Πριν από 28 χρόνια η εφημερίδα μας (Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 1998) είχε δημοσιεύσει συνέντευξη του Μπρούνο Ντουλιμπίν (Bruno Dulibine) διευθυντή τότε του παραρτήματος Ιωαννίνων του Γαλλικού Ινστιτούτου. Μας απαντούσε: «Ήρθα πρώτη φορά στην πόλη το 1975, στα 19 μου. Σαν τουρίστας. Βρισκόμουν στην Ηγουμενίτσα με σκοπό να κατέβω στη Λευκάδα και την Πελοπόννησο, γιατί τότε τουρισμός στην Ελλάδα σήμαινε παραλίες και μπάνια. Το ίδιο βράδυ μίλησα με ένα Δανό, ο οποίος μου είπε: άσ’ τα αυτά, υπάρχει ένα χωριό στα βουνά, το Πάπιγκο, να πας εκεί. Έτσι το έφερε η στιγμή και ήρθα για 15 μέρες διακοπές στα Γιάννενα και το Ζαγόρι. Και είμαι ακόμα εδώ».
«Τι είναι λοιπόν αυτό που είδατε στην πόλη και την περιοχή, νέος, το 1975;» ήταν η επόμενη ερώτησή μας. «Θα σας πω. Είχα ταξιδέψει και στην Ιταλία, που βέβαια είναι μια ωραία και εντυπωσιακή χώρα. με τα επιβλητικά της μνημεία στις πόλεις, αλλά αυτό που βρήκα τότε στην Ήπειρο ήταν μια εικόνα ηρεμίας, οικειότητας. Τα βουνά είναι κατοικημένα, εξανθρωπισμένα με μονοπάτια, με μοναστήρια. Το ιστορικό παρελθόν εδώ είναι παντού παρόν, αλλά σε ανθρώπινη κλίμακα,
Στην ερώτησή μας πόσο έχουν αλλάξει τα Ιωάννινα στα 20 χρόνια που κατοικούσε ήδη τότε στην πόλη, μας απαντούσε: «Μου φαίνεται ότι η πόλη ανοίχτηκε, εξομοιώθηκε σε ένα βαθμό με την υπόλοιπη Ελλάδα, και αυτό έχει πολλά καλά. Είδα και αρκετά πράγματα που προσωπικά απολαμβάνω (τα βουνά, τις εκδρομές, τα παλιά και διατηρητέα μνημεία) να γίνονται πιο πολύ της μόδας, πιο εμπορικά. Και αυτό βέβαια είναι καλό, γιατί αυτά τα πράγματα γίναν προσιτά και διατηρήθηκαν καλύτερα, δέχτηκαν φροντίδα. Αλλά σε κάποιο βαθμό έχασαν ίσως για λίγο τη γοητεία του κρυφού και παραμελημένου. Για μένα τουλάχιστον».
Η συνέντευξη κατέληγε με την ερώτηση αν βλέπει το μέλλον του στα Γιάννενα. Σε αυτό ο κ. Ντουλιμπίν απαντούσε: «Ναι! Αλλά βέβαια μου συμβαίνει κάποιες φορές να μετανιώνω που άφησα την οργανική μου θέση σ’ ένα γυμνάσιο στη Βρετάνη, κοντά στον Ατλαντικό…». Τελικώς η νοσταλγία της πατρίδας τον πήρε πίσω στη Γαλλία, αν και στα ανατολικά της χώρας. Ενδιάμεσα εργάστηκε μερικά χρόνια στην Τουρκία, στην Ισταμπούλ. Μαζί του χάθηκε από την πόλη μας και το Γαλλικό Ινστιτούτο, που εκτός από σχολείο ήταν επίσης ένας ζωντανός πολιτιστικός χώρος. Τι κρίμα.
Πριν αναχωρήσει οριστικά ο Μπρούνο έχοντας συμπληρώσει τρεις δεκαετίες στην πόλη μας, πρόλαβε να αποκτήσει πολλούς φίλους που εκτιμούσαν τις γνώσεις, το χιούμορ, τη μαγειρική του, την αγάπη του για τη φύση. Ο Μπρούνο ήταν πολύγλωσσος. Εκείνα τα χρόνια μιλούσε άριστα πέντε γλώσσες, ανάμεσά τους και αλβανικά. Αργότερα δεν δυσκολεύτηκε να μάθει και τουρκικά. Είχε κάνει το διδακτορικό του πάνω στο έργο του Άρη Αλεξάνδρου.
Σε μια σύντομη προσωπική νότα, δύο πράγματα είχα αντικρίσει (και χρησιμοποιήσει) πρώτη φορά στη ζωή μου, στο σπίτι του στο Κάστρο, στα μέσα της δεκαετίας του ’80: το μπρίκι παρασκευής εσπρέσο (νομίζω μόκα το ονομάζουν σήμερα) και φορητό υπολογιστή. Πολύ πριν αγγίξω προσωπικό υπολογιστή οπουδήποτε αλλού. Ως τότε γνώριζα μόνο τα τερματικά για τους φοιτητές στη Δουρούτη.
Η φωτ. και η συνέντευξη είναι του γράφοντος.
