Η Άννα Πετροχείλου στο φυσικό της περιβάλλον: μέσα σε σπήλαιο, κάτω από τη γη
Καθημερινά

‘Ενα μυστικό σπήλαιο μέσα στα Γιάννενα!

Αλήθεια, πόσοι από τους κατοίκους της πόλης μας γνωρίζουν την ύπαρξη ενός αληθινού και αναξιοποίητου  θησαυρού, που υπάρχει στο τουριστικότερο μέρος της και συγκεκριμένα στον χώρο του τζαμιού του Ασλάν-πασά, όπου βρίσκεται το δημοτικό μουσείο;

Και πράγματι για «θησαυρό» πρόκειται, αφού όλος σχεδόν ο όγκος των βράχων της παραλίμνιας περιοχής, πάνω στον οποίο είναι χτισμένο το παραπάνω τζαμί, περιλαμβάνει στο εσωτερικό του ένα μικρό μεν, αλλά πλούσιο σπήλαιο σταλακτιτών και σταλαγμιτών που, μέχρι τώρα, στον 21ο αιώνα, έχει μείνει στην αφάνεια και φυσικά αναξιοποίητο, τη στιγμή που θα μπορούσε -και αυτό είναι ευκόλως εννοούμενο- να συμβάλει τα μέγιστα στην τουριστική ανάπτυξη της πόλης μας, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι είναι ίσως το μοναδικό αστικό σπήλαιο του είδους του.

Πώς είναι οι κατακόμβες

Ας πάρουμε όμως από την αρχή τα πράγματα, που αφορούν την εξέλιξη της υπόθεσης: Κατά τη διάρκεια της δημαρχίας του Κώστα Μπέγκα (πατέρα του σημερινού δημάρχου) -με τον οποίο είχα την τύχη να συνεργαστώ στενά- και συγκεκριμένα στις αρχές του 1976, σε συνεργασία με τον αείμνηστο Σωτήρη Ζούμπο (προϊστάμενο του Δημοτικού Μουσείου), αποφασίστηκε ο καθαρισμός και παράλληλα η αξιοποίηση του χώρου των «κατακομβών», που υπάρχει νότια του τζαμιού.

Για την ιστορία, ο πιο πάνω χώρος, τον καιρό του Αλή-πασά, αφού  διαμορφώθηκε κατάλληλα, χρησιμοποιήθηκε ως απρόσβλητη πυριτιδαποθήκη. Στην αποθήκη αυτή, χτίστηκαν χαμηλά βάθρα, όπου τοποθετήθηκαν χοντρά ξύλα και πάνω τους -κατά σειρά- κρεμάστηκαν οι σάκοι με την πυρίτιδα, προφανώς για να προστατευτεί από την υγρασία. Απέναντι από την είσοδο της αποθήκης -προς το εσωτερικό- είχαν χτιστεί τρία κατά σειρά δωμάτια για τη μόνιμη εγκατάσταση των φρουρών της. Η μοναδική προσπέλαση προς την πυριτιδαποθήκη βρίσκεται δεξιά του τζαμιού. Είναι μια σήραγγα ελικοειδής και κλιμακωτή, λαξευμένη στον βράχο και ασφαλισμένη με σιδερένια πόρτα και γι’ αυτό σήμερα αυτή και ο ευρύτερος χώρος λέγονται «Κατακόμβες». Μετά την είσοδο, στον δεξιό τοίχο, είναι χαραγμένη η χρονολογία 1815, πάνω σε σιμεντοσουφά, που δείχνει πότε επισκευάστηκε κακότεχνα. Η παράδοση λέει ότι σε αυτά τα «μπουντρούμια», που χρησιμοποιήθηκαν και για φυλακές, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο από τους Τούρκους, ήρωες του Ελληνισμού, όπως ο Κατσαντώνης, ο Βλαχάβας και άλλοι. Αριστερά του πιο πάνω χώρου, υπάρχει η είσοδος του σπηλαίου, την οποία μέχρι τότε δεν είχε διαβεί κανείς.

Ο Σωτήρης Ζούμπος, καθώς και ο τότε επιμελητής του Δημοτικού Μουσείου Γιώργος Σουλιώτης, διατύπωσαν την άποψη ότι το σπήλαιο αυτό άξιζε ιδιαίτερης προσοχής, δεδομένου ότι στην αρχή του διακρίνονταν υποτυπώδεις σταλακτίτες. Η περαιτέρω, όμως, πρόσβασή του από κοινό εργάτη, ήταν πρακτικά αδύνατη.  Έτσι, λοιπόν, λαμβανομένου υπόψη ότι η εξερεύνησή του παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ξεχωριστό τουριστικό παράγοντα, αποφασίστηκε από τη δημοτική αρχή και με τη βοήθεια του τότε νομάρχη Ιωαννίνων Νικολάου Χανού, ο οποίος εξασφάλισε την απαιτουμένη χρηματοδότηση (εκατό χιλιάδες δραχμές νομίζω), να ειδοποιηθεί η Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία. Αυτή με τη σειρά της ανάθεσε στη γνωστή σπηλαιολόγο Άννα Πετροχείλου* το έργο της εξερεύνησης του σπηλαίου και της σύνταξης της σχετικής μελέτης. Πράγματι τον Μάρτιο του 1976 πραγματοποιήθηκε η εξερεύνηση μετά το πέρας της οποίας η Άννα Πετροχείλου συνέταξε την αρθμ. 6375/76 μελέτη της, την οποία και παρέδωσε στον δήμο με τη συνοδεία πολλών φωτογραφιών, που αποδείκνυαν ότι, κάτω από τους επιβλητικούς βράχους της παραλιμνίου περιοχής, κρυβόταν και κρύβεται αληθινός γεωλογικός θησαυρός.

Υπάρχουν άραγε οι φωτογραφίες;

Το πρωτότυπο της μελέτης, καθώς και οι πρωτότυπες φωτογραφίες που πάρθηκαν από τον γνωστό φωτογράφο της εποχής, Νίκο Γκογκώνη, πρέπει να βρίσκονται εδώ και σαράντα πέντε (45) χρόνια φυσικά στα αρχεία του δήμου, προφανώς ξεχασμένα. Ομολογώ ότι η ανεύρεσή τους, ιδιαίτερα το πρωτότυπο των φωτογραφιών, γιατί το κείμενο ευτυχώς διασώθηκε σε αντίγραφο, θα με εξέπληττε ευχάριστα. Στην παραπάνω μελέτη, η αείμνηστη Πετροχείλου, η οποία ονόμασε το σπήλαιο «σπήλαιο κατακομβών Ιωαννίνων», αφού κάνει μια λεπτομερέστατη περιγραφή του, καταλήγει: «Το σπήλαιο των “κατακομβών” του Κάστρου Ιωαννίνων θεωρείται τουριστικό διότι: 1) Συνδέεται με την ιστορία των Ιωαννίνων, 2) Βρίσκεται εντός της πόλεως, και συγκεκριμένα κάτω από το κάστρο που ήκμασε κατά την εποχή του τουρκοκρατίας, 3) Έχει πλουσιότατο διάκοσμο, μετά τον τρίτο θάλαμο του σπηλαίου και 4) Αξιοποιούμενο θα ενισχύσει την τουριστική κίνηση στην πόλη των Ιωαννίνων και θα προσθέσει ενδιαφέρουσα ποικιλία της επισκέψεως του Κάστρου». Αξίζει να σημειωθεί ότι στην περιγραφή της η Άννα Πετροχείλου αναφέρει και την ύπαρξη, στο εσωτερικό του σπηλαίου, μικρών λιμνών.

Φυσικά, μετά τα πιο πάνω, κεντρίστηκε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον της τότε δημοτικής αρχής. Διακαής πόθος του αείμνηστου Κώστα Μπέγκα ήταν να προχωρήσει στις περαιτέρω ενέργειες για αξιοποίηση της προοπτικής που παρουσιαζόταν. Είναι, βέβαια, θέμα απλής λογικής ότι η υλοποίηση της αξιοποίησης του σπηλαίου που ανακαλύφτηκε, θα απαιτούσε -καλώς εχόντων των πραγμάτων- αρκετό χρόνο. Ατυχώς, όμως, συνθήκες, ανεξάρτητες από τη βούληση του δημάρχου, οδήγησαν την υπόθεση στις καλένδες. Η μελέτη «αρχειοθετήθηκε». Το θέμα, αφού ουδείς υπεύθυνος θεώρησε καλό να ασχοληθεί μαζί του, προφανώς, με την πάροδο τόσων ετών, ξεχάστηκε και η ευκαιρία παρέμεινε και παραμένει ανεκμετάλλευτη.

Και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι κανένας από τους επόμενους δημάρχους όχι μόνο δεν ασχολήθηκε με την περίπτωση, αλλά ούτε καν γνώριζε την ύπαρξη της. Την ύπαρξη ενός σπηλαίου σταλακτιτών και σταλαγμιτών μέσα στην καρδιά της πόλης. Βέβαια το πράγμα δεν είναι απλό. Ίσως, εάν φυσικά εκδηλωθεί ενδιαφέρον από τους αρμόδιους -πράγμα που ολόψυχα το εύχομαι-  θα χρειαστεί, μετά από τόσα χρόνια, και μια δεύτερη μελέτη. Η περίπτωση και χρονοβόρα είναι και δαπανηρή. Αλλά σαφώς αξίζει τον κόπο.

*Η Άννα Πετροχείλου, το γένος Μινάδρου, γεννήθηκε το 1905. Γυναίκα με έντονη προσωπικότητα εξερεύνησε πάνω από χίλια σπήλαια σε όλη την Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό την αποκαλούσαν «κυρία των σπηλαίων». Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το μεγάλο της έργο και τιμήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2001 από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος, την υψηλότερη τιμή που μπορεί να δώσει σε πολίτη η Ελληνική Δημοκρατία. Πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου, σε ηλικία 96 ετών, λίγες ημέρες δηλαδή μετά από την  παραπάνω τιμητική της βράβευση. Αξίζει να αναφερθεί αυτό που είχε πει για τη ζωή της: «Τον περισσότερο καιρό της ζωής μου τον έχω περάσει κάτω από τη γη, όταν πεθάνω δεν θα νιώσω καμιά ιδιαίτερη εντύπωση»

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: α) Πριν από έναν και πλέον χρόνο έχει παραδοθεί στον δήμο Ιωαννιτών αντίγραφο της πιο πάνω μελέτης και ενημερώθηκαν σχετικά οι αρμόδιοι. β) Η περιγραφή των «κατακομβών» αναφέρεται στη μελέτη της Άννας Πετροχείλου