Οι μαθητές βαριούνται. Αυτό δεν είναι νέο. Οι μαθητές βαριούνται από κτίσεως κόσμου. Κυρίως οι έφηβοι.
Μέχρι πρότινος έκαναν και άλλα πράγματα. Φλέρταραν και ξαναβαριόντουσαν. Διάβαζαν και ξαναβαριόντουσαν. Έκαναν βόλτες, πήγαιναν σινεμά, φροντιστήριο, κάπνιζαν, θύμωναν, έτρεχαν, έβλεπαν τηλεόραση, γελούσαν, τσακώνονταν με γονείς, καθηγητές και φίλους, άκουγαν μουσική, διάβαζαν για το σχολείο, διάβαζαν λογοτεχνία, ποίηση, κόμικς, φίλιωναν, χάζευαν στο ίντερνετ, έπαιζαν μπάλα, σκάκι, χαρτιά, μπουνιές. Και μετά ξαναβαριόντουσαν.
Θα ήταν μεγάλη ανοησία να ισχυριστώ ότι τα παραπάνω δε γίνονται και σήμερα. Προφανώς και γίνονται. Άλλα περισσότερο, άλλα λιγότερο, άλλωστε οι καιροί αλλάζουν. Γιατί όμως όλο και πιο πολύ έχω την αίσθηση ότι πάνω από όλα τα παραπάνω στρογγυλοκάθεται κυρίαρχο και απειλητικό το αδιαφοροποίητο ρήμα «βαριέμαι»;
Κούραση και θυμός
Αν ρωτήσεις έναν μαθητή «τι βαριέσαι;» βαριέται να σου εξηγήσει. Το ενδιαφέρον δε είναι, ότι αυτό δεν ισχύει μόνο για τους «αδιάφορους», αλλά πολύ συχνά και για εκείνους που είναι συνεπείς με τις σχολικές υποχρεώσεις. Στην πραγματικότητα δεν βαριέται. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν γνωρίζει ακριβώς τι είναι αυτό που του προκαλεί τόση κούραση τις ώρες των μαθημάτων. Όταν ακόμα και η αγαπημένη γυμναστική παύει να είναι ιδιαίτερα ελκυστική. (Οι καθηγητές φυσικής αγωγής διαμαρτύρονται γιατί τα παιδιά έρχονται στο σχολείο όλο και συχνότερα χωρίς φόρμες). Για ποιους λόγους άραγε το αντικείμενο της ιστορίας είναι στο στόχαστρο των περισσότερων; («Είναι άχρηστο, πρέπει να καταργηθεί» τονίζει με έμφαση μαθήτρια της θεωρητικής κατεύθυνσης της τρίτης λυκείου την τελευταία μέρα της χρονιάς). Ρητορικό το ερώτημα για τα αίτια. Υπάρχει απάντηση, απλώς δεν είναι της παρούσης.
Το σχολείο προκαλεί κούραση και θυμό. Και για να μη φανώ απόλυτη, προκαλεί εκτός των άλλων, κούραση και θυμό.
Κι αν δεν μιλήσουμε μόνο για τις ώρες που αγόρια και κορίτσια περνούν στις σχολικές αίθουσες; Τι συμβαίνει με τις υπόλοιπες ώρες της καθημερινότητάς τους; Της μέρας; Της νύχτας; Κυρίως της τελευταίας που έχει δραματικά συρρικνωθεί, περιορίζοντας τις ώρες του απαραίτητου ύπνου. Στόχος μου όμως δεν είναι να μιλήσω για τις αδιάκοπες βόλτες των παιδιών στα social, ή τις ατελείωτες ώρες που περνούν στα φροντιστήρια. Αυτά είναι σίγουρα γνωστά. Για την εμμονή επίσης των νεότερων με την εικόνα και την αποφυγή του γραπτού λόγου. Κι αυτό γνωστό. Για την χρησιμότητα ή την απειλή της τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό μάλλον λιγότερο γνωστό.
Η χαμένη παιδική χαρά
Αν όμως αναζητήσουμε όλοι μας, γονείς και δάσκαλοι και κυρίως οι υπεύθυνοι για την εκπαιδευτική πολιτική της χώρας, τα ίχνη της χαμένης χαράς και της αυθεντικής νεανικής επιθυμίας, θα πρέπει να αναρωτηθούμε: γιατί τα παιδιά βαριούνται μέσα σε κτίρια με τοίχους γυμνούς και γεμάτους υγρασία; Γιατί βαριούνται με απογυμνωμένα προγράμματα σπουδών και απαρχαιωμένα βιβλία; (Το τελευταίο ανέκδοτο, η συγγραφή καινούργιων εγχειριδίων και η αλλαγή του τρόπου διδασκαλίας….). Με δασκάλους που έχουν την ηλικία των παππούδων τους; Και με τους πραγματικούς παππούδες να συμπληρώνουν το οικογενειακό εισόδημα με την πενιχρή τους σύνταξη;
Σίγουρα μια κοινωνία που νοσεί αδυνατεί να προστατέψει τα πιο ευάλωτα μέλη της. Κι ένα κράτος που αδιαφορεί, φροντίζει να βρίσκει αλλού τους ενόχους για να μεταθέτει τις ευθύνες του. (Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των ΕΔΕ εις βάρος εκπαιδευτικών έχει εκτοξευτεί).
Τα παιδιά δεν βαριούνται, αλλά κραυγάζουν. Μόνο που κραυγάζουν βουβά. Κραυγάζουν βουβά ακόμα και όταν γίνονται βίαια και επιθετικά. Λυπημένα και απόμακρα. Κραυγάζουν βουβά όταν τα ρωτάς «τι θέλεις να κάνεις όταν τελειώσεις το σχολείο;» και σου απαντούν: δεν ξέρω. Θα δω τους βαθμούς που έγραψα στις πανελλήνιες και θα συμπληρώσω μετά το μηχανογραφικό.
