Τα πάντα πωλούσε ο αλησμόνητος Φάνης Μπεράτης στο μαγαζί του, στην Οπλαρχηγού Πουτέτση. Εξάλλου, αυτός ήταν ο τίτλος του, με όλη τη σημασία της λέξης και της αξίας της: «Παντοπωλείον».
Παιδί του Κεφαλοβρύσου, του χωριού του, είχε έρθει από την ξένη, όπου εργαζόταν μαζί με τη γυναίκα του, τη Ρίτα, στο Βέλγιο. Είχαν και οι δυο ωραίες ιδέες περί πολιτικής. Εκείνη, περισσότερο από τον Φάνη, μεταχειριζόταν ανάμεσα στις λέξεις της καθομιλουμένης ελληνικής γλώσσας και μερικές γαλλικές φράσεις, με προφορά πάντα υπαγορευμένη από τη γαλλική κουλτούρα.
Εκείνος, μη αποποιούμενος ποτέ την καταγωγή του, δεν συνηγορούσε περί αυτού. Είχε όμως ιστορίες να σου διηγηθεί από τα ανθρακωρυχεία, από όπου έπαιρνε και σύνταξη. Με τα τίμια λεφτουδάκια τους κράτησαν το μαγαζί, μεγάλωσαν παιδιά κι εγγόνια.
Εκείνα τα απλοϊκά μαγαζιά, σαν του Φάνη, δεν υφίστανται σήμερα κι η γειτονιά σχεδόν έπαψε να έχει τον μπακάλη της.
