
Ήταν ένα προσωπικό αφήγημα χωρίς λυρικές εξάρσεις και ηρωισμούς. Αυτοί που έχουν ζήσει τον πόλεμο, είναι σχεδόν πάντοτε πιο συγκρατημένοι από αυτούς που τον φαντάζονται.
Από τη μνήμη του Νικολαΐδη ας πούμε, δεν γινόταν να σβήσει ο Ιταλός αιχμάλωτος που βογκούσε εγκαταλειμμένος στο χιόνι: «(…) χωρίς ρούχα, χωρίς άρβυλα, σχεδόν γυμνός, βαριά τραυματισμένος, είχε εγκαταλειφθεί από τους δικούς μας που τον μετέφεραν σε ορεινό χειρουργείο. Κουράστηκαν φαίνεται να τον κουβαλούν, ήταν κι ένας άντρακλας δυο μέτρα, τον ξεγύμνωσαν και τον άφησαν στο χιόνι, να βογκάει από τους πόνους και να καταριέται τη μοίρα του για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Είχε ένα βαθύ τραύμα κακοφορμισμένο στο δεξί χέρι, κοντά στον ώμο. Το χέρι είχε γίνει κιτρινόμαυρο πρησμένο ολόκληρο ως τις άκρες των νυχιών, η γάγγραινα καταβρόχθιζε κάθε ζωντανό κύτταρο». Ευτυχώς, ο άνθρωπος αυτός έσβησε λίγο μετά, όχι ήσυχα βέβαια αλλά μες τον πόνο. Οι τραυματιοφορείς που τον παράτησαν τιμωρήθηκαν -αλλά πόσο αυστηρός να ‘σαι και μ’ αυτούς; Οι συνθήκες στα βουνά το Γενάρη του ‘41 (τότε η συνάντηση με τον Ιταλό) έκαναν δυνατά τέτοια και άλλα χειρότερα.
Κάπου αλλού ο Νικολαΐδης μιλά για τα στρατοδικεία. Θυμόταν ένα μόνιμο ανθυπολοχαγό που λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος έβγαινε στην πλατεία των Ιωαννίνων με λουστραρισμένες μπότες και καυχιόταν ότι θα τους τελειώσει τους Ιταλούς «αν τολμήσουν» κλπ. Αλλά την πρώτη βδομάδα του πολέμου παράτησε τη μονάδα του, γύρισε στα Ιωάννινα και μπήκε στο νοσοκομείο παριστάνοντας τον άρρωστο. Πέρασε στρατοδικείο με πρόεδρο τον ίδιο τον στρατηγό Κατσιμήτρο, αλλά γλίτωσε τη θανατική ποινή. Ούτε μ’ αυτόν ήταν αυστηρός ο Νικολαΐδης. Μόνο με τις καυχησιές του εκ του ασφαλούς. Να μη τα ξεχνάμε κάτι τέτοια όταν έχουμε απέναντι όλους αυτούς που γυρίζουν στην ειρήνη και καλούν να «τελειώνουμε» με τους εχθρούς.
Στο πιο όμορφο σημείο του βιβλίου, ο Νικολαΐδης φανερώνει ένα δικό του αντι-ηρωισμό. Ένα μετεγχειρητικό συρίγγιο που για μήνες έβγαζε πύον και ήθελε ιδιαίτερη φροντίδα. Χάρη σ’ αυτό είχε χαρακτηριστεί βοηθητικός και υπηρετούσε γραφέας στο στρατηγείο, κοντά στο μέτωπο βέβαια. Επειδή όμως με τις απώλειες οι ανάγκες σε άνδρες διαρκώς μεγάλωναν, διατάχθηκε επανεξέταση όλων των βοηθητικών. Και ω του θαύματος, το συρίγγιο έκλεισε ακριβώς εκείνες τις μέρες! «Ιαθέν» αποφάνθηκε ο στρατιωτικός γιατρός της Επιτροπής, ανώτατος αξιωματικός με κουρασμένο αλλά καλοσυνάτο πρόσωπο. «Δεν έχεις τίποτα, το συρίγγιο έκλεισε». Ο Νικολαΐδης έμεινε ακίνητος, με το κεφάλι γυρτό, να κοιτάζει τη θεραπευμένη πληγή. Ο νους του έτρεχε κιόλας στα βουνά της Αλβανίας. «Έχεις τίποτα με τον αυχένα»; τον ξάφνιασε ο καθηγητής, απορώντας με τη στάση του κορμιού του. «Με πονάει εδώ κι αρκετό καιρό. Εδώ πίσω στο σπόνδυλο». Ο καθηγητής τον εξέτασε διεξοδικά και διέγνωσε «αρχόμενη σπονδυλίτιδα». Έτσι ο Νικολαΐδης παρέμεινε στους βοηθητικούς -και ίσως βοήθησε αυτό να διαβάσουμε το βιβλίο του.
Ο Γιάννης Νικολαΐδης έφυγε από τη ζωή λίγους μήνες μετά τη συνάντησή μας. Ήμουν τυχερός που πρόλαβα και τον γνώρισα. Το βιβλίο του, πέρα από τις υπόλοιπες αρετές, θα ήταν πιστεύω, χάρη στις ταπεινές, ανθρώπινες διαστάσεις του, εξαίρετο υλικό για τις επετειακές εκδηλώσεις γυμνασίων και λυκείων.
Το αφιέρωμα δημοσιεύθηκε στο φ. 9 της μηνιαίας «Εφημερίδας για την Ήπειρο» (Νοέμβριος 1996). Μαζί με τις Μνήμες του ‘40 παρουσίασα επίσης το Πλατύ ποτάμι, αυτό το σπουδαίο έργο της ελληνικής λογοτεχνίας. «Στα δέκα που πρέπει να έχει διαβάσει ο καθένας μας», μου έλεγε ο Γιώργος Αράγης και φυσικά είχε δίκιο. Στο ίδιο φύλλο είχαμε συμπεριλάβει ένα αφιέρωμα στους Λιγκιάδες, με πρωταγωνιστές τους επιζώντες Χρήστο και Ευαγγελία Παππά, τους οποίους επίσης είχα επισκεφθεί σπίτι τους, να τους γνωρίσω και να μιλήσω μαζί τους. Τέλος, ένα άρθρο του ιστορικού Γιώργου Μαργαρίτη με τίτλο «Η Ιταλία και οι Ιταλοί στα μάτια των Ελλήνων».
