Όσοι είναι οι κάτοικοι του χωριού Πολύλοφος (Κοβίλιανη) Γραμμενοχωρίων —του Δήμου Ζίτσας σήμερα— άλλοι τόσοι ήταν και οι πιστοί, οι οποίοι γέμισαν κυριολεκτικά το μικρό, γραφικό εκκλησάκι του Αη-Δημήτρη του Μυροβλήτη, στην Κατχώρα. Όλοι τους πήγαν για να εκκλησιαστούν στην αρτοκλασία, την οποία είχαν οργανώσει χωριανοί την παραμονή του Αγίου Δημητρίου. Πρόκειται για τη λειτουργία κατά την οποία ευλογούνται πέντε ψωμιά, κόβονται και μοιράζονται. Συνήθως η τελετή γίνεται παραμονή γιορτής.
Στην Πάνω Χώρα η μεγάλη εκκλησία Πέτρου και Παύλου παρέμεινε σιωπηλή. Ο πλάτανος εκείνη την ώρα έμοιαζε απόκοσμος, παρόλο που ο κοινοτικός λαμπτήρας έριχνε το θαμπό φως πάνω του. Καθώς η ημέρα εκείνη την ώρα έδινε τη θέση της στη νύχτα, η ατμόσφαιρα έμοιαζε φοβιστική. Ένα όλο κι όλο σπίτι είχε φωτισμένα τα παραθύρια του και μερικοί σκύλοι έδιναν νότα, ως και χρώμα ζωής, στο μεσοχώρι που κάποτε βοούσε.
Μέσα, λοιπόν, σε μια υποβλητική όσο και κατανυκτική ατμόσφαιρα, την Κυριακή το απόγευμα μαζεύτηκαν 35 κάτοικοι, οι οποίοι έφθαναν ο ένας μετά τον άλλον, αψηφώντας το κρύο και τη βροχή και σέρνοντας τα βήματά τους στο νοτισμένο χώμα. Δεν ήταν ηλικιωμένοι· ήταν σχετικά νέοι άνθρωποι, οι οποίοι προτίμησαν να είναι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού, που απέχει μόλις 18 χιλιόμετρα από τα Γιάννενα.
Αφού δεν υπάρχει ιερέας, καλείται πάντα κάποιος ιερωμένος από άλλη κοινότητα για να τελέσει τη θεία λειτουργία τις Κυριακές και τις άλλες γιορτές, σύνηθες φαινόμενο των χωριών μας. Ούτε ψάλτες υπάρχουν κι εκείνοι έρχονται από τα γειτονικά χωριά, από άλλες ενορίες, επιστρατεύοντας όλη τη διάθεσή τους οι άνθρωποι.
Μέσα στην πάστρα βρισκόταν το εκκλησάκι των παιδικών μας χρόνων, με το κοιμητήρι να έχει αναμμένα τα φώτα στους τάφους των χωριανών, των ανθρώπων του.
Ο παπάς φόρεσε τα άμφιά του, έλαμψε στα λευκά και φάνηκε πως με πίστη έδινε το νεύμα στους ψάλτες για το «Φως ιλαρόν…».
«Μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις σε υπέρμαχον η οικουμένη» ακούστηκε η υμνωδία και ο εορτάζων την επομένη συγχωριανός Δημήτρης —άνθρωπος για όλες τις δουλειές της εκκλησίας και της κοινότητας— κέρασε, μαζί με τους άρτους, στο τέλος και το γλυκό για την ονομαστική εορτή του. Μόνο το παραδοσιακό μπουκετάκι με άνθη του αγρού, την επονομαζόμενη «φιγούρα», έθιμο του χωριού για εκείνον που γιορτάζει, δεν έβγαλε ο ίδιος στον εαυτό του.
Το τραπεζάκι μπροστά μας ήταν στρωμένο με τραπεζομάντιλα σε όμορφα ασπροκέντια των νοικοκυραίων του χωριού μας. Κι επάνω του οι πέντε άρτοι, τα πέντε κεριά, λάδι και κρασί, όπως το θέλει η πίστη μας. Ευλογούνται τα τεμάχια και γίνεται το μοίρασμα στο τέλος.
Γέμισε τότε ζωή ο περίβολος του ναΐσκου από κόσμο και έξω το τραπέζι του από άρτους, στάρι που μοσχομύριζε κανέλα και γαρίφαλο, κέικ που το έφτιαξε η Γιώτα με τα χεράκια της, ακολουθώντας τις επιταγές της αλησμόνητης μάνας της, Φρειδερίκης. Αφού είχαν όλα ευλογηθεί και είχαν αγιαστεί, έλαμψε ο τόπος και το φθινοπωρινό γρασίδι από ζωντάνια και η ζωή πήρε άλλη όψη στον Αη-Δημήτρη Κατχώρας.
Να ευχηθούμε να αλλάξουν οι καιροί και να ανθίσει πάλι ο τόπος, να καρπίσουν καλύτερα και περισσότερο τα αμπέλια.
