Ανεπαρκή θεωρεί ο βουλευτής Ιωαννίνων του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής Γιάννης Τσίμαρης την απάντηση του Υπουργείου Παιδείας για τη συγχώνευση της Δημόσιας ΣΑΕΚ Ζίτσας με τη ΣΑΕΚ Ιωαννίνων.
Το υπουργείο, απαντώντας σε κοινοβουλευτική ερώτηση του βουλευτή, επικαλείται ως βασικούς λόγους για τη συγχώνευση τη λειτουργικότητα της δομής, το κόστος, τη μικρή απόστασή της από τα Ιωάννινα, τον περιορισμένο αριθμό ενεργών καταρτιζομένων και τη διαρροή που καταγράφεται μεταξύ των εξαμήνων.
Ο κ. Τσίμαρης υποστηρίζει, ωστόσο, ότι τα στοιχεία που παρατίθενται αφορούν μόνο την τελευταία χρονιά λειτουργίας της ΣΑΕΚ. Επισημαίνει ότι στην απάντηση δεν περιλαμβάνονται συγκριτικά δεδομένα προηγούμενων ετών, τα οποία θα επέτρεπαν να σχηματιστεί μια πληρέστερη εικόνα για τη διαχρονική πορεία της εκπαιδευτικής δομής.
Θέτει, επομένως, το ερώτημα κατά πόσο μια απόφαση που καθορίζει το μέλλον της ΣΑΕΚ μπορεί να στηρίζεται στην αποτύπωση μίας μόνο περιόδου.
Σύμφωνα με την απάντηση του υπουργείου, η ΣΑΕΚ Ζίτσας ιδρύθηκε το 2019, έπειτα από αίτημα του Δήμου, με ειδικότητες συνδεδεμένες με τον παραγωγικό χαρακτήρα της περιοχής, όπως η αμπελουργία, η γαλακτοκομία, η μελισσοκομία και ο αγροτουρισμός.
Κατά τον βουλευτή, αντί να επανεξεταστεί ο ρόλος της δομής και να ενισχυθεί με νέες ειδικότητες που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες της τοπικής παραγωγής, επιλέχθηκε η συγχώνευσή της με τη ΣΑΕΚ Ιωαννίνων.
Παράλληλα, σημειώνει ότι παραμένει αναπάντητο το ερώτημα εάν υπάρχει συνολικό σχέδιο αναδιάρθρωσης ή συγχωνεύσεων των δημόσιων ΣΑΕΚ στην Ήπειρο. Όπως αναφέρει, δεν δίνονται διευκρινίσεις ούτε για το μέλλον των υπόλοιπων δομών, μεταξύ των οποίων και η ΣΑΕΚ Κόνιτσας, παρότι το ζήτημα είχε τεθεί ρητά στην κοινοβουλευτική του ερώτηση.
«Η απάντηση του Υπουργείου δεν εξηγεί πειστικά γιατί μια δομή που ιδρύθηκε για να υπηρετήσει τις παραγωγικές ανάγκες της περιοχής οδηγείται σε συγχώνευση, ούτε αποσαφηνίζει ποιος είναι ο συνολικός σχεδιασμός για τις ΣΑΕΚ της Ηπείρου», αναφέρει ο κ. Τσίμαρης.
Τονίζει ακόμη ότι η επαγγελματική κατάρτιση στην περιφέρεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο με όρους κόστους και αριθμητικών δεικτών μίας χρονιάς, ζητώντας έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό με σύγχρονες ειδικότητες, σύνδεση με την τοπική παραγωγή και ισότιμη πρόσβαση των νέων στην εκπαίδευση.
