήσει μπάσιμο, γιατί δεν θα το άντεχε το… στομάχι του.
Αυτή ήταν η καλή πλευρά. Γιατί υπήρχε και η άλλη πλευρά, εκείνη του …έρωτα που είχε ο Στέργιος με την πορτοκαλί μπάλα. Πολλές φορές την κρατούσε περισσότερο από όσο έπρεπε. Αναλάμβανε επιθετικές πρωτοβουλίες εν ονόματι του αναμφισβήτητου ταλέντου του και των σωματικών προσόντων του και ξεχνούσε ότι το μπάσκετ είναι ομαδικό άθλημα ή ότι κάτω απ’ τα καλάθια υπήρχαν και άλλοι σπουδαίοι συμπαίκτες. Το χειρότερο, όμως, ήταν ότι τα αλλεπάλληλα φάουλ, που κέρδιζε δεν τα αξιοποιούσε πάντοτε, επειδή – όπως και οι περισσότεροι καλαθοσφαιριστές των ανοιχτών γηπέδων – δεν διακρίνονταν για την ευστοχία του από την γραμμή των ελευθέρων βολών.
Στην ντρίπλα ήταν μοναδικός. Ο γνωστός προπονητής, της Εθνικής Γαλλίας και της Ρεάλ, Μπισνέλ, όταν είχε έρθει για μερικές εβδομάδες στην Αθήνα, για να βοηθήσει στην προετοιμασία της Εθνικής μας, ενόψει του προολυμπιακού τουρνουά του 1960, είχε εντυπωσιαστεί από τα προσόντα του. Είχε ζητήσει τότε από τον Φαίδωνα Ματθαίου να σηκώσει από τον πάγκο τον 18χρονο Στέργιο, για να δείξει στους μεγαλύτερους παίκτες πώς πρέπει να ντριμπλάρουν. Κι αυτά σε μια Εθνική στην οποία συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, άσσοι, όπως ο Μουρούζης και ο Χρηστέας.
Γεννημένος στον αστερισμό του λέοντος, ο Στέργιος δεν ήταν από τους παίκτες, που μπορούσαν να ακολουθήσουν τους ρυθμούς ενός ομαδικού σπορ. Γι’ αυτό, ίσως και τον αγάπησε με πάθος η κερκίδα. Ήξερε να γοητεύει αλλά όχι να πειθαρχεί.. Έπρεπε να βρεις το «κουμπί» του, για να τον κερδίσεις. Αυτό το κουμπί δεν κατόρθωσε να το ανακαλύψει ο Ανέστης Πεταλίδης, με τον οποίο οι σχέσεις τους σκιάστηκαν, όταν χάθηκαν τα πρωταθλήματα, που οι φίλαθλοι του Άρη περίμεναν από εκείνη την ομάδα των «μεγάλων προσδοκιών».
Ο Στέργιος ήταν ένα από τα πολύτιμα «γρανάζια» της νέας ομάδας, που έκτισε από το 1952 και μετά ο Πεταλίδης. Μαζί με τον αδελφό του Γιώργο και τους Πετράκη, Μακρή, Χατζηγιαννάκη, Βαλαούρη, Τσαούση και λίγο αργότερα τους Γούσιο και Μπαλλίδη, κατέρριψαν το αήττητο της ΧΑΝΘ και δημιούργησαν τον «κίτρινο Πανελλήνιο». Διεκδίκησαν και έχασαν πρωταθλήματα από σπουδαίες ομάδες, όπως ο Πανελλήνιος, ο Σπόρτιγκ, ο ΠΑΟΚ, ο Τρίτων, ο Παναθηναϊκός, κερδίζοντας παράλληλα την αγάπη του κόσμου.
Ο Μπουσβάρος ήταν ο στυλοβάτης και της δεύτερης μεγάλης ανανέωσης με τους Ιωαννίδη, Κατριό, Αντωνάκη, Τσιτούρα, Χατζόπουλο και συνέχισε να αγωνίζεται μέχρι τις αρχές του 1970.
Στην δεκαετία του ’60 είχε ενστάσεις για την πορεία της ομάδας, που έφθασαν ακόμα και στην αμφισβήτηση του προπονητή του με αποτέλεσμα να αλλάξει φανέλα για μία χρονιά. Ήταν το 1971, που βοήθησε στην άνοδο του Δημοκρίτου στην Α’ Εθνική.
Επανήλθε στον Άρη το 1972 και συνέδεσε το όνομά του με τη μεγάλη του «στροφή» στα διοικητικά του μπάσκετ. Με τη συμμετοχή των παλαιμάχων παικτών της Θεσσαλονίκης (Παρίσης, Αστεριάδης) έφεραν την αλλαγή της διοίκησης της Ομοσπονδίας. Τότε ανέλαβε την εφορία των Εθνικών ομάδων. Με δική του εισήγηση και επιμονή, ανέλαβε ομοσπονδιακός προπονητής ο Γιάννης Ιωαννίδης, που οδήγησε την Εθνική μας στην πρόκριση της στο Πανευρωπαϊκό του 1981, στην Πράγα, όπου μετά το θριαμβευτικό προκριματικό γύρο στην Τουρκία κατέλαβε τη 10η θέση, Η παρουσία του στον Άρη συνεχίστηκε με την συμμετοχή στο Διοικητικό Συμβούλιο. Το πρωτάθλημα, που έχασε τόσες φορές ως παίκτης το σήκωσε ως έφορος μαζί τον Γιώργο Λαγό. Αυτό του έδωσε τη χαρά, λίγο αργότερα, να μαρκάρει -στα 42 του χρόνια- σε φιλικό «δύο εναντίον δύο» στο Πανόραμα ένα νεαρό από το Νιου Τζέρσεϋ με αφρο-λουκ μαλλιά. Ο νεαρός, που δεν ήταν άλλος από το Νίκο Γκάλη, εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο που έβαζε καλάθια ο 40άρης αντίπαλός του και τον ρώτησε σε… άπταιστα ελληνικά: «Αυτό πώς βάζει τα καλάθια»; Και ο Στέργιος του απάντησε: «Όπως τα βάζεις και εσύ».
